Φέτος τον Γενάρη συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από την εθνική τραγωδία και αποτυχία της Ελλάδος στα Ίμια. Η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε μια απρόσμενη και ολέθρια περιπέτεια που ξεκίνησε η προκλητική αναθεωρητική Τουρκία καταρρακώνοντας έτσι όλο το πανελλήνιο. Ας κάνουμε μια ανασκόπηση της περιόδου εκείνης με το πρίσμα πάντα της ιστορικής έρευνας ώστε να αποκλείσουμε αμφισβητήσεις, να αποφευχθούν ανακρίβειες και να προβληματιστούμε, άραγε μπορούσε να αποτραπεί εξ αρχής η όποια προσβολή;
Αρχικά τα Ίμια ήταν υπό ελληνική διοίκηση και ενσωματώθηκαν μαζί με τα Δωδεκάνησα στην ελληνική επικράτεια ήδη από το 1947 με την Συνθήκη των Παρισίων. Πιο συγκεκριμένα προ της κρίσης του 1996, τα Ίμια ήταν ξεκάθαρα ελληνικά και καταγράφονται σε επίσημα κρατικά έγγραφα (ως «Λιμνιά» Μεγάλο και Μικρό) όπως π.χ στο πρακτικό των «στρατιωτικώς κατεχομένων εδαφών της Δωδεκανήσου» τον Ιούνιο του 1947 αλλά και στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στον ν.547/1948 όπου επισήμως εντάχθηκαν διοικητικά στην Κάλυμνο. Η Συνθήκη του 1947 αφενός έδωσε την ευκαιρία στην εδαφική επέκταση της Ελλάδος αφετέρου όμως επέβαλλε την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση σε όλο το σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων.
Η Ελλάδα είχε εγκαταστήσει στρατιωτικές δυνάμεις εθνοφυλακής στα Δωδεκάνησα επικαλούμενη ευρωπαϊκές αμυντικές συμμαχικές διατάξεις αλλά και το δικαίωμα στην νόμιμη υπεράσπιση της εθνικής της κυριαρχίας. Η εθνοφυλακή ενισχύθηκε δε σημαντικά μετά την κυπριακή τραγωδία το 1974 αλλά και τις μετέπειτα τουρκικές παραβιάσεις κατά την διάρκεια της μεταπολίτευσης. Στα Ίμια από το 1947 μέχρι και το 1996 δεν υπήρχαν ούτε σημαίες, ούτε στρατιώτες και ούτε κάτοικοι, ενώ πηγές και έγκυρες μαρτυρίες αναφέρουν ότι στα Ίμια πήγαιναν Έλληνες ψαράδες και βοσκοί για αλιεία και εκτροφή αιγοπροβάτων αντίστοιχα. Σε χάρτες: ιταλικό(1928), γερμανικό(1944), αγγλικό(1946), τουρκικό ! (1956), αμερικανικό (μαρτυρία ΓΕΕΘΑ Λυμπέρη) και φυσικά της ΓΥΣ πιστοποιείται ότι τα Ίμια υπάγονταν στην ελληνική επικράτεια και ότι απείχαν απόσταση 1,9 μίλια από το ελληνικό νησί Καλόλιμνος και 3,8 μίλια από την τουρκική ακτή.
Η κατάσταση εσωτερικά στην Τουρκία ήταν σε αναβρασμό λόγω πολιτικής αστάθειας με μια εθνικίστρια πρωθυπουργό να αναπτύσσει ολοένα και περισσότερο τον αντιδραστικό αιμοδιψή λόγο της με σκοπό να ξεσπάσουν εις βάρος της Ελλάδας όλα «τα εν οίκω μη εν δήμω» της γείτονος χώρας με την συνοδεία του κεμαλικού ιδεολογικού αφηγήματος. Το υπάρχον κυβερνητικό σχήμα στην Ελλάδα ακολουθούσε τα χνάρια της μεταρρυθμιστικής πορείας που είχε χαράξει ο Α. Παπανδρέου στις κυβερνήσεις του από τη δεκαετία του 80 μέχρι και τον κρίσιμο Γενάρη του 1996 όπου πριν τα επεισόδια έχει ήδη παραιτηθεί για λόγους υγείας και έχει αναλάβει την πρωθυπουργία ο κομματικά εκλεγμένος Κ.Σημίτης. Η ελληνική κυβέρνηση το 1995 είχε εκδηλώσει το έντονο ενδιαφέρον της για την αξιοποίηση μικρών νησιών στο Αιγαίο στα πλαίσια δημιουργίας έργων υποδομών και διευκόλυνσης ακριτικής διαβίωσης, με αποτέλεσμα ακόμη και οι βραχονησίδες αν κάποτε αποκτούσαν κατοίκους τότε θα μπορούσαν θεωρητικά να επιδιώξουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, γεγονός που θα δημιουργούσε πονοκέφαλο στους Τούρκους.
Η αναθεωρητική Τουρκία είχε ήδη δώσει το στίγμα της προκλητικής παραβίασής της στο Αιγαίο με τις κρίσεις του 1976 (Χόρα) και 1987 (Πίρι Ρέις) και μια χρονιά πριν την κρίση των Ιμίων το 1995 όπου δήλωσε επίσημα την απειλή κήρυξης πολέμου εφόσον η Ελλάς επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της στα 12μίλια. Από το καλοκαίρι του 1995 που ανακοινώθηκε η τρανταχτή αυτή απειλή από την πρωθυπουργό κιόλας της Τουρκίας, ο ελληνικός στρατιωτικός μηχανισμός για την εντατική επιτήρηση ακόμη και στα Ίμια, ενεργοποιήθηκε εκ των υστέρων αφού σημειώθηκαν η τουρκική παραβίαση στις βραχονησίδες με φορτηγόπλοιο τα Χριστούγεννα 1995 και η διακοίνωση του Τούρκου ΥΠΕΞ στις 29/12/1995 ότι τα «Kardak»(Ίμια) ανήκαν στην τουρκική επικράτεια. Ενδεχομένως λοιπόν μετά από τέτοιους επικίνδυνους «συναγερμούς» αν δεν υπήρχε αυτή η καθυστέρηση από μέρους της ελληνικής πλευράς και αν η τότε στρατιωτική ηγεσία της επιχειρησιακής ευθύνης για τα Ίμια διέταζε από ενωρίτερα συστηματικούς οργανωμένους περιπόλους στην κρίσιμη αυτή περιοχή, τότε ίσως και να είχαν αποφευχθεί τα χειρότερα που επακολούθησαν.
Επομένως στην πρόκληση του Δεκέμβρη του 1995 αντί να θωρακιστούν και να φυλαχθούν άμεσα τα ακριτικά Ίμια από την υπάρχουσα ελληνική τοπική και ανωτέρα στρατιωτική διοίκηση, έγιναν ο εύκολος στόχος για τον «πόλεμο που σημαιών» που ξεκίνησε έναν μήνα αργότερα στις 22 Ιανουαρίου 1996 με την πατριωτική μεν αλλά αυθόρμητη δε και ατομική πρωτοβουλία του δημάρχου Καλύμνου να τοποθετήσει την ελληνική σημαία στην Ανατολική Ίμια. Στις 27 Ιανουαρίου 1996 τουρκικό συνεργείο της εφημερίδας Hurriyet αφαιρεί από την βραχονησίδα την ελληνική σημαία και τοποθετεί την τουρκική. Επεμβαίνει δυναμικά ο ελληνικός στρατός την επομένη στις 28/01/1996 με μια ομάδα 7 άξιων ανδρών των τιμημένων ΟΥΚ όπου επανατοποθετούν την ελληνική σημαία αφαιρώντας την τουρκική. Έκτοτε ξεκινάει η κλιμάκωση της κρίσης με τα Ίμια να περιβάλλονται από πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη των δυο αντιμαχόμενων χωρών, προκαλώντας την εμπλοκή των ΗΠΑ ώστε να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις και συζητήσεις με σκοπό την αποκλιμάκωση.
Οι συζητήσεις εντός του ελληνικού τραπεζιού στις 30/01/1996 θύμιζαν «Πύργο της Βαβέλ» αφού το πολιτικό κυβερνητικό επιτελείο Σημίτη προσδοκούσε στην επίλυση του ζητήματος με διπλωματικό τρόπο μακριά από κάθε ένοπλη συμπλοκή και αντιθέτως η στρατιωτική ηγεσία επέμενε για χτύπημα και έναρξη σύγκρουσης επικαλούμενη το πλεονέκτημα υπεροπλίας στην περιοχή. Το ερώτημα εδώ είναι ότι αν χτυπούσε ο ελληνικός στρατός σε τι περιπέτεια πολέμου θα έμπαινε η χώρα και τι μεγέθους αντίποινα θα έσπευδε να ανταποδώσει η αιμοβόρα εθνικιστική Τουρκία; Ήμασταν πράγματι έτοιμοι; Ερωτήματα τα οποία προπαντός ανήκουν στα χωράφια διεθνολόγων, γεωστρατηγικών και πολιτικών αναλυτών. Στις 31 Ιανουαρίου η δυτική Ίμια στις 2π.μ έχει καταληφθεί από τις τουρκικές ειδικές δυνάμεις και στην Ανατολική Ίμια προϋπάρχει η ελληνική αποστολή βατραχανθρώπων.
Το ΓΕΝ αποφασίζει να στείλει πολεμικό ελικόπτερο σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες και νύχτα, ώστε στις 4π.μ να απονηώνεται και πετά πάνω από τη δυτική Ίμια ανοίγοντας μάλιστα προβολέα και γίνεται απευθείας σημείο αναφοράς από τους Τούρκους κομάντος που καιροφυλακτούσαν πάνω στη βραχονησίδα. Τέσσερις κύκλους έκανε το ελικόπτερο γύρο από την περιοχή και κατά την επιστροφή του στην φρεγάτα «Ναυαρίνον» το πλήρωμα του ελικοπτέρου ενημερώνει ότι έχει κάποια βλάβη κι επιπλέον ζητά από τη φρεγάτα να ανάψει φώτα για καλύτερη ορατότητα.
Ακριβώς την επόμενη στιγμή χάνεται το σήμα της επικοινωνίας, το ελληνικό ελικόπτερο πέφτει και μαζί του σκοτώνονται οι τρείς εθνικοί ήρωες Έλληνες αξιωματικοί Χριστόδουλος Καραθανάσης, Παναγιώτης Βλαχάκος και Έκτωρ Γιαλοψός οι οποίοι αψήφησαν τον όποιο ολέθριο κίνδυνο μιας μοιραίας εντολής προς εκτέλεση του ιερού καθήκοντος και έδωσαν την ζωή τους για την πατρίδα. Ενώ τα πτώματα των πεσόντων αξιωματικών βρίσκονταν στο βυθό του Αιγαίου, η υπόθεση για τα Ίμια είχε πλέον κλείσει μόλις τις πρώτες πρωινές ώρες την ίδια μέρα και οι δυο βραχονησίδες θα επέστεφαν στο ίδιο καθεστώς προ κρίσης.
Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα επιτρέπονταν ούτε σημαίες, ούτε στρατιώτες, ούτε πλοία δηλαδή τα Ίμια θα περνούσαν στο λεγόμενο γκριζάρισμα και η Τουρκία θα έβρισκε πλέον πρόσφορο έδαφος για : την θεωρία των γκρίζων ζωνών εις βάρος της Ελλάδας, την αναβίωση μιας νεοοθωμανικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής τον 21ο αιώνα και την αδιάκοπη παραβίαση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας. Η κρίση στα Ίμια μας διδάσκει ότι για την αντιμετώπισή μια παρόμοιας κατάστασης προϋποτίθενται: ένας στρατός εθνικά γαλουχημένος δίχως συγκεκριμένους τωρινούς ιδεοληπτικούς στασιαστές, ένας ατσάλινος αμυντικός εξοπλισμός που σήμερα τείνουμε να διαθέτουμε με σκληρές προσπάθειες που καταβάλλει το ΥΠΕΘΑ αλλά πρωτίστως η συμπαγής εθνική ενότητα και ομοφωνία του στρατού, της πολιτικής ηγεσίας και της ελληνικής κοινωνίας.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΡΥΦΤΟΣ - Ιστορικός (BA, MA) /ελεύθερος αρθρογράφος
Πηγές :
• Άγγελος Συρίγγος, «Ελληνοτουρκικές σχέσεις», εκδ: ΠΑΤΑΚΗ, Αθήνα,2021
• Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, «Το καθεστώς των νησίδων στο Νοτιοανατολικό Αιγάιο», εκδ:Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2018
