Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας μεγαλώνει με τις «πλάτες» της Δύσης

Η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας μεγαλώνει με τις «πλάτες» της Δύσης



Η στρατηγική ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας βασίζεται πάνω σε αυτή την πρακτική της σύναψης κοινοπραξιών με ευρωπαϊκές και αμερικανικές αμυντικές εταιρείες. Συνεργασίες που προκρίνουν τη μεταφορά τεχνογνωσίας στην Τουρκία

Η δυσχερής συνθηκολόγηση της Αρμενίας στις αρχές της εβδομάδας είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η περιφερειακή υπεροπλία που έχει αρχίσει να διαμορφώνει η Τουρκία εξελίσσεται σε άμεση απειλή για πολλούς από τους γείτονές της. Στη διάρκεια της σύγκρουσης το Αζερμπαϊτζάν στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε εξοπλισμούς και στρατιωτική βοήθεια από την Τουρκία.

Βασικό ρόλο έπαιξαν τα τουρκικά μη επανδρωμένα Bayraktar-TB2 που είχαν αποκτήσει οι Αζέροι πριν από λίγους μήνες. Τα TB2 προβάλλονται ως το στολίδι της αναπτυξιακής δυναμικής της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας την τελευταία δεκαετία. Ταυτόχρονα όμως είναι και βασικό παράδειγμα του πώς αυτή η αναπτυξιακή δυναμική έχει συμβάλει σε μια ραγδαία στρατιωτικοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο ρόλος δυτικών εταιρειών στην ανάπτυξη του συστήματος σπάνια αναφέρεται.

Μια ανάλυση ευρημάτων ενός TB2 που καταρρίφθηκε σε έδαφος ελεγχόμενο από Αρμένιους και δημοσίευσε η Εθνική Επιτροπή Αρμενίων των ΗΠΑ στο διαδίκτυο δείχνει ότι βασική τεχνογνωσία και σημαντικός αριθμός εξαρτημάτων του συστήματος προέρχονται από εταιρείες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Ο Κέρι Γκίμπονς, ερευνητής της ομάδας ακτιβιστών Brighton Against the Arms Trade, ήταν από τους πρώτους που συνέλεξαν στοιχεία για τη χρήση εξαρτημάτων δυτικής προέλευσης στο TB2. «Οι δυτικές εταιρείες έχουν τροφοδοτήσει τη στρατιωτική επέκταση της Τουρκίας στην περιοχή παρέχοντας κρίσιμη τεχνολογία δολοφονικών μη επανδρωμένων σκαφών. Ενώ οι εγχώριες πολιτικές ευαισθησίες απαιτούν από την τουρκική κυβέρνηση να υποβαθμίσει αυτή τη συνεργασία, εξακολουθεί να απαιτείται μια στενή σχέση με τις δυτικές εταιρείες, προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση σε υπερσύγχρονες τεχνολογίες», λέει ο Γκίμπονς.

Φτηνότερο από τα συστήματα των ΗΠΑ, της Κίνας και του Ισραήλ, το TB2 έχει ήδη εξαχθεί στο Κατάρ και στην Ουκρανία. Η Τουρκία έχει αναπτύξει τα TB2 στη βόρεια Συρία και έχει παραδώσει έναν άγνωστο αριθμό στη Λιβύη κατά παράβαση του εμπάργκο των Ηνωμένων Εθνών. Στις αρχές Οκτωβρίου, ο πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, δήλωσε ότι η Σερβία ενδιαφέρεται επίσης να αγοράσει TB2.

Οι κίνδυνοι που μπορεί να προέλθουν από την ανερχόμενη ανισορροπία στο ισοζύγιο ισχύος στην ευρύτερη περιφέρεια έχουν ενεργοποιηθεί ήδη αντανακλαστικά. Εχοντας ήδη ανακοινώσει ένα μεγάλο πακέτο επανεξοπλισμών, η Ελλάδα προσπάθησε να συμπεριλάβει μια διάταξη για πιθανό εμπάργκο όπλων χωρών της Ε.Ε. προς την Τουρκία στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με πηγές που εδρεύουν στις Βρυξέλλες, η ελληνική κίνηση μπλοκαρίστηκε από διάφορες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Ουγγαρία. Από τότε ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας ξαναβάζει το θέμα σε διμερές επίπεδο προς τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία σε κάθε ευκαιρία. «Το οικονομικό θέμα είναι δευτερεύον για μια χώρα όπως η Γερμανία», λέει αναλυτής μεγάλου αμερικανικού μέσου.

Για το Βερολίνο η διακοπή ή όχι της συνεργασίας με την Αγκυρα σε προγράμματα στρατιωτικής βιομηχανίας «εξαρτάται από την εκτίμηση του πόσο κάτι τέτοιο θα απομάκρυνε την Τουρκία και τον Ερντογάν ακόμα περισσότερο από την Ε.Ε. και τις ευρωατλαντικές δομές». Πρόκειται για μια άσκηση ισορροπίας που προβληματίζει και τις ΗΠΑ και ένα θέμα χάραξης ορίων στο οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να απαντήσει.

Η Αθήνα έχει λόγους να ανησυχεί. Η Ελλάδα διαθέτει τέσσερα υποβρύχια τύπου Τ-214 που πιστεύεται ότι παρέχουν στο Ναυτικό της χώρας ένα τακτικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας. Ομως, η Αγκυρα έχει προγραμματίσει την απόκτηση έξι Τ-214 μέσω συμπαραγωγής μιας θυγατρικής της γερμανικής ThyssenKrupp Marine Systems και του τουρκικού ναυπηγείου Golcuk. Το πρώτο ήδη παραδόθηκε στα τέλη του περασμένου έτους και πέντε ακόμη θα παραδοθούν μέχρι το 2026.


Η στρατηγική ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας βασίζεται πάνω σε αυτή την πρακτική της σύναψης κοινοπραξιών με ευρωπαϊκές και αμερικανικές αμυντικές εταιρείες. Συνεργασίες που προκρίνουν τη μεταφορά τεχνογνωσίας στην Τουρκία.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Μπρόεκ, Ολλανδό ακτιβιστή που μελετά αυτή τη στρατηγική από τη δεκαετία του ‘90, η Τουρκία «χρησιμοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση και τον ρόλο του φύλακα των συνόρων με την Ε.Ε. για να λειτουργεί με μεγάλη αυτοπεποίθηση». Τα οπλικά συστήματα είναι ένα εργαλείο για αυτή τη λειτουργία, αλλά το εργαλείο δεν είναι ακόμη πλήρως τουρκικό. «Η πρόσβαση σε εξαρτήματα, στρατιωτική-βιομηχανική τεχνογνωσία και όπλα θα μπορούσε να περιοριστεί ή και να κοπεί ώστε να πιεστεί η Τουρκία προς μια λιγότερο επιθετική εξωτερική πολιτική».

Σύμφωνα με τον Μπρόεκ, ο ρόλος της Τουρκικής Γραμματείας για τις Αμυντικές Βιομηχανίες «υπήρξε κεντρικός σε όλη την πορεία της επέκτασης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας».

Η SSM μετονομάστηκε σε Προεδρία για τις Αμυντικές Βιομηχανίες (SSB) και μεταφέρθηκε υπό τον έλεγχο του προέδρου μετά το 2017 και την αλλαγή σε προεδρικό σύστημα.

Βασικός ρόλος της SSB είναι να βοηθήσει τις τουρκικές εταιρείες σε προγράμματα έρευνας και ανάπτυξης μέσω κοινοπραξιών με δυτικές εταιρείες. Ο Μπρόεκ αναφέρει ως παραδείγματα αυτού του μοντέλου συνεργασίας τον κατασκευαστή τεθωρακισμένων οχημάτων FNSS Defense Systems, μια κοινοπραξία μεταξύ της τουρκικής Nurol Holding και της βρετανικής αμυντικής εταιρείας BAE Systems, με συμμετοχή 51% και 49% αντίστοιχα, και τον κατασκευαστή συστημάτων αεροπορικής άμυνας AYESA, μια κοινή επιχείρηση μεταξύ των τουρκικών εταιρειών Zorlu Group και Vestel Defense και της L-3 Communications με έδρα τις ΗΠΑ, που μετονομάστηκε πέρυσι σε L3Harris Technologies μετά τη συγχώνευση με τη Harris Corporation.

Το εμβληματικότερο έργο μεταφοράς τεχνολογίας της τελευταίας δεκαετίας είναι το άνω του ενός δισ. ευρώ TCG Anadolu, ο πρώτος από τους δύο προγραμματισμένους πλωτούς αερομεταφορείς ελαφρών αεροσκαφών που κατασκευάζεται από την τουρκική SEDEF και το ισπανικό κρατικό ναυπηγείο Navantia.

Αλλα κομβικής σημασίας προγράμματα που βρίσκονται σε εξέλιξη είναι το μαχητικό TF-X πέμπτης γενιάς και το άρμα μάχης ALTAY. Αλλά και το ελικόπτερο μάχης ATAK, που κατασκευάζεται από την Turkish Aerospace Industries-TAI, με τεχνογνωσία που απέκτησε η Τουρκία μέσω μιας μακροπρόθεσμης κοινοπραξίας με τον ιταλικό κρατικό αμυντικό γίγαντα Leonardo.

Και τα τρία προγράμματα, ωστόσο, αντιμετωπίζουν προκλήσεις λόγω διαφωνιών σχετικά με τη μεταφορά τεχνογνωσίας και πνευματικής ιδιοκτησίας από τις δυτικές αμυντικές βιομηχανίες που εμπλέκονται. Στις αρχές του 2019, οι Financial Times ανέφεραν ότι η Rolls-Royce είχε «εγκαταλείψει» το πρόγραμμα κατασκευής κινητήρα για το TF-X λόγω διαφωνίας σχετικά με ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Μια παρόμοια διαφωνία οδήγησε σε καθυστέρηση την παραγωγή 250 ALTAY, με τις γερμανικές εταιρείες MTU και RENK –που θα παρείχαν τεχνολογία κινητήρων και κιβωτίου ταχυτήτων– να υπαναχωρούν προσωρινά από τη συνεργασία. Η MTU ανήκει στη Rolls-Royce Holdings.

Καθυστέρηση αντιμετωπίζει και η 1,5 δισ. παραγγελία ελικοπτέρων ATAK από το Πακιστάν. Ο λόγος είναι η αναγκαία άδεια επανεξαγωγής για τους κινητήρες των ελικοπτέρων που κατασκευάζονται από τη Light Helicopter Turbine Engine Company, LHTEC, μια κοινοπραξία μεταξύ της Rolls-Royce και της US Honeywell, που ωστόσο έχει κολλήσει στις Επιτροπές Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας των ΗΠΑ και Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου. Συνέπεια της αγοράς ρωσικών βαλλιστικών πυραύλων S-400 από την Τουρκία.

Ο Σιμ Τακ, στρατιωτικός αναλυτής της Stratfor, θεωρεί ότι οι εξαγωγές θα είναι το κλειδί για τη βιωσιμότητα της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας.

«Ενώ η Τουρκία αποκτά έναν νέο περιφερειακό ρόλο, χρειάζεται ένα επίπεδο ανεξαρτησίας στην εφοδιαστική αλυσίδα της. Στο παρελθόν, βασιζόταν στις εισαγωγές από τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες. Οσο αποστασιοποιείται στην εξωτερική πολιτική, θα πρέπει να διαφοροποιήσει και να οικοδομήσει την ανεξαρτησία της παραγωγής της».

Οι εξαγωγές προσφέρουν «άμεση πολιτική επιρροή», λέει ο Τακ, «αφορούν επίσης τη διασφάλιση μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της παραγωγής για εσωτερικούς σκοπούς. Οσο περισσότερο εξάγεις τόσο πιο βιώσιμο γίνεται το κόστος παραγωγής».

Σύμφωνα με τα στοιχεία της SSB, οι πωλήσεις του κλάδου το 2017 ανήλθαν σε 6,69 δισεκατομμύρια δολάρια, από 1,86 δισεκατομμύριο το 2006. Οι τουρκικές εξαγωγές το 2018 ανήλθαν σε 2,03 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Γιάνικ Κούε, διευθυντής της ανεξάρτητης ερευνητικής Ομάδας για την Ειρήνη και την Ασφάλεια, GRIP, εξηγεί γιατί οι χώρες των Βαλκανίων θα είναι προτεραιότητα για την Τουρκία όσον αφορά τις εξαγωγές.

«Η Τουρκία αναζητά αγορές χαμηλού και μεσαίου κόστους όπου μπορεί να περιμένει ότι το τουρκικό προϊόν θα γίνει μέρος του ανταγωνισμού [...] Οι αγοραστές στην Αφρική, την Ανατολική Ασία ή τα Βαλκάνια αναζητούν αξιόπιστα αμυντικά προϊόντα, αλλά δεν έχουν τεράστιες απαιτήσεις προμηθειών. Ετσι, είναι πιο πιθανό να προσεγγιστούν από την Τουρκία».

*H έρευνα έγινε με την υποστήριξη του Balkan Insight