Σε δοκιμασία η «λυκοφιλία» μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας

Σε δοκιμασία η «λυκοφιλία» μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας



Το Κρεμλίνο επανεξετάζει τη στάση του έναντι του «απρόβλεπτου εταίρου», στέλνοντας μηνύματα μέσω πρέσβεων και αναλυτών

Η πρόσφατη «έκρηξη» αντιτουρκικών σχολίων σε ρωσικά μέσα ενημέρωσης, με αφορμή την επανεμφάνιση του χάρτη Stratfor, που παρουσιάζει το σενάριο μιας υπερμεγέθους Τουρκίας το 2050, με επιρροή ή και κυριαρχία σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και στη Νότια Ρωσία, αποτέλεσε για κάποιους «κεραυνό εν αιθρία». Οσοι, όμως, παρακολουθούν συστηματικότερα τις διακυμάνσεις των ρωσοτουρκικών σχέσεων, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι ο εκνευρισμός πολλών πυλώνων της ρωσικής εξουσίας από τις υπερφίαλες φιλοδοξίες της Αγκυρας, και προσωπικά του κ. Ερντογάν, δεν περιορίζονται πλέον σε ιστοσελίδες μικρής εμβέλειας για ειδικό κοινό, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν «χώνεψε» τους τακτικισμούς της ρωσικής ηγεσίας και τα συμβιβαστικά «παζάρια» με την Τουρκία.

Χωρίς να διαφαίνεται κάποιος κλονισμός της επίσημης γραμμής για μέγιστη δυνατή συνεργασία με εξαντλητική διαπραγμάτευση επί των τριβών, που καθορίζεται από τις κεντρικές συνεννοήσεις Πούτιν – Ερντογάν στις τακτικές διαβουλεύσεις τους, τα προειδοποιητικά μηνύματα προς την Αγκυρα αποστέλλονται πλέον από Ρώσους πρέσβεις πρώτης γραμμής και αναλυτές ινστιτούτων, που αλληλεπιδρούν στενά με το Κρεμλίνο. Δύσκολο, πάντως, να εκτιμηθεί με ακρίβεια εάν πρόκειται κυρίως για μια προσπάθεια ανίχνευσης των προθέσεων Ερντογάν και της τουρκικής ελίτ έναντι της πίεσης των ΗΠΑ να αναθεωρηθεί η πολιτική συνεργασίας με τη Ρωσία ή προετοιμάζεται πλέον εντατικότερα μια «επόμενη μέρα» στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, εφόσον ο σημερινός πρόεδρος της Τουρκίας χάσει την εξουσία ή υποχρεωθεί σε άτακτη αναδίπλωση.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν ο διευθυντής των προγραμμάτων της διεθνούς λέσχης «Βαλντάι», προνομιακός συνομιλητής του προέδρου Πούτιν, διαπιστώνει μεγαλοφώνως ότι «η απρόβλεπτη Τουρκία λύνει τα χέρια της Ρωσίας», θέλει, προφανώς, κάτι σημαντικό να πει, και όχι μόνο προς το εσωτερικό ρωσικό κοινό. «Αφορμή» της έντασης του Τιμοφέι Μπορντατσόφ η προ ημερών απελευθέρωση του ακραίου Τούρκου εθνικιστή και μέλους των «Γκρίζων Λύκων» Αλπαρσλάν Τσελίκ, ύστερα από μόλις πενταετή φυλάκιση για παράνομη κατοχή όπλων, κίνηση που ερμηνεύεται ως επίδειξη τουρκικής ανεξαρτησίας και έλλειψη κάθε δέσμευσης έναντι της Μόσχας, σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο των διμερών σχέσεων, που δύσκολα θα ξεχαστεί πλήρως. Αν και άλλαξε την αρχική κατάθεσή του, ο Τσελίκ επανειλημμένως και κομπάζοντας ανέλαβε την ευθύνη της δολοφονίας του Ρώσου πιλότου Ολέγκ Πέσκοφ, όταν εκείνος έπεφτε με το αλεξίπτωτό του, μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους Su-24 από τουρκικό F-16 στο έδαφος της βόρειας Συρίας τον Νοέμβριο του 2015. 

«Ευχάριστη συνεργασία»

«Η Τουρκία είναι χώρα ως προς την οποία η Ρωσία δεν έχει ουδεμία αυταπάτη ότι η συμπεριφορά της θα μπορούσε έστω και θεωρητικά να περιοριστεί από ηθικούς κανόνες ή ακόμη και τυπικές συμφωνίες. Και παρ’ όλα αυτά η Τουρκική Δημοκρατία, στο πρόσωπο του ηγέτη της, είναι εκείνος ο εταίρος με τον οποίο “είναι ευχάριστη και αξιόπιστη” η συνεργασία. Ακόμη κι αν κάποτε –ουδείς κρύβει κάτι τέτοιο– η ρωσοτουρκική συνεργασία οδηγεί στην αναγκαιότητα βίαιης πίεσης στην Αγκυρα», γράφει αρκούντως ειρωνικά ο Τ. Μπορντατσόφ στη δικτυακή πύλη Vzglyad, που απηχεί απόψεις κοντά στους «σιλαβικί», όσους, δηλαδή, σχετίζονται με τις υπηρεσίες ασφαλείας και τον στρατό και αποτελούν κυρίαρχη ομάδα στους συσχετισμούς εξουσίας του Κρεμλίνου.

Εντυπωσιάζει η πραγματιστική ειλικρίνεια με την οποία μπορεί να εκφράζεται ένας αναλυτής, σε αντίθεση με διπλωμάτες ή πολιτικούς, όταν διαπιστώνει ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική όχι μόνο παραπέμπει στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ού αιώνα, αλλά αντιστοιχεί σ’ έναν «συνήθη διεθνή άρπαγα μέσου μεγέθους», για τον οποίο δεν έχουν σημασία οι κανόνες δικαίου και οι συμφωνίες, παρά μόνον η ισχύς. Εντυπωσιάζει διπλά η εκτίμηση ότι η Τουρκία «δεν είναι επικίνδυνη από στρατιωτική άποψη» και μια τυχόν σύγκρουση με τη Ρωσία δεν θα προκαλούσε αυτομάτως σύρραξη με τη Δύση. Αλλωστε στη Συρία η Ρωσία επανειλημμένως χρησιμοποίησε τη στρατιωτική της ισχύ σε περιστάσεις που η Τουρκία υπέστη στρατιωτικές απώλειες, γι’ αυτό και ο Τ. Μπορντατσόφ εκτιμά ότι «η Μόσχα θα μπορούσε με αρκετή ευκολία να θέσει την Τουρκία εκτός της περιφερειακής σκακιέρας, όμως χωρίς την Αγκυρα η κατάσταση σε μια εκτεταμένη περιοχή από τη Λιβύη έως το Ιράν είναι απίθανο ότι θα μπορούσε να καταστεί ευκολότερη» για τη Ρωσία.

Η ανοχή της τουρκικής «ιδιόμορφης συμπεριφοράς», όσο αυτή δεν πλήττει στρατηγικά ρωσικά συμφέροντα και όσο υπονομεύει την εικόνα της παγκόσμιας κυριαρχίας του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, είναι, λοιπόν, το βασικό κίνητρο της πολιτικής της Ρωσίας τα τελευταία χρόνια, καθώς το Κρεμλίνο είναι πεπεισμένο ότι «αδύναμη πλευρά», παρά την επιθετικότητά της, παραμένει η Τουρκία και «είναι υπόθεση της Ρωσίας να αποφασίζει αν χρειάζεται, πότε και σε ποιο βαθμό, να τιμωρεί την Αγκυρα».

Αυτή η υπεραισιόδοξη για τα ρωσικά συμφέροντα και τον ρόλο της Ρωσίας στην ευρύτερη περιοχή μας ανάγνωση περιγράφει με άλλα λόγια την πολιτική «καρότου και μαστίγιου», που εφαρμόζει η Μόσχα έναντι της Τουρκίας, διευρύνοντας με δελεαστικές προτάσεις την γκάμα των ήδη υπαρχουσών συνεργασιών με την Αγκυρα. Πλάι στους αγωγούς φυσικού αερίου, τους S-400, τον πυρηνικό σταθμό στο Ακούγιου και πολλά άλλα διμερή σχέδια, Πούτιν και Ερντογάν συζήτησαν εκτενώς στην τελευταία τηλεφωνική συνομιλία τους τη συμπαραγωγή σε τουρκικές βιομηχανίες του ρωσικού εμβολίου Sputnik V, η ζήτηση του οποίου αναμένεται αυξημένη για πολλά ακόμη χρόνια.

Την ίδια στιγμή η Μόσχα φαίνεται πως από κοινού με το Ιράν πιέζει όσο ποτέ μέχρι σήμερα την Τουρκία να εγκαταλείψει τους τζιχαντιστές που προστατεύει στον συριακό, τρομοκρατικό κατά τη Μόσχα, την Τεχεράνη και τη Δαμασκό, θύλακο του Ιντλίμπ, διευκολύνοντας έτσι την επικείμενη κλιμάκωση της επιχείρησης του συριακού στρατού. Η Αγκυρα υποχρεώθηκε μάλιστα να καταδικάσει, έστω και με την αβέβαιη μορφή ενός κοινού τριμερούς ανακοινωθέντος, την αρπαγή και το λαθρεμπόριο του πετρελαίου της Συρίας, που αποδεδειγμένα συνεχίζονται με ενεργό συνδρομή τουρκικών κρατικών και παρακρατικών μηχανισμών.

Το ρωσικό Ινστιτούτο Διεθνούς Πολιτικής και Οικονομικής Στρατηγικής εκτιμά στην τελευταία έκθεσή του ότι η Μόσχα θα υποχρεωθεί επανειλημμένως να συγκρουστεί με την «τουρκική γεωπολιτική επέκταση», όπως κατέστη φανερό κατά τη σύρραξη στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Μόσχα φαίνεται να αναγνωρίζει ορισμένα «δικαιώματα» της Τουρκίας στις ισλαμικές πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες, ωστόσο προειδοποιεί ότι αποτελεί «κόκκινη γραμμή» η αναπτυσσόμενη στρατιωτική συνεργασία Αγκυρας – Κιέβου, εάν αυτή ωθήσει την ουκρανική ηγεσία να αποσυρθεί από τη διπλωματική διαδικασία του Μινσκ και να επιδιώξει πολεμική λύση για «ανακατάληψη» των de facto αυτονομημένων «Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονμπάς» στην Ανατολική Ουκρανία.

Το Κρεμλίνο δηλώνει ότι θα συνεχίσει να προστατεύει τον εκεί ρωσόφωνο πληθυσμό, χωρίς να διευκρινίζει πώς ακριβώς, αρνείται την ύπαρξη ρωσικού στρατού στις δύο επαρχίες, ενώ χαρακτηρίζει απαράδεκτη κάθε υπονομευτική δραστηριότητα της Τουρκίας προς ενίσχυση παράνομων πλέον στη Ρωσία οργανώσεων των Τατάρων της Κριμαίας. Το σημερινό διεθνώς μη αναγνωρισμένο καθεστώς της στρατηγικής χερσονήσου, που ιστορικά εποφθαλμιά η Αγκυρα, αφήνεται από τη Μόσχα να εννοηθεί ότι μπορεί να πάψει να είναι ρωσικό έδαφος μόνο ύστερα από πυρηνικό πόλεμο.