Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Οι μήνες μέχρι τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου θα είναι «κόλαση» για την Αμερική. Αρκεί να μελετήσει κανείς τις αναλύσεις και τις ειδήσεις στα μέσα ενημέρωσης των Ηνωμένων Πολιτειών για να καταλήξει στο ίδιο εύκολο συμπέρασμα. Η κρίση σε όλα τα επίπεδα είναι από την κορυφή μέχρι και τα …νύχια του αμερικανικού κράτους.

Με τα συνεχή λάθη του, και την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών και προσωπικών του συμφερόντων, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει καταφέρει ισχυρά κτυπήματα στο κύρος, στην αξιοπιστία και στην ισχύ της αμερικανικής υπερδύναμης.

Η μεγαλύτερη Δημοκρατία στον κόσμο, όπως αρέσκονται να την αποκαλούν οι πολιτικοί της, υπέστη σημαντικότατα πλήγματα τις προηγούμενες ημέρες, και στο πιο υψηλό επίπεδο των Θεσμών, αλλά και σε μία εκλογική αναμέτρηση, των Δημοκρατικών στην πολιτεία της Άιοβα, που συνηθίζεται να την παρακολουθούν όχι μόνο οι Αμερικανοί, αλλά και πολίτες σε πολλά μέρη του κόσμου.

Δεν γνωρίζω να έχει συμβεί ξανά στην Αμερική να χρειαστούν πέντε σχεδόν ημέρες για να ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσματα. Και ούτε γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή αν συνέβη αυτό επειδή υπήρξε εξωτερική «παρέμβαση», όπως και στις προεδρικές εκλογές του 2016. Ακούμε ψιθύρους, κυκλοφορούν φήμες, και το πολιτικό κλίμα μολύνεται. Πραγματικά δεν αξίζει στην Αμερική όσα συμβαίνουν…

Ποιος, λοιπόν, δεν είδε το βίντεο, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να μην δίνει το χέρι του στην πρόεδρο της Βουλής Νάνσι Πελόσι, πριν από την ομιλία του για την «Κατάσταση του αμερικανικού Έθνους»; Και ποιος δεν είδε την κ. Πελόσι, να σκίζει το κείμενο της ομιλίας, που της είχε παραδώσει προηγουμένως ο κ. Τραμπ.

Αυτές τις άθλιες σκηνές περιμένει κανείς να τις δει σε κοινοβούλια υπανάπτυκτων χωρών, όχι στη Βουλή των ΗΠΑ. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η αντίδραση του κ. Τραμπ ήταν φυσιολογική, λόγω της περιπέτειας με την διαδικασία της καθαίρεσης για την οποία θεωρεί υπεύθυνη την κ. Πελόσι και την ηγεσία των Δημοκρατικών. Από την άλλη, και η πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής έχει το δίκιο της να αντιδρά με τον τρόπο που είδαμε σοκαρισμένοι στις οθόνες της τηλεόρασης, καθώς έχει αποδείξεις ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εκβίασε τους Ουκρανούς για να του δώσουν ενοχοποιητικά στοιχεία για τον πρώην αντιπρόεδρο Τζο Μπάιντεν.

Όπως και να το δει κανείς το όλο σκηνικό της αμερικανικής πολιτικής ζωής, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ατμόσφαιρα είναι τόσο τοξική, που θα δούμε και χειρότερα.

Σε μία ακραία διχασμένη χώρα, όπως δείχνουν όλες ανεξαιρέτως οι δημοσκοπήσεις, πρέπει να περιμένει κανείς και τα χειρότερα. Διότι εντοπίζεται ένας ακραίος φανατισμός σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της πολιτικής ζωής. Έχουμε ακούσει και διαβάσει χαρακτηρισμούς πεζοδρομίου. Είναι φαινόμενο συνηθισμένο πλέον. Και όταν αφορούν τον πρόεδρο της υπερδύναμης και την πρόεδρο της αμερικανικής Βουλής, τότε το πρόβλημα είναι τεράστιο.
Ποιοι θα ευθύνονται εάν ζήσουμε και γεγονότα παλιών πολύ κακών εποχών για την Αμερική; Αυτοί που θα τα διαπράξουν ή οι πολιτικοί ηγέτες;

Η ατμόσφαιρα έχει τα χαρακτηριστικά μίας επικίνδυνης και ακραίας κατάστασης. Και μερικοί καλοί αναλυτές πιστεύουν ότι θα επηρεαστεί και ο τρόπος άσκησης της πολιτικής και νομοθετικής εξουσίας, της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ο χειρότερος φόβος είναι ότι το σύστημα όλο θα εγκλωβιστεί στον προεκλογικό αγώνα και θα αφεθούν για μετά τις εκλογές πολύ σημαντικά εξωτερικά ζητήματα, που απαιτούν άμεσες λύσεις.

Σε ότι αφορά τα δικά μας εθνικά θέματα, από το Αιγαίο μέχρι και την κυπριακή ΑΟΖ, εκφράζεται ο φόβος ότι η ακραία επιθετικότητα της σημερινής ισλαμικής Τουρκίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσάρεστες καταστάσεις την Ελλάδα και την Κύπρο. Και ένα ερώτημα που υποβάλλεται -και το αναφέρουμε συχνά στην ιστοσελίδα μας,- είναι τι θα συμβεί στην περίπτωση που το αμερικανικό πολιτικό σύστημα είναι απασχολημένο με την προεκλογική εκστρατεία. Θα αντιδράσει άμεσα για να αποτρέψει ένα -ας πούμε- πολεμικό επεισόδιο;

Επίσης, ένα άλλο ερώτημα αφορά τις σχέσεις του Αμερικανού προέδρου με τον Τούρκο ομόλογό του. Θα επαληθευτεί η πρόβλεψη ότι ένα από τα θέματα που θα κυριαρχήσουν είναι αυτή καθ’ αυτή η σχέση του κ. Τραμπ και του κ. Ερντογάν; Φαίνεται ότι οι Δημοκρατικοί ηγέτες είναι διατεθειμένοι να αναδείξουν την «ανάρμοστη» συνεργασία τους, καθώς πιστεύουν ότι ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου τον έθεσε προς «πώληση» σε αυταρχικούς ηγέτες. Πρόκειται για τη γνωστή καταγγελία του Τζον Μπόλτον, πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του κ. Τραμπ.

Οι ηγέτες των Δημοκρατικών έχουν πολλά όπλα για να πολεμήσουν τον Αμερικανό πρόεδρο στα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η προδοσία των Κούρδων της Βόρειας Συρίας θα αποτελέσει σίγουρα θέμα της προεκλογικής εκστρατείας, και είναι ένα ζήτημα στο οποίο συμφωνούν οι περισσότεροι νομοθέτες και των δύο κομμάτων.

Γενικά, οι σοβαροί αναλυτές επιμένουν ότι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι η «αχίλλειος πτέρνα» του κ. Τραμπ, διότι στην οικονομία δεν πήγαν άσχημα τα πράγματα, αν και οι ισχυρισμοί του Αμερικανού προέδρου δεν είναι όλοι αληθινοί.
Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι ο κ. Τραμπ έδρασε εναντίον των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων και αναφέρουν παραδείγματα όπου άφησε «χώρο», τον οποίο κατέλαβε ο πρόεδρος της Ρωσίας.
Η αποχώρηση από τη Βόρεια Συρία αποδεικνύεται σοβαρό στρατηγικό λάθος, όπως και η εγκατάλειψη της Λιβύης. Και οι δύο χώρες στην ουσία παραχωρήθηκαν στο Βλαντιμίρ Πούτιν και εν μέρει στον Ταγίπ Ερντογάν.

Χρειάζεται, λοιπόν, προσοχή από την Αθήνα και τη Λευκωσία, διότι η Ιστορία αποδεικνύει ότι όταν η Αμερική «τσακώνεται» με τον εαυτό της συμβαίνουν τραγωδίες στο εξωτερικό.

ΠΗΓΗ