Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ησυχάσουμε με την Τουρκία: να υποστεί πολεμικό σοκ εκεί που δεν το περιμένει

Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να ησυχάσουμε με την Τουρκία: να υποστεί πολεμικό σοκ εκεί που δεν το περιμένει



Απέτυχε παταγωδώς η ανιστόρητη στρατηγική που είχαν φτιάξει στο πόδι οι ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία 20 χρόνια, ότι δήθεν θα εξημερώσουμε την Τουρκία βάζοντάς την στην ΕΕ. Δυστυχώς όμως οι ελληνικές ελίτ εξακολουθούν να πιστεύουν τα παραμύθια που φτιάχνουν μόνες τους – ότι δήθεν ο Ερντογάν τα κάνει όλα για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, ότι η Τουρκία όπου να ’ναι καταρρέει οικονομικά, ότι θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη επειδή είναι ένα πολυφυλετικό κράτος με σαθρά θεμέλια, ότι ο Ερντογάν ακολουθεί τα πατήματα του Σαντάμ Χουσεΐν και θα έχει την ίδια τύχη με εκείνον, και διάφορα τέτοια ευχολόγια που στερούνται οποιασδήποτε ρεαλιστικής βάσης.  


Η πραγματικότητα δυστυχώς είναι δυσάρεστη για εμάς – γι’ αυτό την αποφεύγουμε συστηματικά. Στο πρόσωπο του Ερντογάν η Τουρκία έχει βρει έναν ηγέτη φιλόδοξο, με σπάνια χαρίσματα και ισχυρή βούληση, ο οποίος ενδιαφέρεται για το καλό της χώρας του και για την υστεροφημία του. Η Ελλάδα της ηθικής και οικονομικής χρεοκοπίας κοιτάζει πώς θα βγάλει τη μέρα και τη βδομάδα, ενώ οι Τούρκοι χαράζουν στρατηγική με προοπτική δεκαετιών.

 Εμείς δεν μπορούμε να φτιάξουμε σωστά ούτε τις μάσκες για τα παιδιά του Δημοτικού, και οι Τούρκοι έχουν μία πολεμική βιομηχανία που καλπάζει και που θα έπρεπε να προκαλεί δέος στην πολιτική ελίτ μας αν έβγαινε για λίγο από το μικροκομματικό καβούκι της και είχε τη στοιχειώδη νοημοσύνη και αντίληψη να καταλάβει τι έρχεται εξ ανατολών σε λίγο καιρό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Ερντογάν βγαίνει κάθε λίγο και λέει με κομπασμό πως «η Τουρκία είναι ανάμεσα στις 10 χώρες του κόσμου που ναυπηγούν δικά τους πολεμικά πλοία» ή πως «η Τουρκία είναι από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου που αναπτύσσουν και κατασκευάζουν drones». 

Η τρομερή άνοδος της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξε το όχημα για να καταστεί η Τουρκία μεγάλη περιφερειακή Δύναμη με απώτερο στόχο να απεξαρτηθεί κάποτε πλήρως από την εισαγωγή όπλων από το εξωτερικό. 

Και πράγματι σήμερα οι Τούρκοι έχουν φτάσει στο άκρως επικίνδυνο για εμάς σημείο να μην ενοχλούνται ιδιαίτερα από την άρνηση των ΗΠΑ να τους παραδώσουν τα μαχητικά αεροσκάφη F-35 αφού σχεδιάζουν ήδη τα δικά τους, ενώ εισάγουν σε υπηρεσία το δικό τους άρμα μάχης, ναυπηγούν μίνι αεροπλανοφόρα, φρεγάτες και κορβέτες, κατασκευάζουν μία τεράστια γκάμα πυραύλων αέρος-αέρος, αέρος-εδάφους, αντιπλοϊκούς και βαλλιστικούς, καθώς και αρκετούς τύπους τεθωρακισμένων οχημάτων, αυτοκινούμενων πυροβόλων και φορητού οπλισμού. Κι εμείς νομίζουμε ακόμα ότι έχουμε απέναντί μας την Τουρκία του Οζάλ ή της Τσιλέρ.   

Η Τουρκία του Ερντογάν είναι μία σαφώς αναθεωρητική Δύναμη η οποία θέλει να σπάσει τα δεσμά της Συνθήκης της Λωζάννης και να αναμορφώσει το γεωπολιτικό περιβάλλον της στα μέτρα της. Έχει πάει περίπατο προ πολλού η στρατηγική του Νταβούτογλου που προέβλεπε «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες». Αντί για μηδενικά προβλήματα, η Τουρκία τώρα δεν σταματά να υποδαυλίζει αναστάτωση όπου μπορεί και στον βαθμό που μπορεί – πάντα με την επίφαση της νομιμότητας και πάντα με τη δραστήρια δουλειά της διπλωματίας της η οποία κάνει τεράστιες καμπάνιες στο εξωτερικό για να προωθήσει ως απολύτως φυσιολογικές και νόμιμες τις πιο εξωφρενικές αξιώσεις σε βάρος άλλων χωρών. Σε πρώτη φάση η Τουρκία επιδιώκει να επιβληθεί απόλυτα στον άμεσο περίγυρό της καθιστώντας δορυφόρους χώρες όπως η Συρία, το Ιράκ, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Λιβύη.

 Σε δεύτερη φάση θέλει να καταστεί πυρηνική Δύναμη αμφισβητώντας ευθέως τη στρατιωτική πρωτοκαθεδρία του Ισραήλ και απαγορεύοντας πλέον σε οποιαδήποτε άλλη Δύναμη του πλανήτη να της επιβάλει το οτιδήποτε. Ουσιαστικά δηλαδή η Τουρκία επιζητεί να γίνει η πρώτη χώρα που με τη στάση της θα αμφισβητήσει έμπρακτα το δικαίωμα των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ουσιαστικά των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου) να διαμορφώνουν κατά το δοκούν τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Κι άλλες χώρες έχουν κατά το παρελθόν αποκτήσει το αναγκαίο οικονομικό ή δημογραφικό εκτόπισμα για να έχουν αξίωση να θεωρούνται ισότιμες των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων (π.χ. η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Ινδία και η Βραζιλία) αλλά καμία απ’ αυτές δεν έτρεφε τη φιλοδοξία να γίνει μία αναθεωρητική τοπική υπερδύναμη που θα άλλαζε τον στρατηγικό χάρτη προς όφελός της, όπως θέλει να το πράξει η Τουρκία. Επομένως στην περίπτωση της Τουρκίας δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με έναν δύστροπο γείτονα όπως την παρουσιάζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά με μία αναδυόμενη απειλή χιτλερικού τύπου.

Ο τρόπος που έχει επιλέξει η Τουρκία για να πετύχει αυτά που θέλει είναι μέσα από τη θρησκεία και τη φυλή. Μέσα από τη ρητορική του Ερντογάν αλλά και μέσα από τις ενέργειές της και τις στρατιωτικές επεμβάσεις της, παρουσιάζεται ως η μήτρα του παντουρανισμού εξαπλώνοντας την επιρροή της σε όλα τα τουρκογενή κράτη της Ασίας, αλλά και ως η έδρα του νέου χαλιφάτου για ολόκληρο τον σουνιτικό κόσμο αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία της Σαουδικής Αραβίας. Το πρόβλημα για τους Τούρκους είναι πως οι φιλοδοξίες τους δεν συμβαδίζουν με την οικονομική ισχύ που θα έπρεπε να έχουν για να τις υλοποιήσουν. 

Η σημερινή Τουρκία έχει ΑΕΠ λίγο επάνω από εκείνο της Ελβετίας των 8,5 εκατομμυρίων κατοίκων, μικρότερο από την Ολλανδία των 15 εκατομμυρίων, μόλις το 19% του ΑΕΠ της Γερμανίας που έχει σχεδόν ίδιο πληθυσμό με αυτή, και μόλις το 27% του ΑΕΠ της Γαλλίας. Οι ένοπλες δυνάμεις της παρ’ ότι είναι ογκώδεις πάσχουν ακόμα από έλλειψη σύγχρονου υλικού ενώ και ποσοτικά (στον αεροναυτικό τομέα) δεν έχουν το μέγεθος που αντιστοιχεί σε μία περιφερειακή Δύναμη. Επομένως ούτε από οικονομική ούτε από στρατιωτική άποψη είναι έτοιμη η Τουρκία να πετύχει τον στόχο της, ελπίζει όμως ότι έχει μπει στην τροχιά που θα της επιτρέψει να το καταφέρει σε περίπου 50 χρόνια από σήμερα. 

Η μεγάλη απειλή για εμάς είναι το ότι η Τουρκία προχωρά με μεγάλη επιδεξιότητα προς την κατεύθυνση που έχει χαράξει, φροντίζοντας πάντα να καλύπτει τις ενέργειές της με μία επίφαση νομιμότητας. Ο Ερντογάν δεν είναι ούτε Σαντάμ ούτε Καντάφι και θα ήταν ολέθριο λάθος να τον υποτιμήσουμε και να τον κατατάξουμε σ’ αυτή την κατηγορία ηγετών. Η τουρκική διπλωματία είναι εξαιρετικά ικανή και η Τουρκία όχι μόνο δεν έχει απομονωθεί διεθνώς για αυτά που πράττει, αλλά έχει και πολύ ισχυρή στήριξη από σημαντικούς συμμάχους – οι οποίοι, δυστυχώς, υποτίθεται πως είναι και δικοί μας σύμμαχοι. 

Επιπλέον, πολλές φορές είναι η ίδια η Ελλάδα εκείνη που νομιμοποιεί με τη στάση της τις εξωφρενικές απαιτήσεις των Τούρκων, δεχόμενη να συζητήσει και να διαπραγματευτεί μαζί τους άνευ όρων και προϋποθέσεων, την ίδια ώρα που οι Τούρκοι προσβάλουν βάναυσα τον ελληνισμό. Έλληνες ευρωβουλευτές ήταν που ψήφισαν υπέρ της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης της Τουρκίας την επομένη της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, και ο Δένδιας ήταν που συμφώνησε να αρχίσουν διερευνητικές επαφές για διάλογο την ημέρα που οι Τούρκοι καταπατούσαν προκλητικά την κατεχόμενη Αμμόχωστο στην Κύπρο. 

Θέλει άραγε η Τουρκία να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ; Η απάντηση είναι «όχι στην παρούσα φάση» διότι ξέρει πως αν φύγει από το ΝΑΤΟ είναι ζήτημα χρόνου να υποστεί καταστροφική επίθεση από τη Ρωσία με την οποία ανέκαθεν είχε αντικρουόμενα στρατηγικά συμφέροντα - και δεν πρέπει να μας ξεγελά η ρωσοτουρκική λυκοφιλία των τελευταίων τριών χρόνων. Η Τουρκία θα είναι έτοιμη να φύγει από το ΝΑΤΟ όταν αποκτήσει η ίδια πυρηνικά όπλα, οπότε θα έχει την απόλυτη στρατιωτική αποτροπή έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου – συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και του Ισραήλ.

 Η πικρή αλήθεια είναι πως με τη φόρα που έχει πάρει η Τουρκία ο μόνος τρόπος πλέον να σταματήσει να ασκεί ανελέητο bullying σε όλο τον περίγυρό της είναι να πάρει κάποια στιγμή ένα σκληρό στρατιωτικό μάθημα, να υποστεί ένα πολεμικό σοκ εκεί που δεν το περιμένει. Άλλος τρόπος τιθάσευσής της δεν υπάρχει. Ούτε η κατρακύλα της τουρκικής λίρας ούτε οι υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας μπορούν να την επηρεάσουν αποφασιστικά. Έχει αποδειχθεί διαχρονικά πως η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει καλά ο Τούρκος είναι η  γλώσσα της στρατιωτικής βίας, ενώ αντιθέτως εκλαμβάνει τη συγκαταβατικότητα ως αδυναμία.