Αλλαγή επιχειρησιακού δόγματος και νέα εποχή στις Ένοπλες Δυνάμεις



Τι πρέπει να προσέξει η Ελλάδα
Από τον Περικλή Ζορζοβίλη

Τι πρέπει να προσέξει η Ελλάδα και πού πρέπει να στραφεί για τη μετάλλαξη του Ελληνικού Στρατού στις προκλήσεις της εποχής

Ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων για την κατεύθυνση της μετεξέλιξης των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΔ), που όμως συνεπάγονται σοβαρό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος, βρίσκονται το ελληνικό πολιτικό και στρατιωτικό οικοδόμημα, και οι πολίτες φορολογούμενοι, οι οποίοι θα πρέπει να αναλάβουν τα οικονομικά κόστη αλλά και τα βάρη της ενεργού συμμετοχής τους.
Η επίτευξη της δυνατότητας αποτελεσματικής ανταπόκρισης στις προκλήσεις ασφαλείας του 21ου αιώνα και της μετάβασης στον πολυπολικό κόσμο καθορίζεται και από την κατά τα τελευταία περίπου 30 χρόνια μετάλλαξη της μορφής του πολέμου. Ενδεικτική της συνεχούς και δυναμικής φύσης της μετάλλαξης είναι η διατύπωση πληθώρας όρων στην προσπάθεια περιγραφής της μορφής του, όπως πόλεμος τέταρτης ή πέμπτης γενιάς (4G/-5G Warfare), ασύμμετρος πόλεμος, μη συμβατικός πόλεμος, υπονομευτικός πόλεμος, απεριόριστος πόλεμος, πόλεμος γκρίζων ζωνών, υβριδικός πόλεμος κ.ά.

Ο τελευταίος απέκτησε ευρύτατη δημοσιότητα ως όρος το 2014, όταν τα περιβόητα «μικρά πράσινα ανθρωπάκια» (στρατεύματα της ρωσικής ομοσπονδίας με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου και με στολές μάχης πράσινου χρώματος χωρίς σήματα ή διακριτικά και παντελή έλλειψη ένδειξης της εθνικότητας) κατέλαβαν και προσάρτησαν την Κριμαία σε διάστημα περίπου πέντε εβδομάδων με ελάχιστες απώλειες των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.



– χαμηλότερη από την απαιτούμενη χρηματοδότηση (ακόμη και μετά τα μνημόνια),


– δραματική μείωση της απόδοσης των κλάσεων των στρατεύσιμων λόγω υπογεννητικότητας,

– κοινωνική και σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό της ουσιαστική απαξίωση της θητείας,

– ατελή θεσμικά επαγγελματικοποίηση που δεν εμπεριέχει στρατηγική εξόδου για την ηλικιακή ανανέωση του προσωπικού και η οικονομική υποστήριξη της οποίας συναντά πλέον δυσκολίες. Παρότι το 48% του τακτικού προϋπολογισμού αφορά τις παροχές σε εργαζομένους, οι μισθοί υπολείπονται σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα.

Ταυτόχρονα, η λόγω δυσάρεστων εμπειριών (κρίση των Ιμίων το 1996) απόδοση ιδιαίτερης έμφασης στη διαχείριση – αντιμετώπιση ελληνοτουρκικής κρίσης, ώστε να επιτευχθεί η εκτόνωσή της προτού εξελιχθεί σε σύρραξη και η παγιωμένη πλέον, στην ελληνική πολιτική τάξη, πεποίθηση περί πυροσβεστικής παρέμβασης τρίτου παράγοντα μετατόπισαν το κέντρο βάρους στην ανάπτυξη δυνατοτήτων ταχείας αντίδρασης και εκτέλεσης επιχειρήσεων «κάτω από το κατώφλι του πολέμου». Οπως π.χ. η Media Day της πρόσφατης νατοϊκής άσκησης Trojian Footprint 2024, η οποία διεξήχθη στο Λευκαντί Ευβοίας και αναπαριστούσε επιχείρηση παρακολούθησης και σύλληψης επικεφαλής παραστρατιωτικής οργάνωσης, που σε συνεργασία με ξένη χώρα οργάνωνε επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης.

Από το 2020 και μετά, υποβοηθούσης και της κρίσης των συνόρων, η μετατόπιση εξελίχθηκε σε στρέβλωση που επηρέασε τις βαρείες δυνάμεις, αυτές δηλαδή που αποτελούν τις κύριες δυνάμεις άμυνας, σε πολλούς τομείς. Στην απόδοση προτεραιότητας στην υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων, σε οργανωτικό επίπεδο (όπως η υπερβολική μεγέθυνση της διοίκησης σε επιπέδου Σώματος Στρατού [!] για την υπαγωγή αριθμού μονάδων ειδικών επιχειρήσεων και των Ειδικών Δυνάμεων), στην κατανομή του προσωπικού και στα ποσοστά στελέχωσης, στην ανάπτυξη των δυνάμεων στον χώρο, στην ανάπτυξη των υποδομών, στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, στην εκπαίδευση κ.λπ.

Εν όψει λοιπόν των αποφάσεων για την κατεύθυνση της μετεξέλιξης των ΕΕΔ, στο πολιτικό πλαίσιο της «Ατζέντας 2030» που ανακοίνωσε ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νικόλαος Δένδιας, επιβάλλεται η αξιολόγηση μιας αποδεδειγμένα επιτυχούς εναλλακτικής επιλογής, η οποία στον πυρήνα της έχει τη δυνατότητα επιτυχούς τερματισμού της σύρραξης μέσω της ανάπτυξης των εγχώριων δυνατοτήτων και του απαραίτητου όγκου δυνάμεων. Προφανώς, η επίτευξη αυτάρκειας αποτελεί φενάκη στον σημερινό διασυνδεμένο κόσμο, αλλά η δυνατότητα ισχυρής και αποφασιστικής δράσης στον κατάλληλο τόπο και χρόνο μπορεί να διαμορφώσει καθοριστικά τις εξελίξεις.

Υπό αυτήν την οπτική, εάν ήταν αναγκαίο να αναζητήσουμε μοντέλο για τη θητεία, την εκπαίδευση και την εφεδρεία, θα έπρεπε ίσως να το αναζητήσουμε στον Νότο και όχι στον Βορρά, από μία χώρα σαφώς μικρότερων στρατιωτικών δυνατοτήτων από την Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση το πρόβλημά μας δεν είναι η έλλειψη τεχνογνωσίας, αλλά η πολιτική βούληση να μπορούμε να νικήσουμε εφόσον εμπλακούμε σε σύρραξη.