Αναμονή, χωρίς βιασύνη, για τα F-35



Η εκάστοτε εξέλιξη της πολύπλοκης και συχνά προβληματικής αμερικανοτουρκικής σχέσης αποτελεί εκ των πραγμάτων σταθερά και της ελληνικής διπλωματίας, όσο δύσκολο κι αν είναι να γίνει δημόσια συζήτηση γι’ αυτό. Οι δυσκολίες ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Αγκυρα είναι πάντα πιθανόν να έχουν επιπτώσεις στα ελληνοτουρκικά, ενώ καλύτερη συνεννόηση ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο παράγοντες βοηθάει πάντα στην ύφεση, ειδικά τα τελευταία χρόνια.

Η τρέχουσα διαφωνία της Ουάσιγκτον με την Αγκυρα έχει αντικείμενο την ενίσχυση της τουρκικής αεροπορίας με F-16, αλλά και την αποδέσμευση βοήθειας που είναι αναγκαία για την αμυντική βιομηχανία της χώρας. Από την άλλη πλευρά, όπως είναι γνωστό, η Αγκυρα πρέπει (επιτέλους) να προχωρήσει στην έγκριση της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, την οποία η Ουάσιγκτον θεωρεί υψίστης σημασίας. Θεωρητικά, όλα αυτά θα κριθούν μετά τις 15 Ιανουαρίου, όταν αρχίζει ξανά τις εργασίες της η τουρκική εθνοσυνέλευση, αν και η Αγκυρα περιμένει κάποια κίνηση νωρίτερα από την Ουάσιγκτον.

Είναι προφανές ότι στην Αθήνα η μεγαλύτερη εικόνα περιλαμβάνει και τις εκλογές του Νοεμβρίου, που θα κρίνουν αν ο Τζο Μπάιντεν θα εξακολουθήσει να είναι πρόεδρος ή θα βρεθεί ξανά στον Λευκό Οίκο ο Ντόναλντ Τραμπ, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα δημιουργήσει ερωτηματικά μόνο για τη μελλοντική εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά για τον προσανατολισμό της Δύσης συνολικότερα.

Το αίτημα
Ωστόσο υπάρχουν και κάποια πιο πρακτικά ζητήματα, που αφορούν εν προκειμένω την προμήθεια μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 από την Πολεμική Αεροπορία (Π.Α.). Οπως είναι γνωστό, η Π.Α. έχει στείλει επιστολή αιτήματος για επιστολή αποδοχής (LoR for LoA) από τις ΗΠΑ, ήδη από τον Ιούνιο του 2022. Η Ουάσιγκτον –παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις– ουσιαστικά συνέδεσε την απάντηση αποδοχής στην Αθήνα, με την εξέλιξη του αιτήματος που είχε εν τω μεταξύ κάνει η Αγκυρα για προμήθεια νέων F-16 Viper και την αναβάθμιση παλαιότερων.

Στη λογική της αμερικανικής κυβέρνησης, η διατήρηση της Τουρκίας ένα τεχνολογικό βήμα πίσω από την Ελλάδα στον τομέα της αεροπορικής ισχύος υπηρετεί και την ανάγκη να μην ανοίξει περισσότερο το ήδη μεγάλο χάσμα σε άλλους τομείς εξοπλιστικών συστημάτων ανάμεσα στις δύο χώρες.

Η ελληνική παροικία στην Ουάσιγκτον πιέζει –και ενόψει Νοεμβρίου– για αποσύνδεση των F-35 από την αμερικανοτουρκική διαφορά για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Πιθανή προώθηση του αιτήματος της Αθήνας για F-35, δίχως παράλληλη έγκριση των F-16 Viper για την Αγκυρα, θα διευρύνει το χάσμα υπέρ της Π.Α. ακόμη περισσότερο, με επιπτώσεις που δεν αφορούν μόνο το Αιγαίο αλλά και τον γενικότερο προσανατολισμό της Τουρκίας, η οποία –βεβαίως– δεν μπορεί να μείνει χωρίς στόλο σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών.

Πρόκειται, πάντως, για ένα πάγιο αίτημα της ελληνικής ομογένειας και φίλων της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, που επισημαίνουν ότι η υπόθεση των ελληνικών F-35 δεν μπορεί να παραμένει σε ομηρία λόγω της αμερικανοτουρκικής διαφοράς για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Υπενθυμίζεται ότι αυτή τη στιγμή η τουρκική αεροπορία έχει να αντιμετωπίσει πολύ χαμηλές διαθεσιμότητες των μαχητικών αεροσκαφών της, λόγω ακριβώς αυτής της εκκρεμότητας. Η αγωνία αυτή αντικατοπτρίζεται και στην περιοδεία που έχουν κάνει επιτελείς και αξιωματούχοι της τουρκικής κυβέρνησης στις χώρες συμπαραγωγής του Eurofighter, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Ισπανία και Γερμανία, με την τελευταία να μη δίνει τη συγκατάθεσή της για εξαγωγή προς την Τουρκία.

Ως προς την απάντηση της Ουάσιγκτον στην Ελλάδα, υπενθυμίζεται ότι η αρχική επιστολή αιτήματος είχε βάση την προμήθεια 20 F-35A με την προαίρεση επέκτασης για ακόμη 20, δηλαδή συνολικά 40 αεροσκάφη σε βάθος χρόνου.

Τα δημοσιονομικά
Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές της «Κ», η καθυστέρηση απάντησης έως τώρα δεν προβλημάτισε καθόλου την Αθήνα, όπου, ούτως ή άλλως, υπήρχε μια ανησυχία για τον δημοσιονομικό χώρο που υφίσταται για νέα εξοπλιστικά. Αλλωστε φαίνεται ότι ήδη η Αθήνα κατευθύνεται σε έναν πιο περιορισμένο αριθμό αεροσκαφών σε πρώτη φάση – συγκεκριμένα 12 αντί για 20. Οπως όλα δείχνουν, τους πρώτους μήνες του 2024 η απάντηση που θα έρθει θα οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές, οι οποίες θα καταλήξουν και στα πιο πρακτικά βήματα.

Εφόσον η επιστολή αποδοχής φθάσει στην Αθήνα πράγματι στους πρώτους μήνες του 2024, οι συζητήσεις μπορεί να διαρκέσουν κάποιους μήνες για λόγους ουσιώδεις, καθώς αρκετοί στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας εκτιμούν ότι τα F-35 είναι δυνατόν να ενταχθούν σε καθεστώς χρηματοδότησης FMF (Foreign Military Financing), γεγονός που θα διευκόλυνε την ελληνική πλευρά, που αυτή την περίοδο επιχειρεί να βάλει σε προτεραιότητα τις αμυντικές δαπάνες της επόμενης πενταετίας. Πέρα, βέβαια, από τα ίδια τα F-35 ως «τεμάχια», η έναρξη διαπραγματεύσεων θα ανοίξει ξανά κάποια κεφάλαια που αφορούν την υποστήριξη και τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών γι’ αυτά τα συστήματα.

kathimerini.gr/-Βασίλης Νέδος