Ποιος χρειάζεται πόλεμο στην Ευρώπη;

Ποιος χρειάζεται πόλεμο στην Ευρώπη;



Σε προηγούμενο άρθρο υπογραμμίσαμε ότι η πρόσφατη επίθεση του Τζο Μπάιντεν κατά του Βλαντίμιρ Πούτιν (τα περί “δολοφόνου χωρίς ψυχή”) δεν μοιάζει να υπαγορεύτηκαν από κάποια πιεστική πολιτική ανάγκη, αλλά και δεν είναι συμβατή με τις απόψεις του Αμερικανού προέδρου για την ανάγκη διατήρησης καλού επιπέδου επικοινωνίας μεταξύ των ηγετών των πυρηνικών υπερδυνάμεων και “στρατηγικής σταθερότητας”.

Η επίθεση Μπάιντεν στον Πούτιν όχι μόνο δεν εξυπηρετεί, αντίθετα βλάπτει μια σειρά άλλων πολιτικών του Αμερικανού προέδρου, όπως για παράδειγμα την προσπάθειά του να εξουδετερώσει τους εξτρεμιστές της Αυτοκρατορίας στη Μέση Ανατολή (και τους συμμάχους τους στο εσωτερικό των ΗΠΑ), όπου χρειάζεται πάρα πολύ τη συνεργασία της Μόσχας.

Η συνεργασία Ομπάμα-Πούτιν υπήρξε απαραίτητη προκειμένου να αποτραπεί η αμερικανική εισβολή στη Συρία, α λα Ιράκ, που σχεδίαζαν οι υποκινητές της προβοκάτσιας με τα δήθεν χημικά όπλα της Συρίας το 2013. Υπήρξε επίσης απαραίτητη για την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Σημειωτέον ότι, αυτού του είδους οι προσβολές στον Πούτιν, δεν κάνουν καν ζημιά στον Ρώσο πρόεδρο, αντίθετα τον ενισχύουν πολιτικά συσπειρώνοντας την ρωσική κοινή γνώμη γύρω του, και αδυνατίζοντας, εξ αντιδιαστολής, την απήχηση των διαφόρων δυτικών πουλαίν τύπου Ναβάλνι. Επιπλέον στέλνουν “ολοσούμπιτη” τη Μόσχα στην αγκαλιά του Πεκίνου.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί ο Μπάιντεν προσέβαλε τον Πούτιν;

Θα μπορούσε να είναι ένα απλό σφάλμα. Θα μπορούσε όμως και να έχει πιεστεί ή να σπρώχτηκε ο Τζο Μπάιντεν να κάνει αυτό το “σφάλμα”. Αν πιέστηκε να το κάνει, αυτοί που τον πίεσαν να το κάνει γνώριζαν ποιο θα ήταν το κυριότερο αποτέλεσμα της ιστορίας αυτής. Ότι δηλαδή τώρα, είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουν και να συνεννοηθούν οι ηγέτες των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων.

Ετοιμάζοντας μια κρίση στην Ουκρανία
Πού μπορεί να έχει πολύ μεγάλες συνέπειες αυτή η δυσκολία ή και πλήρης απουσία επικοινωνίας;

Στην Ουκρανία. Γιατί είναι σε ό,τι αφορά την Ουκρανία που Ρώσοι και Δυτικοί πολιτικοί, κρατικοί και στρατιωτικοί παράγοντες έχουν εντελώς διαφορετική άποψη, ακόμα και ως προς τα πραγματικά δεδομένα. Εκεί είναι πολύ μεγάλη έτσι κι αλλοιώς η πιθανότητα αμοιβαίας παρεξήγησης προθέσεων και η ευκολία να αρχίσει ένας πόλεμος. Κι εκεί η επικοινωνία Μπάιντεν-Πούτιν θα ήταν η τελευταία δικλείδα ασφαλείας.

Ο πόλεμος είναι πολύ εύκολο να αρχίσει, ιδίως στο Ντονέτσκ και στο Λουχάνσκ. Κανείς Ρώσος πρόεδρος δεν μπορεί να αφήσει ανυπεράσπιστους τους ρωσικούς πληθυσμούς που κατοικούν αυτές τις περιοχές, αν απειληθούν. Και ένας πόλεμος στην Ουκρανία, μπορεί, αν γενικευτεί, να έχει επιπτώσεις που ξεπερνάνε τη φαντασία.

Είναι ακόμα ευκολότερο να προκληθεί ένας τέτοιος πόλεμος στο μέτρο που είναι παρούσες στην Ουκρανία όχι μόνο αμερικανικές και ρωσικές, αλλά και μυστικές υπηρεσίες άλλων δυνάμεων.

Παρά τις ισχυρές πιέσεις που δέχθηκε για να το κάνει, ιδίως από την Washington Post (ένα δημοσίευμα της οποίας μπορεί να θεωρηθεί και ενδεχομένως και πολύ εμμέσως απειλητικό και για τον ίδιο) ο Μπάιντεν είχε αποφύγει μέχρι τώρα να τηλεφωνήσει στον Ουκρανό πρόεδρο Ζελένσκι, που ήταν, σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα, “απελπισμένος” που δεν του τηλεφωνούσε. Τελικά του τηλεφώνησε χτες για να εκφράσει την υποστήριξή του στο Κίεβο.

Ποιον ωφελεί το έγκλημα;
Ποιος θα ωφεληθεί από έναν τέτοιο πόλεμο; Δύο ομάδες συμφερόντων:

Οι εξτρεμιστές στη Μέση Ανατολή και στο εσωτερικό των ΗΠΑ (η sui generis άκρα δεξιά του Τραμπ).
Οι αντιρώσοι εξτρεμιστές του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει ότι θέλει να επιστρέψει στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, από την οποία αποχώρησε ο Τραμπ. Ένας Τραμπ που πρακτικά ενήργησε, τουλάχιστο στα ζητήματα της Μέσης Ανατολής, ως απλή μαριονέττα του Νετανιάχου. “Πρώτα η Αμερική” σήμαινε για τον Τραμπ “Πρώτα το Ισραήλ”.
Για να σταματήσουν τον Μπάιντεν, οι ιέρακες του Ισραήλ τον απείλησαν ότι θα κάνουν μόνοι τους πόλεμο κατά του Ιράν. Κινητοποίησαν όλα τα ερείσματά τους στο Κονγκρέσο. Ύποπτη δραστηριότητα σημειώθηκε στη Συρία και στο Ιράκ, με αποτέλεσμα η Μόσχα να απευθύνει μια πολύ σπάνια, έμμεση μεν, πλην ισχυρή προειδοποίηση στο Ισραήλ.

Στην ιστοσελίδα του ινστιτούτου Μπεγκίν-Σαντάτ εμφανίσθηκε ένα άρθρο που προειδοποιεί τον νέο αρχηγό της CIA Ουίλιαμ Μπερνς ότι η επιτυχία του στη νέα θέση του θα εξαρτηθεί από έναν και μόνο έναν παράγοντα. Αν θα ακούει ή όχι τις πληροφορίες που του διαβιβάζουν οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, της Ιορδανίας, των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας. Πάντως, του θυμίζει το άρθρο, η CIA έχει, εκτός από αρχηγό, και υπαρχηγό, τον κ. Ντέιβιντ Κοέν.

Από την πλευρά του, ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος έχει αναστείλει τις παραδόσεις F-35 και άλλων οπλικών συστημάτων στα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, τους δύο κύριους συμμάχους του Νετανιάχου στη Μέση Ανατολή και έχει διακόψει την υποστήριξη προς επιθετικές δράσεις στον πόλεμο της Υεμένης.

Το παράδειγμα της Ουγγαρίας και του Σουέζ (1956)
Η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν είναι μια στρατηγική των ΗΠΑ, της Βρετανίας και του Ισραήλ από τότε που υπάρχει η Ισλαμική Δημοκρατία (1979), αλλά και πιο πριν, επί Μοσαντέκ. Το σχέδιο ενός πολέμου κατά του Ιράν εμφανίστηκε με τους πρώτους νεοσυντηρητικούς σχεδιασμούς για τη Μέση Ανατολή και περιλαμβάνει, όπως ξέρουμε από τις αποκαλύψεις του Σίμουρ Χερς, τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Ένας πόλεμος κατά του Ιράν δεν θα μοιάζει με κανέναν από όσους γνωρίσαμε στη Μέση Ανατολή, θα είναι η γενική δοκιμή και εισαγωγή σε παγκόσμια σύρραξη, με τον ίδιο τρόπο που ο Ισπανικός Εμφύλιος (1936-39) ήταν η γενική δοκιμή και εισαγωγή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν ο Μπάιντεν επιστρέψει στη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα θα πλήξει, ίσως ανεπανόρθωτα, τον μακροχρόνιο σχεδιασμό των εξτρεμιστών και κάτι τέτοιο θα συνιστά στρατηγική ήττα για αυτούς.

Θα κάνουν επομένως ό,τι μπορούν για να την αποτρέψουν. Αν εκτιμήσουν ότι μια σύρραξη στην Ουκρανία θα τους βοηθήσει, θα επιχειρήσουν να την προκαλέσουν από τα παρασκήνια και χωρίς ασφαλώς να εμφανισθούν στο προσκήνιο. Διαθέτουν τεράστια επιρροή στην αμερικανική πολιτική αλλά και στην πρώην ΕΣΣΔ, ιδίως στην Ουκρανία, ήταν παρόντες και έπαιξαν κρίσιμο ρόλο σε όλες τις κρίσεις του πρώην σοβιετικού χώρου (Γεωργία 2008, Ουκρανία 2014 και εν συνεχεία, Ναγκόρνο Καραμπάχ 2020). Διαθέτουν πολύ μεγάλη αποφασιστικότητα, ευελιξία, στρατηγική ευφυία και ικανότητα ελιγμών.

Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα έχουμε κρίση στη Μέση Ανατολή στη σκιά μιας κρίσης στην Ευρώπη. Το πιο κλασικό παράδειγμα υπήρξε η επιδρομή Ισραήλ, Βρετανίας και Γαλλίας στο Σουέζ το 1956, μετά την εθνικοποίηση της διώρυγας από τον Νάσερ, στη σκιά της αιματηρής καταστολής της ουγγρικής επανάστασης του 1956. Χρειάστηκε η απειλή πυρηνικού χτυπήματος από τον Χρουστσώφ, για να αναγκαστούν να παρέμβουν οι Αμερικανοί και να διώξουν τους Ισραηλινούς και τους Αγγλογάλλους. (Η ΕΟΚΑ του Γρίβα μάλιστα ανατίναξε τότε βρετανικά αεροπλάνα στην Κύπρο).

Υπενθυμίζουμε ότι η αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στη Βουδαπέστη κατέστη αναπόφευκτη όταν οι ηγέτες της Ουγγαρίας έλαβαν διαβεβαιώσεις της Δύσης ότι θα τους προστάτευε αν προχωρούσαν πέραν του σημείου που η Μόσχα θεωρούσε αποδεκτό. Η σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία υπήρξε πολύ μεγάλο χτύπημα τόσο στην απήχηση της ΕΣΣΔ στην Ευρώπη, όσο και στο μεταρρυθμιστικό πείραμα που ξεκίνησε ο Χρουστσώφ.

Η Νούλαντ και ο πόλεμος κατά της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας
Η άλλη ομάδα που μπορεί να ωφεληθεί από έναν πόλεμο στην Ουκρανία, είναι οι αντιρώσοι εξτρεμιστές του Δημοκρατικού Κόμματος. Χρειάζονται τώρα απελπιστικά ένα πρόσχημα που θα επιτρέψει στη Γερμανία να διακόψει, με κάπως αξιοπρεπή τρόπο, τον γερμανορωσικό αγωγό φυσικού αερίου NordStream II, στερώντας την Ευρώπη από τα μέσα της ανεξαρτησίας της.

Οι εξτρεμιστές της Μέσης Ανατολής και οι αντιρώσοι εξτρεμιστές των Δημοκρατικών είναι διαφορετικές ομάδες, ή τουλάχιστον είναι τα εργαλεία μιας κατανομής έργου, έχουν όμως βέβαια κοινό τόπο. Η Βικτώρια Νούλαντ είναι ένας τέτοιος άνθρωπος – γέφυρα, ανάμεσα στους αρχιτέκτονες των πολέμων στη Μέση Ανατολή και αυτούς που δημιούργησαν την ουκρανική κρίση.

Με ανθρώπους σαν τη Νούλαντ στην κυβέρνηση, όχι ένας, δέκα Ουίλιαμ Μπερνς θα χρειαστούν για να σώσουν την ειρήνη στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, αλλά και την ίδια τη θητεία του Μπάιντεν.

Και επειδή τώρα ίσως βρεθούν μερικοί να υποστηρίξουν ότι ο γράφων έχει υπερβολική ροπή στην αναζήτηση “προβοκατσιών” και “συνωμοσιών”, ας τους κάνουμε μια παραχώρηση. Η αντιφατικότητα των επιδιώξεων Μπάιντεν, η δυσκολία να επανέλθει σε ένα πιο ορθολογικό mood η διαδικασία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, η τεράστια αντικειμενική δυσκολία διαχείρισης της κινεζικής ανόδου και της ρωσικής επανόδου, δημιουργούν ακριβώς τις αντικειμενικές συνθήκες που χρειάζονται τυχόν διεθνείς “προβοκάτορες”. Αυτοί τουλάχιστον, οι “μπολσεβίκοι” της Αυτοκρατορίας, ξέρουν τι θέλουν και δεν έχουν αμφιβολίες για το που πάνε.