Η απάντηση στο αίτημα της Τουρκίας για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, είναι μία

Η απάντηση στο αίτημα της Τουρκίας για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, είναι μία



Η κίνηση της Άγκυρας να αποστείλει μέσω του μόνιμου εκπροσώπου της στα Ηνωμένα Έθνη επιστολή στον γενικό γραμματέα του Οργανισμού, Αντόνιο Γκουτέρες, με την οποία κατηγορεί την Ελλάδα ότι «παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες με τη στρατιωτικοποίηση των νησιών σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο», καταδεικνύει, μεταξύ άλλων, δύο αλληλένδετα θέματα: Αφενός ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την επιμονή της με το συγκεκριμένο ζήτημα, αφετέρου τα λάθη που συνεχίζει να διαπράττει η χώρα μας στη διαχείριση του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Ας ξεκινήσουμε με το απλό ερώτημα. Γιατί η Τουρκία θέλει οπωσδήποτε να αποστρατιωτικοποιηθούν τα νησιά. Η απάντηση είναι εξίσου απλή και προφανής: Για να αποπειραθεί να τα καταλάβει. 

Ένα δεύτερο ερώτημα.
Πως φθάσαμε στο γελοίο αλλά επικίνδυνο σημείο, ενώ η Τουρκία παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο με κάθε τρόπο, απειλεί την Ελλάδα και την Κύπρο, διατηρεί παράνομα κατοχικά στρατεύματα στη Μεγαλόνησο, έχει σε ισχύ απειλή πολέμου για άσκηση νόμιμου ελληνικoύ κυριαρχικού δικαιώματος, έχει εισβάλλει σε ό,τι υπάρχει γύρω της, βρίσκει το θράσος να εγκαλεί την Ελλάδα για την αδιαπραγμάτευτη και επιβεβλημένη προστασία της επικράτειάς της;

Η απάντηση είναι και πάλι απλή. Επειδή η Ελλάδα δεν την καταγγέλλει διεθνώς, διαρκώς, επιμόνως και θορυβωδώς για όλα τα παραπάνω. Αφού δεν πράττει η Ελλάδα το αυτονόητο, διαπράττει η Τουρκία το αδιανόητο, (όπως έγινε και με την οριοθέτηση της «ΑΟΖ» με το καθεστώς Σαράζ στην Τρίπολη). Η Ελλάδα όχι μόνο δεν καταγγέλλει πειστικά και με ένταση την Τουρκία για την τερατωδώς παράνομη και αναθεωρητική πολιτική της, αλλά την «ξεπλένει» κιόλας στο διεθνές ακροατήριο.

Αποδέχεται «διερευνητικές επαφές» (λες και χρειάζεται διερεύνηση για τις προθέσεις της Τουρκίας), συζητά «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης» (που οδηγούν σε περιστολή νόμιμης ελληνικής στρατιωτικής δραστηριότητας), είναι πρόθυμη για «θετική ατζέντα» (το να συζητάς για «θετική ατζέντα» με κάποιον ο οποίος σε απειλεί με πόλεμο, αμφισβητεί και παραβιάζει καθημερινά την κυριαρχία σου, είναι παγκόσμια πρωτοτυπία).

Πόσο πειστική μπορεί να είναι η ελληνική επιχειρηματολογία για την επιθετικότητα της Τουρκίας, την οποία ούτως ή άλλως χλιαρά και γραφειοκρατικά καταγγέλλουμε και αυτό όποτε κλιμακώνει η Άγκυρα, όταν συζητάμε μαζί της όλα τα παραπάνω;
Και τώρα η Αθήνα βρίσκεται ενώπιον αυτού: «Θέλουμε για άλλη μια φορά να σας επισημάνουμε πως η Ελλάδα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της με βάση τις σχετικές συνθήκες για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών σε Αιγαίο και Μεσόγειο(…) Η Ελλάδα απειλεί την ασφάλεια της Τουρκίας με αυτή τη συμπεριφορά. Οι παραβιάσεις αυτές μπορεί να φέρουν κλιμάκωση της έντασης, η οποία θα έχει συνέπειες στην ειρήνη και την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή».

Αυτό είναι ένα απόσπασμα από την επιστολή της Τουρκίας στον ΓΓ του ΟΗΕ…

Είπαμε, θα ήταν αστείο αν δεν ήταν τόσο σοβαρό. Η «ανέμελη» Ελλάδα, αντί να καταγγέλλει 24 ώρες το 24ωρο, επτά ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο την Τουρκία, καταγγέλλεται από την Τουρκία επειδή φυλάει την επικράτειά της και δεν τη διευκολύνει να καταλάβει τα νησιά της.
Πιο γκροτέσκο πεθαίνεις. Ελληνική κυβέρνηση που θα συζητήσει αποστρατιωτικοποίηση των νησιών δεν υπάρχει (φανταζόμαστε) και αυτό η Τουρκία το γνωρίζει. Αυτό το οποίο επιδιώκει ανεβάζοντας το θέμα στην ατζέντα, είναι να αποτρέψει περαιτέρω ενίσχυση της άμυνας των νησιών με νέα, πιο αποτελεσματικά όπλα. Στο πλαίσιο του εξοπλιστικού προγράμματος οι ΕΔ συζητούν την απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων τα οποία μπορούν να ενισχύσουν θεαματικά την αποτρεπτική ισχύ των δυνάμεων στα νησιά και να «κλειδώσουν» τις τουρκικές μονάδες στις βάσεις και στα λιμάνια τους, ακυρώνοντας τα όποια σχέδια για απόπειρα απόβασης. Αυτό θέλει να προλάβει η Άγκυρα.

Κατόπιν τούτου η απόφαση της κυβέρνησης για ενίσχυση του οπλοστασίου ακριβώς με τέτοια συστήματα καθίσταται μονόδρομος.  Και μάλιστα πρέπει όχι απλώς αυτό να γίνει, αλλά πρέπει και να δημοσιοποιηθεί στο ανώτατο επίπεδο ως απάντηση, για να τελειώνει το καλαμπούρι, που δεν είναι καθόλου καλαμπούρι.