Αυτός είναι ο αναπάντεχος λόγος που η Κίνα θα χάσει σε ένα πόλεμο με τις ΗΠΑ – ΦΩΤΟ


Μέσα στο ένα κλίμα αντιπαράθεσης και άτυπης ψυχροπολεμικής σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Κίνας στον Ειρηνικό αλλά και σε άλλες περιοχές όπου διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντα των δύο χωρών προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα.

Είναι πιθανό σενάριο μιας πολεμική σύγκρουση; Αν ναι, ποια από τις δύο πλευρές έχει πλεονέκτημα, έχει το “πάνω χέρι”.

Η στρατιωτική ισχύς των Αμερικανών είναι γνωστή, ωστόσο οι Κινέζοι είναι ένα “μυστήριο”, αφού έχουν

περάσει δεκάδες χρόνια από την τελευταία πολεμική εμπλοκή τους, κάτι που πολλοί θεωρούν ότι θα είναι η “μοιραία αδυναμία” τους.
“Ο κινεζικός στρατός δεν έχει σχεδόν καμία εμπειρία μάχης” αναφέρει ο αναλυτής Timothy Heath για την δεξαμενή σκέψης RAND, ωστόσο προσθέτει πως η απειρία μπορεί να μην έχει μεγάλη σημασία.



«Σήμερα, ο στρατός της Κίνας έχει ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό οπλοστάσιο υψηλής τεχνολογίας, όμως η ικανότητά του να χρησιμοποιεί αυτά τα όπλα και τον εξοπλισμό παραμένει ασαφής. Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να είμαστε σκεπτικοί” εξηγεί ο αναλυτής.

Η τελευταία φορά που ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Κίνας πολέμησε σε μια μεγάλη σύγκρουση ήταν το 1979, όταν «ένας έμπειρος βιετναμέζικος στρατός απέκρουσε και διέλυσε μια κινεζική εισβολή», σύμφωνα με τον Heath.

Εκείνη την εποχή, ο βιετναμέζικος στρατός εξακολουθούσε να είχε νωπές εμπειρίες από τις μάχες με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, αντίθετα, είχε αποδυναμώσει σε τεράστιο βαθμό τις ένοπλες δυνάμεις του λόγω πολιτικών κινήτρων και εκκαθαρίσεων, με αποτέλεσμα οι Κινέζοι να υποστούν μια επώδυνη ήττα.

«Το φάντασμα αυτής της ήττας εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό στην Κίνα, γι’αυτό και οι αρχές έχουν επιλέξει σε μεγάλο βαθμό να αγνοήσουν αυτή την ενοχλητική σύγκρουση που δεν ταιριάζει με το εθνικό αφήγημα του Πεκίνου για ειρηνική άνοδο.


Ωστόσο αξίζει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι έχει αποσιωπηθεί η σύγκρουση αυτή με αποτέλεσμα πολλοί βετεράνοι του ΛΑΣ να έχουν απογοητευτεί για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο.

«Οι λίγοι βετεράνοι μάχης που παραμένουν στην υπηρεσία θα συνταξιοδοτηθούν όλοι μέσα στα επόμενα χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι ο στρατός σύντομα δεν θα έχει προσωπικό με εμπειρία από πρώτη γραμμή μάχης”.



Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το Πεκίνο δεν μπορεί να «κερδίσει» έναν σημαντικό πόλεμο. Αν και είναι αμφισβητήσιμο εάν κάποια από τις δύο πλευρές πραγματικά θα «κερδίσει» σε μια τέτοια σύγκρουση, δεδομένων των ενδεχόμενων τεράστιων απωλειών σε ανθρώπινες ζωές αλλά και του οικονομικού, οικολογικού και πολιτικού χάους που θα προκύψει ασφαλώς από τον πόλεμο.

Η «νίκη» σε αυτή την περίπτωση μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα, δηλαδή ότι η μία πλευρά επιτυγχάνει τους δικούς της άμεσους στρατηγικούς στόχους, ενώ εμποδίζει τον αντίπαλό της από το να πετύχει το ίδιο.

Αδιαμφισβήτητα οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις κατέχουν σήμερα περισσότερη πείρα από οποιαδήποτε άλλη χώρα, λόγω των μεγάλων αμερικανικών επιχειρήσεων στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και αλλού.

Αλλά είναι αμφισβητήσιμο εάν αυτή η εμπειρία σε πολέμους χαμηλής έντασης θα είχε σημασία σε αυτό που πιθανώς θα ήταν ένας πόλεμος υψηλής έντασης αλλά και προηγμένων οπλικών συστημάτων με την Κίνα.



«Σε στρατηγικό επίπεδο, ένας πόλεμος μεταξύ των κινεζικών δυνάμεων και των δυνάμεων των ΗΠΑ θα μπορούσε πιθανότατα να περιλαμβάνει μάχες υψηλής έντασης που καμία πλευρά δεν έχει βιώσει. Με την κατάλληλη προετοιμασία και προγραμματισμό και υπό ιδανικές συνθήκες, είναι πιθανό η Κίνα να κυριαρχήσει σε μια πρώτη μάχη», αναφέρει ο αναλυτής.

Στη συνέχεια όμως προσθέτει «αλλά δεδομένου ότι η αρχική σύγκρουση πιθανότατα δεν θα τελείωνε τον πόλεμο, οι αμερικανικές δυνάμεις αναμένεται να χρησιμοποιήσουν τα τεράστια πλεονεκτήματά τους για να προσαρμόσουν και να βελτιώσουν την απόδοσή τους στις επακόλουθες επιχειρήσεις».



Ο Heath καταλήγει λέγοντας “ αν οι Κινέζοι είχαν καταβάλει επαρκείς προσπάθειες για να ξεπεράσουν τα μεγάλα κενά στην ποιότητα της διοίκησης τους, την αυστηρότητα της στρατιωτικής κατάρτισης, την ενσωμάτωση και άλλους παράγοντες, θα μπορούσαν να αποδειχθούν σημαντικά αποτελεσματικοί αν η σύγκρουση είναι μακροχρόνια.

Αλλά ακόμα και τότε το τελικό αποτέλεσμα ενός τέτοιου πολέμου μεταξύ των δύο κρατών, είναι πολύ πιθανό να κριθεί από παράγοντες πέρα ​​από τον έλεγχο των στρατηγών και των ναυάρχων, όπως η οικονομική δύναμη, η πολιτική συνοχή και η εθνική αποφασιστικότητα”.

Πηγή: National Interest - onalert.gr