Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ
Ευρισκόμενος στην Αθήνα για το τέλος μίας έρευνας που αφορά την Συμφωνία της Μαδρίτης, η οποία κυριολεκτικά γκρίζαρε το Αιγαίο, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με παλιούς και νέους, πρώην και νυν Έλληνες αξιωματούχους, που ασχολούνται με τα ζητήματα του ελληνικού Πελάγους και της Κύπρου.

Το συμπέρασμα είναι ότι κυριαρχεί η απόλυτη ανησυχία. Στη διάρκεια της κουβέντας μας, τα ερωτήματα τους ήταν πολλά και εστιάστηκαν περισσότερο στην κλασσική ερώτηση: Θα προκαλέσει πόλεμο ο Ερντογάν; Τι κάνουν οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ για να τον σταματήσουν; Γιατί δεν παίρνουν θέση για τις απειλές της Τουρκίας.

Με εντυπωσίασε και ένα άλλο ερώτημα, που τέθηκε ως τοποθέτηση: ότι ο Ερντογάν θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση της Αμερικής, με τον διχασμό του λαού, και την αδυναμία του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να κυβερνήσει απερίσπαστος, για να επιτεθεί ανενόχλητος εναντίον της Ελλάδας. Είναι ένα σοβαρό επιχείρημα, αλλά δεν το “αγοράζω” υπό την έννοια ότι η κατοχική δύναμη, λόγω της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, δεν μπορεί να κάνει πόλεμο με την Ελλάδα.

Έχει ενδιαφέρον ότι όλες οι ερωτήσεις στοχεύουν την Αμερική και τη Δυτική Συμμαχία, και όχι την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εταίροι μας και φίλοι μας Ευρωπαίοι είναι πάντα στο απυρόβλητο. Ενώ πάντα αναζητούμε βοήθεια και ευθύνες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τις οποίες κατά τα άλλα βρίζουμε σε κάθε ευκαιρία.

Η υπερδύναμη έχει τα δικά της συμφέροντα, που δεν συμπίπτουν πάντα, και αναγκαστικά, με τα δικά μας, με αποτέλεσμα άλλες φορές να στηρίζει απόλυτα την Ελλάδα και την Κύπρο, και άλλες φορές να κλείνει το μάτι στην κατοχική δύναμη Τουρκία.

Ενώ οι Ευρωπαίοι, υποτίθεται, ότι στηρίζουν και υποστηρίζουν τα κράτη-μέλη τους, έναντι όλων των απειλών. Το ερώτημα είναι πως θα το πράξουν όταν δεν έχουν κοινό στρατό. Και εκεί έγκειται το μείζον πρόβλημα.

Δύο κράτη μέλη της Ε.Ε., η Ελλάδα και η Κύπρος, δέχονται επίθεση από την Τουρκία, αλλά εκτός της Γαλλίας δεν συγκινείται καμία άλλη χώρα. Με αποτέλεσμα να εκτραχύνεται όλο και περισσότερο ο Ταγίπ Ερντογάν.

Άλλες χώρες-εταίροι και σύμμαχοι έχουν οικονομικά συμφέροντα. Άλλων οι ηγέτες …θαυμάζουν τον αυταρχικό Ερντογάν. Και άλλες είναι αδύνατες και δεν επιθυμούν ανάμειξη στις υποθέσεις ενός τρελού. Κακά τα ψέματα. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια.

Γενικά ομιλώντας, το σκηνικό στην Ευρώπη, δεν είναι καθόλου βοηθητικό. Αντίθετα κάποιοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών συμβουλεύουν την ελληνική ηγεσία να βρει το …θάρρος και την …τόλμη να συμβιβαστεί με την Τουρκία του Ερντογάν. Ωραίοι σύμμαχοι… Πραγματικά.

Σε ότι αφορά την Αμερική, τα συμφέροντα και εδώ είναι μεγάλα. Όμως, φαίνεται ότι ομιλούν για τα προσωπικά και οικονομικά συμφέροντα του Αμερικανού προέδρου. Όχι των ΗΠΑ. Και αυτό το γεγονός εκμεταλλεύεται ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος βρήκε τον τρόπο να ασκεί ένα έλεγχο στον κ. Τραμπ, και να τον πείθει πάντα να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα.

Η εισβολή στη βόρεια Συρία είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός. Ο κ. Τραμπ πρόδωσε με συνοπτικές διαδικασίες τους Κούρδους συμμάχους των ΗΠΑ. Θα μπορούσε να κάνει το ίδιο και στο Αιγαίο; Να προδώσει, δηλαδή, την Ελλάδα;

Αυτό ήταν ένα από τα ερωτήματα των συνομιλητών μου στην Αθήνα. Θα μπορούσε ο κ. Τραμπ να δώσει το πράσινο φως στον Ερντογάν για να δημιουργήσει ένα πολεμικό επεισόδιο στο Αιγαίο;

Όσο μπουνταλάς και απρόβλεπτος και αν είναι ο κ. Τραμπ, αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Για τον απλούστατο λόγο, όπως αναφέρω παραπάνω, ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία είναι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Άρα αποκλείεται η μεταξύ τους σύγκρουση και ο Ερντογάν το γνωρίζει. Δεν πρέπει να περιμένει κανείς ότι θα συμβεί στο Αιγαίο, ότι και στη βόρεια Συρία. Απ’ εκεί και πέρα, το «επεισόδιο», θερμό ή …κρύο, δεν πρέπει να αποκλείεται. Οι Τούρκοι μάλιστα το επιδιώκουν.

Όσο και αν δημόσια η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση συγκρούονται για τα εθνικά θέματα και ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες, στη διάρκεια αυτών των επαφών πληροφορήθηκα ότι έχει επιτευχθεί μία κάποια συνεννόηση για την περίπτωση κατά την οποία θα απαιτηθεί να ληφθούν μεγάλες αποφάσεις.

Για να μην είναι οδυνηρές αυτές οι αποφάσεις πρέπει όλοι οι πολιτικοί χώροι να ενωθούν: ο εχθρός είναι απέναντι και καραδοκεί.

Οι διαφορές στα θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι αποδεκτές στο πλαίσιο της Δημοκρατίας, που ανθεί και σήμερα στην Ελλάδα. Αν όμως, ο Πρωθυπουργός της χώρας -όποιος και αν είναι- ζητά συμβουλές και υποστήριξη από την αντιπολίτευση, πρέπει να δίνονται. Εκτός και αν έχουμε απόφαση που προσβάλλει τα εθνικά συμφέροντα.

ΠΗΓΗ