Ήρθε η ώρα της αποχώρησης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο;

Ήρθε η ώρα της αποχώρησης των βρετανικών βάσεων από την Κύπρο;



Του Χρήστου Μαζανίτη

Στις νομικές Συμφωνίες του Λονδίνου και της Ζυρίχης το 1959 και 1960 με τις οποίες ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ορίστηκαν οι Ελλάδα, Τουρκία και Μεγάλη Βρετανία ως εγγυήτριες δυνάμεις.

Η Μεγάλη Βρετανία πέτυχε αυτό που επιθυμούσε από το 1954, δηλαδή την διατήρηση των στρατιωτικών βάσεων στο «αεροπλανοφόρο της Μεσογείου» προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της.

Τις τελευταίες δεκαετίες η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει επισημάνει ουκ ολίγες φορές την προκλητική συμπεριφορά του Foreign Office, που διατηρούσε εξόφθαλμη στάση υπέρ των τουρκικών θέσεων.

Ωστόσο, με αφορμή την τελευταία προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας με την ωμή επεκτατική πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στα Βαρώσια και την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου, φαίνεται ότι ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής.

Στην εφημερίδα Φιλελεύθερος της Κύπρου δημοσιεύεται άρθρο στο οποίο επισημαίνεται η υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η συγκάλυψη του τουρκικού επεκτατισμού από την Μεγάλη Βρετανία, με αφορμή το τελικό κείμενο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και το προσχέδιο της ανακοίνωσης, στο οποίο όχι μόνο δεν καταγράφονταν τα αυτονόητα αλλά λίγο έλειψε να μην υπάρχει αναφορά στην Τουρκία.

Πλέον, υπάρχει έντονη συζήτηση για την συνέχιση της παραμονής των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο. Οι Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλιας είναι δύο περιοχές στο νησί της Κύπρου υπό Βρετανική διαχείριση ως Βρετανικό Υπερπόντιο Έδαφος, διοικούμενες ως Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1974, η εισβολή του Αττίλα σταμάτησε στα όρια των περιοχών των βάσεων, προφανώς ώστε να αποφευχθεί η στρατιωτική διένεξη με το Ηνωμένο Βασίλειο, που διατήρησε την γραμμή της ουδετερότητας.

Επιπλέον, στον Σταθμό Αγίου Νικολάου, λειτουργεί ένα από τα «σημεία ακρόασης» του δικτύου πληροφοριών του Συμφώνου UKUSA, γνωστού και ως Echelon, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως «Παγκόσμιος κοριός».

Μπορούν, λοιπόν, οι βάσεις να φύγουν έτσι απλά;

Όπως επισημαίνει ο κύπριος πρέσβης Τάσος Τζιώνης στην έκδοση «Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής» (τεύχος 70-71, χειμώνας 2017 – άνοιξη 2018) με τίτλο «Σκέψεις για δύο πτυχές του Κυπριακού (Θάλασσα, Βρετανικές Βάσεις)», «οι Βρετανικές Βάσεις και τα δικαιώματα των Βρετανών στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αποτελούν πρωτίστως αποικιακά κατάλοιπα· είναι κατά βάση οδυνηρή υπόμνηση μιας ανολοκλήρωτης απο-αποικιοποίησης, εκ μέρους των Βρετανών, και μιας ημιτελούς άσκησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, εκ μέρους του Κυπριακού λαού».

Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν η απόφαση της 25 Φεβρουαρίου 2019 του δικαστηρίου της Χάγης, που αποφάνθηκε ότι «η διαδικασία απο-αποικιοποίησης του Αγίου Μαυρίκιου δεν ολοκληρώθηκε νόμιμα».

Η απόφαση του δικαστηρίου, στο οποίο έδωσε το παρόν ως ενδιαφερόμενο μέρος η Κύπρος, επισημαίνει ότι «η Βρετανία πρέπει να αποχωρήσει το συντομότερο δυνατόν» ενώ σημειώνει πως η αποικιοκρατία «συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου». Μπορεί η απόφαση είναι συμβουλευτική και μη δεσμευτική όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση είναι αναφαίρετο, όπως και η κυριαρχία ενός κράτους, με την αποικιοκρατία να αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Άλλωστε, η εκδίδει αποφάσεις συμβουλευτικού χαρακτήρα, βασιζόμενες στην κοινή βούληση των αντισυμβαλλόμενων μερών.

Τότε, λίγο μετά την απόφαση, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, είπε ότι «είναι κάτι που χρήζει μελέτης, είναι μια γνωμάτευση και δεν είναι μόνο το ότι απλώς χρήζει μελέτης, είναι το αν και κατά πόσο και πότε εγείρεις, εάν δικαιολογείται, ένα ανάλογο αίτημα».

Στον αντίποδα, επισημαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν οι Άγγλοι να συνεχίζουν να κατέχουν το 3% των εδαφών της νήσου, να βρίσκονται απέναντι στις ελληνοκυπριακές θέσεις και να μην επηρεάζονται στο ελάχιστο τα συμφέροντά τους.

Το ζήτημα, μπορεί να αναχθεί και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού η ΕΕ θα κληθεί να απαντήσει στο ερώτημα του εάν αποδέχεται μία χώρα εκτός Ένωσης να διατηρεί βάσεις στο έδαφός της, σε περίπτωση που η κεντρική κυβέρνηση αποφασίσει την αποχώρησή τους.