Συνταγματάρχης Παπακυριαζής - Ταγματάρχης Βελισσαρίου: Μια οικογενειακή υπόθεση, 1912-13

Συνταγματάρχης Παπακυριαζής - Ταγματάρχης Βελισσαρίου: Μια οικογενειακή υπόθεση, 1912-13



Η κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου βρίσκει τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου διοικητή του 3ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού του οποίου διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Παπακυριαζης, που ήταν μπατζανάκης του. Οι σχέσεις τους δεν ήταν και οι καλύτερες. 

του Στρατηγού εα Μιχαήλ Κωσταράκου

Η πρώτη μάχη του Ελληνικού Στρατού δίνεται στα στενά του Σαρανταπόρου. Πριν την μάχη έχει προηγηθεί σοβαρό επεισόδιο μεταξύ τους. Πριν την επίθεση ο Παπακυριαζής από τον ενθουσιασμό του ξέχασε να ορίσει Σημείο Κατεύθυνσης, τον Αντικειμενικό Σκοπό της επίθεσης όπως θα λέγαμε σήμερα. Ο Βελισσαρίου τον ρώτησε: «Κύριε Συνταγματάρχα, Σημείο Κατευθυνσεως;» Ο Παπακυριαζής απήντησε χαριτολογώντας: «Η Κωνσταντινούπολις» κάτι που ήταν εντελώς λανθασμένο και αστείο, αν και ενθουσιώδες,  γιατί το Σύνταγμα επρόκειτο να επιτεθεί εναντίον των υψωμάτων του Σαρανταπόρου απέναντι, και όχι εναντίον της Κωνσταντινούπολης. 

Ο Βελισσαρίου όμως σοβαρός, στράφηκε στους λοχαγούς του και με τη βροντωδώς φωνή του επανέλαβε τη φράση: «Κύριοι Λοχαγοί, σημείο κατευθύνσεως, η Κωνσταντινούπολις»
Αυτό θεωρήθηκε ειρωνία από τον Παπακυριαζή, ο οποίος ευέξαπτος όπως ήταν παρεκτράπηκε με βαριές  εκφράσεις εναντίον του Βελισσαρίου ενώπιον όλου του Συντάγματος.  Ο Βελισσαρίου απήντησε με οξύτητα και ο Συνταγματάρχης ξιφούλκησε για να του επιτεθεί. Οι ψύχραιμοι αξιωματικοί τον συγκράτησαν, ατάραχος όμως ο Βελισσαρίου του απήντησε: «Σε ατενίζω ως ο Ζεύς από του Ολύμπου» εννοώντας ότι ήταν ατάραχος και Ολύμπιος και δεν θορυβείται από το ξίφος του Συνταγματάρχη.

Αυτό όμως είχε συνέχεια. Στη μάχη το Τάγμα του Βελισσαρίου ήταν τρίτο στη φάλαγγα επιθέσεως ενώ τα αλλά δυο Τάγματα είχαν λαβει διαταγή κατά μέτωπο επιθέσεως. Η επίθεση όμως χρονοτριβούσε και έτσι ο Βελισσαρίου αποφασίζει μόνος του να εξορμήσει, υπερπηδώντας τα αλλά δυο Τάγματα, παρακάμπτει το δεξιό πλευρό των εχθρικών δυναμεων, περνάει από δύσβατες περιοχές και βρίσκεται τελικά στα μετόπισθεν των εχθρικών τμημάτων προκαλώντας σύγχυση και γενική υποχώρηση τους.
Για την ενέργεια αυτή κατηγορήθηκε μετά τη μάχη, γιατί δεν ενίσχυσε τα αλλά δυο Τάγματα στην ενέργεια τους, τα οποία δεν μπορούσαν να προελάσουν γιατί αντιμετώπισαν ισχυρό πυρ από το τουρκικό πυροβολικό, δέχθηκαν αντεπίθεση από το τουρκικό πεζικό και είχαν πολύ μεγάλες απώλειες.

 Είναι όμως γεγονός ότι οι Τούρκοι υποχώρησαν τελικά,  όχι εξαιτίας της επίθεσης αλλά εξαιτίας της υπερκέρασης και κύκλωσης του Βελισσαρίου. Ο Βελισσαρίου εξέφρασε τη λύπη του, αλλά η άποψη του ήταν ότι «εγώ έκανα την δουλειά μου, ας κάνουν και οι άλλοι την δική τους.»

Ακολούθησε άλλο φραστικό επεισόδιο με τον Παπακυριαζή, όπου πάλι τους χώρισαν, και το θέμα έφτασε στο Διάδοχο Κωνσταντίνο οποίος αποκάλεσε τον Βελισσαρίου «τρελό». Ο Βελισσαρίου δεν πτοήθηκε και απήντησε: «Παρατηρείτε εμένα Υψηλότατε και δεν παρατηρείτε εκείνους οι οποίοι εβράδυναν». Το θέμα είναι βέβαια ότι αυτή η ιεραρχική σχέση δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Είτε με αίτημα του ίδιου του Βελισσαρίου είτε με απόφαση του Διαδόχου σαν ποινή για την ανυπακοή του, ο Βελισσαρίου απαλλάχθηκε από τα καθήκοντα του σαν Διοικητής Τάγματος. Αργότερα, μετά την κατάληψη της Θεσνικης όταν το 9ο Τάγμα Ευζώνων θα μείνει ακέφαλο λόγω θανάτου του Δκτου του Τχη Ν.Γεωργούλη, θα του ανατεθεί η Διοίκηση του Τάγματος υπό το  1/38 Σύνταγμα Ευζώνων του Συνταγματάρχη Διονύσιου Παπαδόπουλου,  και θα ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για τη θυσία  και τη δόξα. 

Ο Συνταγματάρχης Παπακυριαζής σκοτώθηκε ηγούμενος της επιθέσεως  του Συντάγματος του στη μάχη του Λαχανά στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Η στολή του κοσμεί το Μουσείο της Λαχανά και φέρει 14 τρύπες από σφαίρες. 

Μετά τη μάχη, ο Βελισαρίου που με το 9ο Τάγμα Ευζώνων είχε πρωτοστατήσει στη μάχη,  συνάντησε έφιππος τον Λοχαγό Ζήρο του 4ου Συντάγματος του Παπακυριαζή και του είπε: «Πείτε στον Δκτη σας ότι ο Βελισαρίου κατέλαβε τον Λαχανά». «Ο Δκτης μου σκοτώθηκε κύριε Ταγματαρχα» απήντησε ο Λοχαγός. Ο Βελισσαρίου σκοτείνιασε από το πένθος, έβγαλε το πηλίκιο του και σταυροκοπήθηκε απομακρυνόμενος. Θα τον ακολουθούσε μερικές μέρες αργότερα στην τρομακτική μάχη του υψοδείκτη 1378.