Γράφει ο Λάμπρος Τζούμης, Αντιστράτηγος ε.α.

Μετά την υπογραφή του μνημονίου συναντίληψης μεταξύ Τουρκίας-Λιβύης αναφορικά με την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και την ανακοίνωση της Άγκυρας ότι στις αρχές του επομένου έτους ξεκινά έρευνες και γεωτρήσεις στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου, οι πιθανότητες για ραγδαίες εξελίξεις το επόμενο διάστημα παραμένουν υψηλότατες.

Η επόμενη κίνηση της Τουρκίας ενδεχομένως θα είναι ο καθορισμός περιοχών αδειοδότησης Ν.Α. της Κρήτης εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και η εκχώρηση αδειών στην Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου (ΤΡΑΟ) προκειμένου να ξεκινήσει σεισμικές έρευνες. Στη συνέχεια αφού σφυγμομετρήσει αντιδράσεις θα ακολουθήσει αποστολή ερευνητικού σκάφους και θα επιχειρήσει την εγκατάσταση πλατφόρμας εξορύξεων, ενέργεια συνοδευόμενη από πολεμικά πλοία, υιοθετώντας ουσιαστικά  τη συνήθη τακτική της ελεγχόμενης κλιμάκωσης την οποία εφαρμόζει στις ενέργειές της.

Αυτό όπως είναι κατανοητό, σημαίνει ουσιαστικά έμπρακτη αμφισβήτηση των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που η Ελλάδα πράξει το αυτονόητο και αποστείλει ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή για την παρεμπόδιση των ερευνών, η Τουρκία δεν θα κάνει την «πρώτη κίνηση», αλλά θα μετακυλήσει  την απόφαση για έναρξη εχθροπραξιών στην ελληνική πλευρά. Με τον τρόπο αυτό θα επιχειρήσει να εμφανίσει την Ελλάδα ως εκείνη που «άρχισε τον πόλεμο» ανοίγοντας πρώτη πυρ. Το ότι η Ελλάδα απλά θα ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα άμυνας έναντι μιας σαφούς παραβίασης της εδαφικής της ακεραιότητας, μικρή σημασία ενδεχομένως θα έχει για τη διεθνή κοινότητα. Στην λογική των αντιποίνων από την πλευρά της Άγκυρας είναι πιθανή μια περαιτέρω κλιμάκωση με επιχείρηση κατάληψης από τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις κάποιας νησίδας ή βραχονησίδας από αυτές που εντάσσονται στην θεωρία των γκρίζων ζωνών.

Με τον τρόπο αυτό της δημιουργίας τετελεσμένων, με το μανδύα της «επιφανειακής νομιμοποίησης» και κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα για εξεύρεση ειρηνικής λύσης, η Άγκυρα θα επιδιώξει να μας σύρει σε ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων για μια συνολική διευθέτηση των διμερών διαφορών, σύμφωνα με τις επιδιώξεις της.

Είναι σαφές ότι οποιαδήποτε πολεμική εμπλοκή με την Τουρκία δεν είναι επιθυμητή, αλλά πάνω απ΄ όλα προέχει η διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής μας ακεραιότητας. Για την υλοποίηση μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής πρότασης στο κομβικό σημείο που έχουν φτάσει οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εφαρμοζόμενη στρατηγική μέχρι σήμερα από την Τουρκία για την επίτευξη των στόχων της είναι ότι πάντα λειτουργεί εκ του ασφαλούς και χωρίς κανένα ρίσκο. Η Τουρκία δεν θα επιθυμούσε να οδηγηθεί σε πολεμική σύρραξη μεγάλης κλίμακας, που θα μπορούσε ίσως να διαταράξει την καθεστωτική σταθερότητα του τουρκικού κράτους.

Η Ελλάδα διαθέτει μια αξιόπιστη αποτρεπτική δύναμη και αν απαιτηθεί οι Ε.Δ. έχουν τη δυνατότητα να προασπίσουν την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας και να ακυρώσουν την προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων εκ μέρους της Τουρκίας.

Για να αποφευχθεί λοιπόν ένας επώδυνος συμβιβασμός κάτω από την απειλή χρήση βίας ή μια πολεμική σύγκρουση,  απαιτείται :

Η πολιτική βούληση για την προάσπιση των εθνικών κυριαρχικών μας  δικαιωμάτων να είναι σαφής και απόλυτη χωρίς αμφιταλαντεύσεις, ακόμα και με χρήση της στρατιωτικής μας ισχύος.
Να πειστεί η Τουρκία ότι σε περίπτωση επιθετικής ενέργειας, υπάρχει η απαραίτητη στρατιωτική δυνατότητα από την πλευρά μας που αφενός μεν δεν θα της επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς της, αφετέρου δε θα καταβάλει δυσανάλογα μεγάλο τίμημα γι’ αυτό.

ΠΗΓΗ