Του Βασίλη Κοψαχείλη*

Η Τουρκία, ως αναθεωρητική δύναμη πιστή στις επιταγές του εθνικού της όρκου των αρχών του περασμένου αιώνα, αποφάσισε με μια νομικά αυθαίρετη κίνηση και σε συνεννόηση με την θνησιγενή, ωστόσο διεθνώς αναγνωρισμένη, κυβέρνηση της Λιβύης, να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της απέναντι στην Ελλάδα.

Το πρόσφατο γεγονός ήρθε σε συνέχεια όλων των προηγούμενων προκλήσεων - από την αμφισβήτηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και την εισβολή και κατοχή της Κύπρου ως το casus belli, τα Ίμια, τις παράνομες και παράτυπες ερμηνείες που αφορούν την θρησκευτική μειονότητα στην Δυτική Θράκη και εσχάτως τις μεταναστευτικές ροές - να μας θυμίσει ότι η Τουρκία αποτελεί έναν εξόχως επικίνδυνο γείτονα που η αποτελεσματική του αντιμετώπιση είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Και ως Πολιτεία και Κράτος, αυτή οφείλει να είναι η πρωταρχική μας υποχρέωση!

Η συγκυρία δεν είναι ευνοϊκή για την χώρα μας! Μετά από δέκα χρόνια οικονομικής ασφυξίας και απανωτών Μνημονίων «εξυγίανσης», η ζώσα πραγματικότητα δείχνει ότι έχουμε ξύσει τον πάτο του βαρελιού στραγγίζοντας και τους τελευταίους πόρους, στερούμαστε βιώσιμου πλάνου οικονομικής, κοινωνικής και επιχειρηματικής ανάκαμψης, και στα πλαίσια του αντιλαμβανόμενου εφικτού γίνονται μόνο μερικές δειλές προσπάθειες λειτουργικής αποκατάστασης των μέσων και των δυνατοτήτων μας στην Εθνική Άμυνα.

Δυστυχώς δεν είναι καλύτερη η εικόνα στις διεθνείς μας σχέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι διεθνοπολιτικά ανύπαρκτη, το ΝΑΤΟ θύμα των επί σειρά ετών στρογγυλοποιήσεων του, οι ΗΠΑ πιστές στο μυωπικό δόγμα “America First” μη έχοντας καμία διάθεση ουσιαστικής στήριξης προς τη χώρα μας, η Ρωσία εκμεταλλεύεται το πολυεργαλείο Τουρκία στις επιδιώξεις της, και η Γερμανία παίζει ένα ιδιαίτερα ύποπτο ρόλο ως μπαχαλάκιας της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής και κλείνοντας το μάτι στη Μόσχα στα κοινά ενεργειακά τους συμφέροντα.

Κοιτώντας και προς τις περιφερειακές συμμαχίες μας, η εικόνα δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Η Αίγυπτος κάθε μέρα που περνά και δεν αντιμετωπίζει αποσταθεροποιητικές ταραχές, ευλογεί την καλή της τύχη. Στο Ισραήλ, ο υπέρμαχος της προσέγγισης με την Ελλάδα, πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου, παραπέμπεται σε δίκη για διαφθορά. Στην Ευρώπη, η Γαλλία είναι η μόνη, που τουλάχιστο φραστικά έχει ταχθεί ξεκάθαρα στο πλευρό μας, αλλά μέχρι εκεί! Ούτε ένα πρόγραμμα βιώσιμης οικονομικο-αμυντικής μας στήριξης δεν είναι διατεθειμένοι να συντάξουν. Περισσότερο μας βλέπουν ως διαμάντι του στέμματος παρά ως εταίρο σε στρατηγική σύμπλευση.

Το παραπάνω πλαίσιο συμπληρώνεται από μία σημαντική αλλαγή που ελάχιστοι τολμούν να θίξουν. Μέχρι και προς τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000, Ελλάδα και Τουρκία λογιζόμασταν ως συγκρίσιμα διεθνοπολιτικά μεγέθη. Σήμερα αυτό δεν ισχύει. Παρά τα μεγάλα της προβλήματα, η Τουρκία έχει πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο, και δεν μπορούμε να θεωρούμαστε στο εξής συγκρίσιμοι, γεγονός που κάνει την απειλή ακόμη πιο οξεία για εμάς!

Αναντιστοιχία Πολιτικής και Κοινωνίας

Και ενώ τα παραπάνω είναι σχετικά εμφανή και απασχολούν τον δημόσιο διάλογο, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα δίπολο που φέρνει σε ευθεία σύγκρουση την διάθεση μεγάλης μερίδας του πολιτικού μας συστήματος από τη μία, και τις συμβουλές ειδικών και τη διάθεση της κοινωνίας από την άλλη.

Είδαμε τις προηγούμενες μέρες, μεγάλη μερίδα του πολιτικού συστήματος και σε διαφόρους τόνους, καλυμμένα ή απροκάλυπτα, να μιλά για προσφυγή στη Χάγη και να καλλιεργεί τη λογική του «να τα βρούμε» με την Τουρκία»! Δηλαδή να νομιμοποιήσουμε τις τουρκικές αξιώσεις και απειλές…

Από την άλλη πλευρά, έχουμε μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία στα πλαίσια μια καταρρακωμένης εθνικής υπερηφάνειας, είναι έτοιμη να ρίξει μπουνιά με γυμνό χέρι στο βράχο, αναλαμβάνοντας το ρίσκο μιας πολεμικής αναμέτρησης με την Τουρκία.

Πέραν του κινδύνου που προφανώς ελλοχεύει η αναντιστοιχία μεταξύ των στοχεύσεων της Πολιτικής με την διάθεση της Κοινωνίας (νέος διχασμός και αποσταθεροποίηση του πολιτικού μας συστήματος σε πολύ δύσκολη συγκυρία), το δίπολο αυτό προβάλλεται από πολλούς ως οι «μόνες λύσεις» στο πρόβλημα, κατάσταση που ενισχύεται από την απουσία σύγχρονων συμβουλευτικών οργάνων (βλέπε ΣΕΑ) και επαρκούς αριθμού ειδικών απαλλαγμένων από εξαρτήσεις και με ένσημα στην εφαρμοσμένη διεθνή πολιτική.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Ανάμεσα στις λογικές του «να τα βρούμε» ή του «γιούρια», υπάρχει και Τρίτος Δρόμος!

Ο Τρίτος Δρόμος…

Το ξεβράκωμα του «να τα βρούμε» με την Τουρκία, που μας απειλεί ευθέως και καθημερινά, δεν αποτελεί πολιτικό ρεαλισμό, όπως δεν αποτελεί πολιτικό ρεαλισμό η μπουνταλάδικη επανάληψη ενός νέου 1897 για το θεαθήναι…

Αν θέλουμε να μιλήσουμε ρεαλιστικά θα πρέπει να δούμε από μηδενική βάση την κατάσταση και να την αξιολογήσουμε ανάλογα. Και επειδή ο χώρος του μέσου δεν επιτρέπει πολλές επεκτάσεις και αναλύσεις, προχωρώ στη παράθεση των κύριων αξόνων σκέψης για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο εναλλακτικός δρόμος για την αντιμετώπιση της αναθεωρητικής Τουρκίας.

1. Η Τουρκία είναι αναθεωρητική δύναμη, μη συγκρινόμενη πλέον σε διεθνοπολιτική ισχύ με την Ελλάδα. Άρα αποτελεί ζωτική απειλή για τη χώρα μας.

2. Ο Τουρκικός αναθεωρητισμός εντείνεται πλέον από τις πιεστικές ανάγκες της χώρας για πόρους, ανάγκες που μεταφράζονται από την τουρκική πολιτική ελίτ σε ξεπερασμένους όρους «ζωτικού χώρου», που με την σειρά τους ανατροφοδοτούν τον τουρκικό αναθεωρητισμό!

3. Θα πρέπει εμείς να ξεχωρίσουμε λοιπόν αυτά τα δυο, δηλαδή τις αναθεωρητικές διαθέσεις της Τουρκίας από τις πραγματικές της ανάγκες, και να λειτουργήσουμε με διαφορετική στρατηγική απέναντί τους.

4. Απέναντι στον Τουρκικό αναθεωρητισμό, η δική μας στρατηγική πρέπει να εδράζεται στην απόλυτη αποτροπή! Στο να πείσουμε την άλλη πλευρά ότι Πολιτικό Σύστημα και Κοινωνία ήμαστε καθολικά αποφασισμένοι, αν χρειαστεί, να προκαλέσουμε τέτοια φθορά στον αντίπαλο, που το κόστος που θα επωμιστεί να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερο των κερδών. Και φυσικά να ετοιμαζόμαστε γι αυτό!

5. Καμία συζήτηση με την Τουρκία όσο θεσμικά και πρακτικά με ψηφίσματα και ενέργειες μας απειλεί και μας περιορίζει. Προϋπόθεση διαλόγου με την Τουρκία η άρση του casus belli και η απόσυρση του πρόσφατου MoU με τη Λιβύη.

6. Απέναντι στις τουρκικές πραγματικές ανάγκες (πχ ανάγκες για ενέργεια), θα πρέπει χωρίς δικές μας εκπτώσεις, να δούμε τα πράγματα περισσότερο ευέλικτα. Για παράδειγμα, παραμένει επίκαιρη η πρόταση σύστασης μιας Μεσογειακής Εταιρείας με την συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ για την αξιοποίηση των ενεργειακών κοιτασμάτων της Ανατολικής Μεσογείου, όπου τα κράτη αυτά θα κρατούν τις προνομιακές μετοχές και οποιοσδήποτε άλλος που θα θέλει να συμμετέχει να μπορεί με όρους αγοράς να αποκτά κοινές μετοχές. Σε μια τέτοια Εταιρεία, προνομιακή συμμετοχή θα μπορούσε να έχει η ΕΕ, ενώ θα ήταν μεγάλη ευκαιρία για την Τουρκία η συμμετοχή ως κοινού μετόχου, πράγμα που ουσιαστικά θα την έβαζε στο ενεργειακό παιχνίδι της περιοχής, αλλά και de jure θα την ανάγκαζε να αναγνωρίζει την κυριότητα των κοιτασμάτων, αντί να αναλώνεται σε πειρατικές ενέργειες που την εκθέτουν.

Αντί επιλόγου…

Φυσικά αυτή η συζήτηση θα έπρεπε να γίνεται όχι δημόσια, αλλά στα πλαίσια ενός γόνιμου διαλόγου πολιτείας και ειδικών σε ένα οργανωμένο Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας. Η απουσία του σε τούτες τις κρίσιμες στιγμές, μάλλον δεν αποτελεί καλό οιωνό για τις εξελίξεις. Ελπίζω και εύχομαι ότι οι παραπάνω άξονες σκέψης θα βοηθήσουν να αποφύγουμε το μοιραίο και καταστροφικό σενάριο…

*Ο Βασίλης Κοψαχείλης είναι Διεθνολόγος

ΠΗΓΗ