Τα όπλα στην ΕΕ λιγοστεύουν και ο Πούτιν “χαμογελά από ικανοποίηση”



Ο Πούτιν είναι πιθανότατα ικανοποιημένος που τα όπλα στην ΕΕ εξαντλούνται, καθώς στέλνει τόσα πολλά στην Ουκρανία: Τα όπλα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαντλούνται επειδή έχουν δώσει τόσα πολλά στην Ουκρανία, είπε κορυφαίος ευρωπαίος διπλωμάτης, επαναλαμβάνοντας εκκλήσεις για ανανέωση των αποθεμάτων.

Ο Josep Borrell, ύπατος εκπρόσωπος της ΕΕ για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφάλειας, δήλωσε τη Δευτέρα: «Τα στρατιωτικά αποθέματα των περισσότερων κρατών μελών έχουν εξαντληθεί, δεν θα έλεγα ότι έχουν εξαντληθεί τελείως, αλλά έχουν εξαντληθεί σε μεγάλο ποσοστό, επειδή παρέχουμε πάρα πολλά στους Ουκρανούς», ανέφερε το Associated Press.

Πρόσθεσε κατά τη διάρκεια συζήτησης με τους ευρωπαίους νομοθέτες ότι οι χώρες πρέπει να συνεργαστούν για να αγοράσουν οπλικά συστήματα, καθώς αυτό θα ήταν φθηνότερο από το να το κάνει κάθε χώρα ξεχωριστά: «Πρέπει να γίνει αναπλήρωση. Ο καλύτερος τρόπος αναπλήρωσης είναι να το κάνετε μαζί. Θα είναι φθηνότερο».

Η ΕΕ πρότεινε τον Ιούλιο ένα ταμείο 500 εκατομμυρίων δολαρίων για τα κράτη μέλη να αγοράσουν μαζί όπλα προκειμένου να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους.

Ο Μπορέλ είπε επίσης τη Δευτέρα ότι η ΕΕ θα έπρεπε να είχε ξεκινήσει την εκπαίδευση των ουκρανικών στρατευμάτων πριν από ένα χρόνο, όταν ορισμένα κράτη μέλη το ζήτησαν.

Από την αρχή του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία, η ΕΕ έχει παράσχει στρατιωτική βοήθεια αξίας περίπου 2,5 δισ. ευρώ στην Ουκρανία μέσω της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ειρηνευτικής Διευκόλυνσης (EPF), με ορισμένα από τα όπλα να προέρχονται από τα αποθέματα των ίδιων των χωρών.

Προειδοποιήσεις για άδεια αποθέματα έχουν προηγηθεί και από κάποια κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσςης. Ενδεικτικό είναι ότι, την περασμένη εβδομάδα, η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας, Κριστίν Λάμπρεχτ, δήλωσε ότι το Βερολίνο «αγγίζει τα όριά του ως το προς τι μπορούμε να δώσουμε από την Μπούντεσβερ».

Τον Ιούλιο, οι έξι μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης δεν πρόσφεραν νέα διμερή στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία, σύμφωνα με το Kiel Institute for the World Economy.