Καρότο ή μαστίγιο θα βγάλει ο Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν;

Καρότο ή μαστίγιο θα βγάλει ο Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν;



Τί αναμένει η Άγκυρα και πώς προετοιμάζεται;

Το μεγάλο ερώτημα που αιωρείται εδώ και εβδομάδες στην Τουρκία, αλλά και στην Ελλάδα, σε επίπεδο διπλωματίας και καθορισμού πολιτικής στρατηγικής είναι η στάση που θα κρατήσει ο νέο-εκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ απέναντι στην Άγκυρα.

Φαίνεται ότι οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις θα είναι ο άξονας που θα καθορίσει και τις υπόλοιπες σχέσεις των κρατών στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων της Ελλάδας, της Κύπρου αλλά και της Ευρώπης, με την Τουρκία.

Τις τελευταίες εβδομάδες έχει χυθεί πολύ μελάνι στον τουρκικό τύπο, αναλύοντας το τί σημαίνει η Μπάιντεν εποχή για την Τουρκία του Ερντογάν, ενώ αν υπήρχαν κι εδώ γραφεία στοιχημάτων, θα είχαν βγάλει πολλά με τις τόσες προβλέψεις που έχουν ακουστεί. Βασικά, οι προβλέψεις συμπυκνώνονται στις εξής δύο: Ή καρότο ή μαστίγιο. Βασικά, το μαστίγιο «παίζει» πιο πολύ, σε σχέση με το καρότο αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, αλλά και τα δύο «συναγωνίζονται» πολλές φορές ισότιμα.

Κάποιοι δίνουν μεγάλη πιθανότητα επιστροφής του Μπάιντεν στην εξωτερική πολιτική του Μπαράκ Ομπάμα με έμφαση στη δράση και τη συνεργασία με άλλους για την εξεύρεση λύσεων σε μεγάλα προβλήματα. Ο Μπάιντεν έχει άλλωστε μιλήσει για την «Αρχή της Διπλωματίας», χωρίς ωστόσο να έχει δώσει λεπτομέρειες για το τί μπορεί να σημαίνει στην πράξη. Αλλά ως έννοια, πιθανότατα, σημαίνει μεγαλύτερη εστίαση στα ανθρώπινα δικαιώματα κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Πρέπει ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, να ανησυχεί από μια τέτοια εστίαση στα ανθρώπινα δικαιώματα; Ναι, εάν δεν είναι πρόθυμος να συνεργαστεί. Από την άλλη, η άλλη άποψη θεωρεί ότι ο νέος πρόεδρος θα παραμείνει επικεντρωμένες στα συμφέροντα των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική και θα βάλει ακόμη και… νερό στο κρασί του, αν χρειαστεί, για αυτά. Άλλωστε η έννοια της «Αρχής της Διπλωματίας», που ευαγγελίζεται ο Μπάιντεν είναι τόσο ευρεία, που περιέχει κι αυτή τη διάσταση άσκησης εξωτερικής πολιτικής.

Πώς προετοιμάζεται η Άγκυρα;

Σε προηγούμενο άρθρο (5.11.2020) είχα επισημάνει ότι η Άγκυρα ετοιμάζεται ενεργά για την επόμενη ημέρα σε περίπτωση επισημοποίησης της εκλογής Μπάιντεν στις ΗΠΑ και ότι έχει ήδη αρχίσει να καταστρώνει σχέδια επί χάρτου και ανοίξει κανάλια επικοινωνίας για το πώς θα κινηθεί σε διπλωματικό επίπεδο, προκειμένου να μη χάσει ή έστω να μην χάσει… πολλά από τα «προνόμια» και την «κάλυψη» που του είχε διασφαλίσει ο Ντόναλντ Τραμπ τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν γνωρίζει αρκετά καλά ότι ο διαφαινόμενος (γιατί απομένει και η νομική «βούλα») νικητής των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, αντιτίθεται ανοιχτά στην πολιτική που έχει χαράξει η Τουρκία τόσο στη Συρία όσο και στην ανατολική Μεσόγειο.

Επίσης, γνωρίζει πολύ καλά και δεν παραβλέπει τις στενές επαφές προς το ελληνικό και ισραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ. Πολλοί πιστεύουν πραγματικά ότι ο Μπάιντεν είναι εχθρός της Τουρκίας και ότι οι κίνδυνοι για την Τουρκία είναι προφανείς. Ο Μπάιντεν άνετα θα υποστήριζε –για παράδειγμα- ένα κουρδικό κράτος στα βόρεια της Συρίας, έχει δηλώσει ότι είναι υπέρ της προσέγγισης των Ευρωπαίων συμμάχων και ότι είναι εναντίον του ρόλου που επιδιώκει να αποκτήσει ο Ερντογάν στην ανατ. Μεσόγειο.

Η τουρκική διπλωματία θεωρεί σχεδόν βέβαια ότι ο Μπάιντεν θα υιοθετήσει μία στάση ενάντια στην Άγκυρα στο θέμα του Κυπριακού και της ανατολικής Μεσογείου. Βασικά, αυτή τη στάση ακριβώς φοβάται η Άγκυρα πρώτα από όλα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Γι’ αυτό το λόγο λοιπόν, η Άγκυρα χρησιμοποιεί μέχρι στιγμής πολύ προσεκτικά λόγια όταν μιλάει για τις ΗΠΑ και το νέο πρόεδρό της για να μην δημιουργηθεί –από την πλευρά της τουλάχιστον- ένα αρνητικό κλίμα.

«Ως Τουρκία, όχι μόνο κατά τη δική μας περίοδο διακυβέρνησης, όχι μόνο κατά τη διακυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, συνεργαστήκαμε και στο παρελθόν με διαφορετικές κυβερνήσεις. Συνεργαστήκαμε και με ρεπουμπλικανικές και με δημοκρατικές κυβερνήσεις. Και τις σχέσεις μας τις βλέπουμε πάνω από κόμματα, πάνω από πολιτικές», δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, λίγες ώρες πριν κερδίσει την κρίσιμη Πενσυλβάνια ο Μπάιντεν, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Φουάτ Οκτάι, αν και εκείνος το πήγε κι ένα βήμα παραπέρα.

«Δεν τίθεται θέμα προτίμησής μας. Η κάθε χώρα κάνει τις εκλογές της κι εμείς όπως και κάθε χώρα, ως Τουρκία παρακολουθούμε απ’ έξω τις εκλογές στην Αμερική», δήλωσε, φροντίζοντας σχεδόν αμέσως να συμβουλεύσει(;)/προειδοποιήσει(;) τον εκκολαπτόμενο πρόεδρο της Αμερικής να μην συμπεριφερθεί μονομερώς στα εξής 3 θέματα: Στην ανατολική Μεσόγειος, την Κύπρο και το Αιγαίο.

«Πρέπει (οι ΗΠΑ) να είναι προσεκτικές απέναντι στις ευαισθησίες της Τουρκίας», δήλωσε με νόημα. Άρα επιβεβαιώνεται σε ανώτατο και δημόσιο επίπεδο μάλιστα η ανησυχία της Τουρκίας για τα κεκτημένα της στην περιοχή της ανατ. Μεσογείου.
 
Το κακό παιδί και ο τιμωρός

Για να μπορέσουν, ωστόσο, οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις να έχουν μία βάση πραγματικότητας, θα πρέπει να εξετάζεται πολύ καλά το πλαίσιο μέσο στο οποίο εντάσσονται τα πράγματα και στην προκειμένη περίπτωση οι σχέσεις ΗΠΑ - Τουρκίας.

Η αλήθεια είναι ότι οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις εδώ και χρόνια έχουν μετατραπεί σε μία σχέση κακού παιδιού και τιμωρού γονέα. Σε μια σχέση κλέφτη και αστυνόμου ανάμεσα σε δύο χώρες του πλανήτη. Με την Τουρκία να είναι το κακό παιδί λόγω S-400, Συρίας, Κούρδων και ανατολικής Μεσογείου και τις ΗΠΑ με το Κογκρέσο να έχει το ρόλο του «τιμωρού μεγάλου» απέναντι σε άλλες χώρες με αντίληψη αντι-δυτική και ασυμμόρφωτη.

Επομένως, αν οι ΗΠΑ του Μπάιντεν κινηθούν προς την κατεύθυνση της «τιμωρίας» της Τουρκίας και επιβάλουν κυρώσεις, που θα προκαλέσουν οικονομική καταστροφή στη χώρα, δεν θα αποτελέσει έκπληξη, αλλά σίγουρα οι σχέσεις Άγκυρας - Ουάσιγκτον θα εισέλθουν στην πιο ταραγμένη περίοδο στην ιστορία τους.

Εάν ο Μπάιντεν δώσει προτεραιότητα στην «τιμωρία», τότε η Άγκυρα θα στριμωχτεί για τα καλά και δεν αποκλείεται να αναζητήσει κι αλλού… πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια. Το θέλουν άραγε;

Ο οδικός χάρτης της Άγκυρας απέναντι στον Μπάιντεν

Η Άγκυρα ακούγεται τις τελευταίες ημέρες ότι είναι πρόθυμη να επιδιώξει μία ισορροπία με την νέο-εισερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση κι ότι ετοιμάζει μάλιστα ακόμη κι οδικό χάρτη για τη στρατηγική που θα ακολουθήσει τη νέα περίοδο απέναντι στον «εχθρικό», όπως πιστεύει, Μπάιντεν. Τα σημεία στα οποία επικεντρώνει τη στρατηγική «υποδοχής» και «καλμαρίσματος» του νέου προέδρου είναι ότι:

1. Θα θελήσει να βάλει τα θεμέλια για έναν εποικοδομητικό και στη βάση της ψυχραιμίας διάλογο με το Λευκό Οίκο, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά της.

2. Θα επιδιώξει να θέσει τις εταιρικές σχέσεις σε στρατηγικό επίπεδο και στη γνωστή βάση του «win-win», ειδικά στο θέμα των F-35.

3. Θα δείξει ότι είναι έτοιμη να προβεί ακόμη και σε παραχωρήσεις και θυσίες, αν χρειαστεί…

Για ποιες παραχωρήσεις ετοιμάζεται ο Ερντογάν;

Είναι ηλίου φαεινότερο (άσχετα με τη ρητορική που θα χρησιμοποιηθεί από την Άγκυρα) ότι η επιδιόρθωση των σχέσεων Τουρκίας - Αμερικής είναι δυνατή μόνο αν η Άγκυρα κάνει ένα βήμα πίσω υπέρ των συμφερόντων των ΗΠΑ σε όλα ή σε κάποια θέματα. Κι αυτό ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται όχι μόνο να το γνωρίζει, αλλά ίσως και να το επιδιώκει.

Χώρος για συμβιβαστικές ενέργειες εκ μέρους της Τουρκίας που θα μπορούσαν να κάνουν την Ουάσιγκτον να… χαμογελάσει στην Άγκυρα, υπάρχει και μάλιστα αρκετός. Όπως:

1. Η «ήσυχη» μη ενεργοποίηση του πυραυλικού συστήματος S - 400, παρά τις δοκιμές στις οποίες προέβη πρόσφατα στη Μαύρη Θάλασσα, ενόσω ακόμη ο Τραμπ «κάλυπτε».

2. Η επίσης «ήσυχη» παρουσία της Τουρκίας στη βόρεια Συρία, χωρίς να διαλαλεί πώς απομάκρυνε Κούρδους «τρομοκράτες» ή σε ποιο βαθμό συνεργάζεται με τους Ρώσους.

3. Ο «ήσυχος» μη απόπλους των γεωτρύπανων στην ανατ. Μεσόγειο με διάφορες δικαιολογίες τύπου «συντήρησης κλπ.» των πλοίων ή «μελέτης ακόμη των γεωλογικών δεδομένων».

4. Η «ήσυχη» αποδοχή μιας ενδεχόμενης τιμωρίας της τουρκικής τράπεζας Halkbank, που έσπασε το εμπάργκο στο Ιράν.

5. Ή η «θυσία» -με τρόπο θορυβώδη όμως εδώ - προσώπων - κλειδιών στο σκάνδαλο της Halkbank, προς… εξευμενισμό της αμερικανικής δικαιοσύνης, όπως του υπουργού Οικονομικών, Μπεράτ Αλμπαϋράκ, και του κεντρικού τραπεζίτη, Μουράτ Ουουσάλ, αναπληρωτή διευθυντή της τουρκικής τράπεζας την εποχή του σκανδάλου. Πράγμα που έκανε ήδη.

Αυτές και άλλες συναφείς «αθόρυβες» ή «θορυβώδεις» ενέργειες θα μπορούσαν να γίνουν από την Άγκυρα κατά τη διαδικασία μετάβασης του Μπάιντεν στην εξουσία και να θέσουν τον τόνο για τις μελλοντικές σχέσεις.

Πόσο εύκολο να… τσιμπήσει ο Μπάιντεν

Οι ενέργειες της Άγκυρας δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση – βέβαια - ότι ο Τζο Μπάιντεν θα αποδεχτεί τις χειρονομίες του Ερντογάν ή θα τον κάνουν να αλλάξει πολιτική απέναντι στην Τουρκία.

Εκτός και αν η κυβέρνηση Μπάιντεν θέλει να πραγματοποιήσει μια στρατηγική αναθεώρηση της σχέσης των ΗΠΑ με τον Ερντογάν για την εξυπηρέτηση καθαρά και μόνο αμερικανικών συμφερόντων. Διότι σίγουρα οι σχέσεις Τουρκίας-Αμερικής δεν συνίστανται μόνο σε προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών, αλλά καθορίζονται και από περιφερειακές εξελίξεις ανά τον κόσμο. «Ο ρεαλισμός και η διπλωματία συχνά ξεπερνούν τα συναισθήματα ακόμη και στις πιο δύσκολες σχέσεις», δηλώνει ο Τούρκος δημοσιογράφος, Μπουράκ Μπεκντίλ.

Ο Μπάιντεν είχε δείξει προθυμία να επιδιορθώσει τις σχέσεις με την Άγκυρα στο παρελθόν, ζητώντας επίσημα συγνώμη το 2014 για παρατηρήσεις, στις οποίες συνέδεε την Τουρκία με την άνοδο του αυτο-αποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους (ISIS), και ξανά το 2016 επειδή δεν εξέφρασε αμέσως τη συμπαράστασή του στην τουρκική κυβέρνηση μετά την απόπειρα πραξικοπήματος.

Μια κυβέρνηση Μπάιντεν μπορεί, επομένως, να επιδιώξει να εξισορροπήσει τον «πραγματισμό και την ιδεολογική προσέγγιση» στις σχέσεις της με την Τουρκία. Αλλά αυτό μπορεί να αποδειχτεί τελικά και αδύναμη ισορροπία.

«Ο Μπάιντεν δεν μπορεί να επιλέξει μια ρεάλ πολιτική με την Τουρκία, όταν υπάρχουν τόσο έντονες ανησυχίες για τις πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα. Το συνεχώς διευρυνόμενο δημοκρατικό έλλειμμα της Τουρκίας το καθιστά αδύνατο», υποστηρίζει ο Τούρκος αρθρογράφος, Μπουράκ Μπεκντίλ.


Κλειδί η αλλαγή γλώσσας από Άγκυρα

Εδώ -ίσως- καθοριστικό ρόλο να παίξουν οι συνομιλητές ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Η ανοικοδόμηση – ει δυνατόν - μιας σχέσης ΗΠΑ - Τουρκίας θα απαιτήσει την ανασύσταση και των δεσμών μεταξύ των αξιωματούχων σε όλα τα πολιτικά επίπεδα των δύο κυβερνήσεων.

Την αρχή αναμφισβήτητα θα πρέπει να κάνουν οι τουρκικές αρχές, λαμβάνοντας εκείνες πρώτες «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης» για να δείξουν στους Αμερικανούς αξιωματούχους ότι η Τουρκία μπορεί να γίνει πάλι ένας εποικοδομητικός εταίρος.

Κι εδώ ο ρόλος του εκπροσώπου του Ερντογάν, Ιμπραχίμ Καλίν, που θεωρείται μία πιο ψύχραιμη πολιτική φωνή, ίσως να αναβαθμιστεί ή ακόμη και να… υπουργοποιηθεί. Διότι αυτό που η Τουρκία πρέπει σίγουρα – ως πρώτο βήμα - να κάνει είναι να ενισχύσει το διάλογο με το αμερικανικό Κογκρέσο, τον πλέον εχθρικά διακείμενο θεσμό απέναντί της.

Η Άγκυρα ίσως θα ήθελε να δημιουργήσει μία σχέση ΗΠΑ - Τουρκίας παρόμοια με αυτή Ρωσίας - Τουρκίας, όπου ο ανταγωνισμός και η συνεργασία λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα κι ανάλογα με τις περιοχές και τα ζητήματα. Αυτό που άρεσε πολύ στον Ερντογάν ήταν ότι ο Τραμπ χρησιμοποιούσε άτυπα κανάλια για επικοινωνία στην εξωτερική πολιτική, κάτι που λειτουργούσε στην Τουρκία, αλλά με μία κυβέρνηση Μπάιντεν δεν φαίνεται ότι θα μπορεί να το έχει. Από τον Νοέμβριο του 2016 έως τον Αύγουστο του 2020 Ερντογάν και Τραμπ συναντήθηκαν 10 φορές τετ α τετ και 38 φορές σε πλαίσιο συνόδων κορυφής κλπ. Σύνολο 48 φορές.

Δεδομένου ότι στα 4 χρόνια διακυβέρνησης Τραμπ κατά μέσο όρο μιλούσαν μία φορά το μήνα, αυτές οι επαφές εμπόδισαν την εμβάθυνση της όποιας κρίσης παρουσιάστηκε, ακόμη και όταν δεν μπορούσαν να παράγουν λύση σε κάποιο ζήτημα. Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια των 8 ετών στην αντιπροεδρία, μεταξύ των ετών 2009-2017, ο Τζο Μπάιντεν επισκέφτηκε την Τουρκία μόλις τέσσερις φορές.

Αναγκασμένος ο Ερντογάν να συμβιβαστεί

Εάν όμως η Άγκυρα αποτύχει να βελτιώσει τους δεσμούς της με την Ουάσιγκτον, η τιμωρία της Halkbank και οι κυρώσεις για τους S-400 θα μπορούσαν να είναι μόνο η αρχή των «ποινικών απαντήσεων» της Αμερικής απέναντι στην Τουρκία. Αποτελεί επομένως γρίφο πώς θα λειτουργήσουν και οι δύο πλευρές.

Αν και τα οφέλη της Άγκυρας από τον Ντόναλντ Τραμπ ήταν αρκετά, καθώς πρόσφερε στην Τουρκία όσα καμία άλλη αμερικανική κυβέρνηση δεν θα τολμούσε, ωστόσο η Άγκυρα θεωρεί ότι εάν κέρδιζε ο Τραμπ, το πολιτικό και οικονομικό χάος σε όλο τον κόσμο θα αυξανόταν, κάτι που θα προκαλούσε παράπλευρες απώλειες και για την Τουρκία. Μία Τουρκία που υποφέρει σε κάθε μέτωπο αυτή τη στιγμή, κυρίως στο οικονομικό κι έπειτα στο διπλωματικό, δεν θα άντεχε κι άλλο χτύπημα, όσο κι αν δεν το παραδέχεται δημοσίως ποτέ.

Ίσως για αυτό ο Ερντογάν να δίνει το μήνυμα ότι είναι έτοιμος και για Μπάιντεν, αφού οι αγορές και οι ηγέτες του κόσμου τον υποδέχτηκαν άλλωστε με τόση θέρμη. Δεν θα μπορούσε βέβαια να κάνει κι αλλιώς…

Ο Μπάιντεν είναι (αναγκασμένος);

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι στιγμής είναι για το πώς η Άγκυρα ετοιμάζεται απέναντι σε ένα πιθανό «μαστίγιο Μπάιντεν».

Αν όμως ο νέος Αμερικανός πρόεδρος προτιμήσει καρότο;

1. Όσοι το υποστηρίζουν αυτό το βασίζουν στο επιχείρημα ότι η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ θα έχει επίσης πολλά να χάσει αν φερθεί με το… μαστίγιο στην Τουρκία. Και το βασικότερο παράδειγμα που συνηγορεί στην άποψη αυτή είναι βέβαια το γνωστό: ότι κανείς στις ΗΠΑ δεν θέλει να «χαρίσει» την Τουρκία στη Ρωσία και να αποδυναμωθεί ακόμη περισσότερο η νοτιο-ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ένα επιχείρημα, που στέκεται –θα λέγαμε- πάντα ως πέλεκυς πάνω από τις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις,

2. Οι θιασώτες της άποψης περί «καλού θείου… Τζο» υποστηρίζουν επίσης ότι οι σχέσεις της τουρκικής κυβέρνησης με τον Τραμπ ήταν καθαρά προσωποπαγείς και όχι θεσμικές. Ωστόσο, η Άγκυρα διαθέτει βαθιές θεσμικές σχέσεις με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, ήτοι τη λεγόμενη αμερικανική «γραφειοκρατία», που τώρα θα είναι προς το συμφέρον και των δύο κρατών να συνεχιστούν.

3. Κι αν μάλιστα μία από τις προτεραιότητες του νέου προέδρου των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική θα είναι να τονίσει εκ νέου τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, μία Τουρκία προσηλωμένη στο ΝΑΤΟ, ίσως αποβεί για τις ΗΠΑ μία ευεργετική συνεργασία και να θελήσει να της δώσει νέες ευθύνες.

Αν και ο Τζο Μπάιντεν ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ομπάμα, αλλά και ως προεδρικός υποψήφιος έχει δείξει κάποια δείγματα στάσης απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν (παράδειγμα τα σχόλια του Τζο Μπάιντεν στους New York Times τον Ιανουάριο, όταν εξέφρασε την «προθυμία» του να συνεργαστεί με την τουρκική αντιπολίτευση για την εκδίωξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από την εξουσία), ωστόσο δεν είναι ακόμη σίγουρο αν τα συμφέροντα, οι συσχετισμοί και οι συγκυρίες θα επιβάλλουν στροφή από την πολιτική Τραμπ.

Το πλέγμα των σχέσεων και των συμφερόντων δύο χωρών εξαρτάται από παράγοντες και συνθήκες που είναι δύσκολο να συνοψιστούν σε μια ομιλία ή σε ένα σχόλιο ενός πολιτικού ηγέτη. Δεν είναι καθόλου σίγουρο, επομένως, ότι οι καρποί της πολιτικής σχέσης του Τραμπ και του Ερντογάν δεν θα συνεχίσουν να αποδίδουν…

Με κάποιους υπερ-αισιόδοξους βέβαια να θεωρούν ότι από πλευράς Μπάιντεν αναμένεται να υπάρξουν τελικά νέα, δροσερά, έξυπνα βήματα, αντί για συναισθηματικές προσεγγίσεις και βιαστικές πολιτικές, καθώς τα… συμφέροντα είναι πολλά Τζο!

Τί σημαίνει η νίκη Μπάιντεν για την Κύπρο

Μέχρι στιγμής η ανάλυση στην Τουρκία βασίζεται κυρίως σε εικασίες, προβλέψεις και υποθέσεις. Όταν ο νέος Αμερικανός πρόεδρος ορίσει τα πρόσωπα, που θα ασκήσουν την νέα εξωτερική πολιτική, τότε πια η ανάλυση θα αποκτήσει στοιχεία και δεδομένα ικανά να της προσδώσουν μία πιο στέρεη και πραγματική βάση.

Υπάρχει ωστόσο και μία πρόβλεψη που θεωρείται πιο βέβαιη σε σχέση με τις άλλες πολιτικές Μπάιντεν και αφορά στο Κυπριακό. Η βεβαιότητα αυτή βασίζεται σε ένα πρόσωπο που ο νέος Αμερικανός πρόεδρος ενδέχεται να ορίσει να χειριστεί το ζήτημα αυτό, οπότε εκεί -για την τουρκική πολιτική ανάλυση- τα βήματα θεωρούνται προδιαγεγραμμένα.

Η πρώτη σιγουριά προέρχεται από το γεγονός ότι οι προσδοκίες της ελληνοκυπριακής πλευράς από τον Τζο Μπάιντεν είναι τώρα υψηλότερες από ό,τι ήταν την εποχή του Τραμπ και ότι θα επιδιώξει αμέσως μεγαλύτερη παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα.

Ποια λοιπόν θα είναι η κυπριακή πολιτική του Μπάιντεν, κατά την τουρκική άποψη;

Οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν στο ότι η πολιτική του Μπάιντεν στο Κυπριακό εξαρτάται κατά μεγάλο ποσοστό από τη σχέση που θα διαμορφώσει με την Τουρκία. Ο Άντονι Μπλίνκεν είναι ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν και κατείχε ενεργό πόστο και κατά την περίοδο Ομπάμα. Στη νέα περίοδο που ανοίγεται τώρα, θεωρείται από τα ονόματα εκείνα που θα έχουν τη μεγαλύτερη συμβολή στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής του Μπάιντεν.

Ο Άντονι Μπλίνκεν είχε αναρτήσει λοιπόν στις 27 Οκτωβρίου 2020 τα ακόλουθα στο λογαριασμό του στο twitter: «Είναι λυπηρό που ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Τατάρ ζητούν λύση δύο κρατών στην Κύπρο. Ο Τζο Μπάιντεν έχει από καιρό εκφράσει την υποστήριξή του σε μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία που θα παράσχει ειρήνη και ευημερία σε όλους τους Κύπριους».

Αυτή η ανάρτηση του Μπλίνκεν –κατά την τουρκική πλευρά- δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια υπενθύμιση προς το ψευδοκράτος και την Άγκυρα για τις προθέσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν σχετικά με την επίλυση του Κυπριακού.

Πηγές εξάλλου στην Ουάσιγκτον, που επικαλούνται τα τουρκικά ΜΜΕ, είναι μάλιστα της γνώμης ότι εάν αναλάβει ο Μπάιντεν, το Κυπριακό θα είναι μεταξύ των θεμάτων στα οποία θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή. Η επιρροή του ελληνο-κυπριακού λόμπι στις ΗΠΑ είναι γνωστή, όπως επίσης και η στήριξή του προς τον Μπάιντεν.

Αν και βέβαια η σκληρή Ερντογανική πτέρυγα ερμηνεύει την επίσκεψη Πομπέο στην Κύπρο προεκλογικά ως μία προσπάθεια αποτροπής εγκαθίδρυσης βάσης της Ρωσίας με πολεμικά πλοία στο νησί κι όχι ως στήριξη της απερχόμενης αμερικανικής κυβέρνησης. Ως μία άσκηση πίεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία εν προκειμένω...

«Η πηγή των κακών της Τουρκίας οι ΗΠΑ»

Η φωνή του παλατιού πάντως, η γνωστή φιλο-κυβερνητική εφημερίδα «Γενί Σαφάκ» εκφράζει τελείως απογοητευτικές απόψεις για τη νέα περίοδο στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις.

«Η πηγή όλων των απειλών κατά της Τουρκίας είναι οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ συσσωρεύουν δυνάμεις στο Αιγαίο και υποστηρίζουν τη ‘φυλάκιση’ της Τουρκίας στον κόλπο της Αττάλειας στην ανατ. Μεσόγειο», σημείωνε σε άρθρο της η φιλο-κυβερνητική εφημερίδα, όταν «κλείδωσε» η νίκη Μπάιντεν.

Αξιοπερίεργο ήταν πάντως ότι σε άλλο άρθρο της την ίδια ημέρα, η «Γενί Σαφάκ» υποστήριζε ότι ανεξάρτητα από το ποιος θα είναι ο νέος πρόεδρος, η πολιτική των ΗΠΑ για τη Συρία και την ανατολική Μεσόγειο δεν πρόκειται να αλλάζει και ότι δεν θα επηρεάσει τις ισορροπίες στην περιοχή.

Μήπως τελικά ακόμη και το σαράι είναι κι αυτό μπερδεμένο για το τί έχει να αντιμετωπίσει; Σίγουρα ναι. Κι επειδή περιμένει μαστίγιο, προετοιμάζει το έδαφος για να δεχτεί… καρότο.