Ανάμεσα στις απράλογες αξιώσεις της Τουρκίας βρίσκεται και η απαίτηση για την αποστρατικοποίηση «των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου». Γιατί πρόκειται για μία παράλογη αξίωση;

Ο διεθνολόγος Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος με άρθρο του στο News 24/7 απαντά με επιχειρήματα στις τουρκικές απαιτήσεις για αποστρατικοποίηση των νησιών. Το δίκαιου του ισχυρού σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο.

Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η διατύπωση των παράλογων αξιώσεων εκ μέρους του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας βρίσκεται σε πλήρη έξαρση και η αποστρατικοποίηση νησιών του Αιγαίου περιλαμβάνεται σε αυτές. Ανάμεσα σε άλλα η Τουρκία απαιτεί και την αποστρατικοποίηση «των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου».

Από άποψη δικαίου οι Τουρκικοί ισχυρισμοί απαντώνται ως εξής:

1. Στρατιωτική παρουσία στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη.

Οι Τούρκοι αναφέρουν τη Σύμβαση της Λωζάνης για τα Στενά (1923) και την πρόβλεψη για υπαγωγή σε καθεστώς αποστρατικοποίησης των ελληνικών νησιών Λήμνο και Σαμοθράκη, ανάμεσα σε άλλες περιοχές (Θάλασσα Μαρμαρά, Βοσπόρου, Δαρδανελίων κλπ).

Η πρόβλεψη αυτή όμως έχει καταργηθεί από το 1936, με τη Συνθήκη του Montreux, στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι αντικαθιστά στο σύνολό της την Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά. Μάλιστα, ο τότε Πρέσβης της Τουρκίας στην Ελλάδα απέστειλε στις 6 Μαΐου επιστολή στον Έλληνα Πρωθυπουργό αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της Ελλάδας στη στρατικοποίηση των δύο νησιών, όπως εξάλλου επανέλαβε η Τουρκική κυβέρνηση διά του Υπουργού Εξωτερικών της Rustu Aras, ο οποίος στην ομιλία του για την κύρωση της Σύμβασης ανέφερε ότι "Οι διατάξεις που αφορούν τα νησιά Λήμνο και Σαμοθράκη, τα οποία ανήκουν στη γειτονική μας και φιλική χώρα Ελλάδα και είχαν αποστρατικοποιηθεί κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης της Λωζάννης του 1923, επίσης καταργήθηκαν με τη νέα Σύμβαση του Montreux και αυτό μας ευχαριστεί ιδιαίτερα" (Εφημερίδα πρακτικών Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, τεύχος 12, Ιούλιος 31/1936, σελ. 309).

2. Στρατιωτική παρουσία στη Μυτιλήνη, Χίο, Σάμο και Ικαρία.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάπτυξη στρατευμάτων κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 13 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.

Στην αναφερόμενη συνθήκη δεν αναφέρεται πουθενά καθεστώς αποστρατικοποίησης για τα νησιά αυτά, παρά μόνο δέσμευση της Ελλάδος ότι «αι ειρημέναι νήσοι δεν θα χρησιμοποιηθώσιν εις εγκατάστασιν ναυτικής βάσεως ή εις ανέγερσιν οχυρωματικού τινος έργου.» Μάλιστα προβλέπει την παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, «εις τον συνήθη αριθμόν των δια την στρατιωτικήν υπηρεσίαν καλουμένων, οίτινες δύνανται να εκγυμνάζωνται επί τόπου…».

Αντίθετα, η γείτονα «ξεχνά» ότι η Συνθήκη προβλέπει ότι «η Οθωμανική Κυβέρνηση θα απαγορεύση εις την στρατιωτικήν αεροπλοΐαν αυτής να υπερίπταται των ρηθεισών νήσων». Αναρίθμητες φορές πολεμικά σκάφη της τουρκικής αεροπορίας υπερίπτανται του εναερίου χώρου των νησιών κατά παραβίαση της Συνθήκης, αλλά και άλλων διατάξεων του διεθνούς δικαίου και η επίκληση του άρθρου 13 για δήθεν αποστρατικοποίηση των νησιών αποτελεί τελείως αστήρικτη νομική και πολιτική απαίτηση.

3. Στρατιωτική παρουσία στα Δωδεκάνησα.

Κατά την Τουρκία, δεν επιτρέπεται η ανάπτυξη στρατευμάτων στα νησιά του Ν.Α. Αιγαίου (Δωδεκάνησα), σύμφωνα με τη Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων (1947),στην οποία προβλέπεται ότι "Αι ανωτέρω νήσοι θα αποστρατιωτικοποιηθώσι και θα παραμείνωσιν αποστρατιωτικοποιημέναι".

Κατάλοιπο παρέμβασης της Σοβιετικής Ένωσης, τα καθεστώτα αποστρατικοποίησης εγκαταλείφθηκαν, δημιουργώντας μία νέα διεθνή τάξη, λόγω της ασυμβατότητάς τους με τη δημιουργία στρατιωτικών συμμαχιών (ΝΑΤΟ και Συμφώνου Βαρσοβίας). Αυτό φυσικά δεν ίσχυσε μόνο στα Δωδεκάνησα, αλλά και σε πλήθος άλλων περιπτώσεων, όπως στα ιταλικά νησιά Panteleria, Lampedusa, Lampione και Linosa, στη Δ. Γερμανία, στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Α. Γερμανία, την Ουγγαρία και τη Φιλανδία.

Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η Τουρκία δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί την παραπάνω Σύμβαση, αφού δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος αυτής και αποτελεί για τη γείτονα "res inter alios acta", θέμα δηλαδή που δεν την αφορά και δεν της γεννά δικαιώματα, σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών.

Στα νησιά αυτά, λοιπόν, η Ελλάδα νομίμως διατηρεί περιορισμένες δυνάμεις εθνοφυλακής, δηλωμένες σύμφωνα με όσα ορίζονται στη Συνθήκη μείωσης των εξοπλισμών και στο πλαίσιο του δικαιώματος της χώρας μας να προβαίνει σε κάθε αμυντική νόμιμη προπαρασκευή, προκειμένου, αν δεχτεί επίθεση, να μπορεί να προβάλει νόμιμη άμυνα που προβλέπεται από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η προπαρασκευή αυτή δικαιολογείται πλήρως από τον τρόπο που λειτουργεί η γειτονική χώρα στην περιοχή: Έχει εισβάλει στην Κύπρο, κατέχει έκτοτε το 38% του εδάφους, διατηρεί ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις σε ξένη χώρα μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ, συστηματικά παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο και, αν και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ με τη γειτονική της χώρα, που είναι πλήρες μέλος της ΕΕ,. στην οποία με αίτησή της ζητεί και η ίδια να ενταχθεί, την απειλεί με πόλεμο, για να μην κάνει χρήση νόμιμων καθόλα δικαιωμάτων της ως προς τα θαλάσσια σύνορά της, αμφισβητεί το νομικό καθεστώς των ελληνικών νησιών, που ρητά ορίζεται από το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας. Η απαίτηση αυτή τοποθετείται αδιαμφησβήτητα εκτός του διεθνούς δικαίου και στερείται σύγχρονης νομικής βάσης. Αποτελεί ταυτόχρονα έναν πρωτόγνωρο πολιτικό παραλογισμό, καθώς απέναντι από τα ελληνικά νησιά διατηρεί η ίδια σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις με επιθετικά χαρακτηριστικά, όπως εναέρια μέσα και αποβατικά σκάφη.

Η Τουρκία με την πολιτική που ασκεί ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια προς διάφορες κατευθύνσεις ενεργεί ως μεγάλη δύναμη. Ως τέτοια θέλει να δείξει ότι υπέρτερο όλων είναι το δίκαιο του ισχυροτέρου. Έτσι ακριβώς σκέφτονταν κι εκείνοι που ξεκίνησαν τον 20ό αιώνα δύο παγκόσμιους πολέμους. Το αποτέλεσμα είναι σ’ όλους γνωστό: Επισώρευσαν ανείπωτα δεινά, τραγικά για την ίδια τους τη χώρα, και δεν βγήκαν νικητές.

ΠΗΓΗ