Απίστευτη προπαγάνδα από τους Τούρκους. Τουρκικός λογαριασμός στο Χ, ο οποίος έχει σχέσεις με την Τουρκική ΜΙΤ, αναφέρει τα εξής:
”Ήρθε η ώρα ο μουσουλμανικός κόσμος να βοηθήσει τους Αλβανούς αδελφούς μας να απελευθερώσουν την κατεχόμενη Τσαμουριά από τους Έλληνες τρομοκράτες.”
Δείτε την ανάρτηση:
Οι Τσάμηδες, η Τσαμουριά και η ιδέα της «Μεγάλης Αλβανίας»
Τα τελευταία χρόνια, με την ανοχή της αλβανικής κυβέρνησης και χωρίς να αποκλείεται έξωθεν καθοδήγηση, πληθαίνουν οι προκλήσεις και οι διεκδικήσεις των αυτοαποκαλούμενων Τσάμηδων από την Ελλάδα.
Το 2012 περίπου τέσσερις χιλιάδες «Τσάμηδες» έκαναν πορεία στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, στο τελωνείο Μαυροματίου Σαγιάδας Θεσπρωτίας, από την αλβανική πλευρά, διεκδικώντας την επιστροφή του περιουσιών τους και το δικαίωμα να επισκέπτονται την Ελλάδα. Πρώτα είχαν σταματήσει στο «Μνημείο Γενοκτονίας», όπως το ονομάζουν, στην Τζάρα Αγίων Σαράντα. Βασικός ομιλητής ήταν ο πρόεδρος του Τσάμικου Κόμματος στην Αλβανία Σπετίμ Ιντρίζι.
Την ίδια ώρα η γειτονική μας Τουρκία εγείρει ζητήματα που αμφισβητούν την εθνική μας κυριαρχία.
Πρόκειται για σημαντικές εξελίξεις και εάν δε δοθεί η πρέπουσα σημασία οι συνέπειες μπορεί να είναι ανυπολόγιστες δεδομένου ότι η χώρα μας βρίσκεται στην πλέον αδύναμη θέση εδώ και χρόνια, με πολλά μέτωπα ανοιχτά και περιορισμένη ισχύ στη διεθνή σκακιέρα.
Ωστόσο το να μιλά κανείς σήμερα στην Ελλάδα για τέτοιου είδους ζητήματα κινδυνεύει να χαρακτηρισθεί το λιγότερο ως εθνικιστής από ομάδες που υποστηρίζουν και προωθούν συγκεκριμένη ατζέντα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και εκείνοι, οι πραγματικά πατριδοκάπηλοι, που ψάχνουν την ευκαιρία για να υποστηρίξουν ακραίες θέσεις. Φαινόμενα εμφυλιοπολεμικά, τα οποία ακόμη κατατρέχουν την ελληνική κοινωνία.
Η ιστορία ενός λαού εάν δεν τύχει του απαραίτητου σεβασμού μπορεί να στοιχειώσει τις γενιές που μέλλει να έρθουν. Ένας λαός με ιστορικό Αλτσχάιμερ δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί σε επώδυνες περιπέτειες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πατρίδα μας, δεδομένου ότι δεν είναι Ελβετία, αλλά γεωγραφικά βρίσκεται σε μια παράξενη και δύσκολη γειτονιά, όπου ακόμη υπάρχουν ανοιχτές πληγές και όπως φαίνεται κακοφορμίζουν επικίνδυνα.
Όμως η πλειονότητα του λαού και ιδίως οι πιο νέοι, δεν έχουν τα απαραίτητα γνωστικά εκείνα εργαλεία για να μπορέσουν να κρίνουν και να αξιολογήσουν τέτοια πολύπλοκα ζητήματα, αλλά ακόμη περισσότερο, ηθελημένα ή αθέλητα υπάρχει ιστορική άγνοια.
Με τη συμφωνία των Αθηνών το 1913, μας λέει, οι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε την οθωμανική, είτε την ελληνική υπηκοότητα. Σε περίπτωση που επέλεγαν την πρώτη, ήταν υποχρεωμένοι να αναχωρήσουν για την Τουρκία μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα. Η εφαρμογή όμως της διάταξης αυτής, συνεχίζει, υπήρξε προβληματική.
«Μια όχι και τόσο μικρή ομάδα Μουσουλμάνων ενώ είχε επιλέξει την οθωμανική υπηκοότητα δεν αναχώρησε ποτέ για την Τουρκία ή αναχώρησε και επέστρεψε ξανά στην περιοχή. Από τα διοικητικά έγγραφα της εποχής προκύπτει ότι τα ίδια πρόσωπα άλλοτε επικαλούνται την οθωμανική υπηκοότητα, άλλοτε την ελληνική υπηκοότητα, χωρίς αναφορά σε αλβανική καταγωγή, και άλλοτε την ελληνική υπηκοότητα αλλά με αναφορά σε μειονοτική ιδιότητα, ανάλογα με το τι επιβάλλει η περίσταση.
Ένα μεγάλο ποσοστό Μουσουλμάνων Τσάμηδων – πάνω από το 50% – είχαν πάρει μετά το 1924 την απόφαση να αναχωρήσουν για τη Μικρά Ασία, δηλώνοντας τουρκική καταγωγή. Ενώ η ελληνική πλευρά ενθάρρυνε αυτή την προοπτική, τόσο η Μικτή Επιτροπή του Συμβουλίου της Κοινωνίας των Εθνών, όσο και οι δύο άλλες ενδιαφερόμενες χώρες (Τουρκία και Αλβανία) εξέφρασαν ισχυρές αντιρρήσεις και αντιστάσεις στην υλοποίηση αυτής της συμφωνίας ζητώντας να εξαιρεθούν ουσιαστικά όλοι οι Μουσουλμάνοι της Θεσπρωτίας από την ανταλλαγή. Την ίδια στιγμή η ελληνική πολιτική απέναντι στο θέμα αυτό σημαδεύεται από παλινωδίες και παλινδρομήσεις, π.χ. με την ανατροπή μιας συμφωνίας που είχε ήδη δρομολογηθεί για τη μετακίνηση προς την Τουρκία ενός αριθμού Μουσουλμάνων της περιοχής εκ μέρους του στρατηγού Πάγκαλου. Τελικά η Ελλάδα συγκατατέθηκε το 1928 με την εξαίρεση του συνόλου του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας από την ανταλλαγή».
Οι μαζικοί εξισλαμισμοί στην Ήπειρο τον 17ο αιώνα
Όλοι σχεδόν οι επιστήμονες και συγγραφείς αναφέρουν ότι οι μαζικοί εξισλαμισμοί στη Θεσπρωτία, ιδιαίτερα, και στην υπόλοιπη Ήπειρο, ξεκίνησαν μετά την αποτυχία της επανάστασης που είχε αρχηγό τον επίσκοπο Τρίκκης (Τρικάλων) Διονύσιο τον Φιλόσοφο και έγινε το 1611. Οι επαναστάτες ξεκίνησαν από την ιερά μονή Αγίου Δημητρίου Διχουνίου και έφτασαν ως τα Γιάννενα. Δυστυχώς η έλλειψη οργάνωσης των επαναστατών είχε σαν αποτέλεσμα αυτή να πνιγεί στο αίμα. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός, ενώ οι περισσότεροι οπαδοί του αποκεφαλίστηκαν. Καθώς οι περισσότεροι επαναστάτες κατάγονταν από την Παραμυθιά και γενικότερα τη Θεσπρωτία, η περιοχή γνώρισε την αγριότητα των Οθωμανών. Πολλοί κάτοικοί της έγιναν με τη βία μουσουλμάνοι, ενώ άλλοι εξισλαμίστηκαν εκούσια για να αποφύγουν την τουρκική μανία. Οι μαζικοί εξισλαμισμοί συνεχίστηκαν ως τον 19ο αιώνα.
Οι Τσάμηδες μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου
Η Θεσπρωτία απελευθερώθηκε από τον Ελληνικό Στρατό το 1913. Οι Τσάμηδες που είχαν αρχίσει σταδιακά να απομακρύνονται από τον κοινό εθνοφυλετικό κορμό παρέμειναν στην περιοχή, απολαμβάνοντας την προστασία των δικαιωμάτων τους από την Ελληνική Πολιτεία και χωρίς να γίνεται καμία διάκριση σε βάρος τους. Οι Ιταλοί προσπάθησαν σταδιακά να δημιουργήσουν στους Τσάμηδες μια πλασματική αλβανική συνείδηση, χωρίς αποτέλεσμα. Οι Τσάμηδες εξακολουθούσαν να έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς την Τουρκία. Οι περισσότεροι αυτοπροσδιορίζονταν ως «Τούρκοι». Μάλιστα, αρκετοί είχαν εγκατασταθεί στη γειτονική χώρα. Μετά τη Συνθήκη των Σεβρών (1920) στο παιχνίδι μπήκαν και οι κεμαλικοί. Μαζί με τους Ιταλούς προσπάθησαν να δημιουργήσουν αλβανική εθνική συνείδηση στους μουσουλμάνους της Θεσπρωτίας, ώστε σε δεδομένη χρονική στιγμή να χρησιμοποιηθούν ως αντίβαρο στους Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν χάσει τις ελπίδες τους για ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια.
Όταν οι Ιταλοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940 είχαν στο πλευρό τους και Αλβανούς, τη χώρα των οποίων είχαν καταλάβει το 1939. Στους γείτονές μας ο Μουσολίνι είχε υποσχεθεί τη «Μεγάλη Αλβανία», με παραχώρηση της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, ίσως και άλλων περιοχών. Παράλληλα, πολλοί στρατεύσιμοι Τσάμηδες πέρασαν τα σύνορα και εντάχθηκαν στις τάξεις του Ιταλοαλβανικού Στρατού. Αποτελούσαν ξεχωριστή στρατιωτική μονάδα, υπό τους Αζίζ Τσάμην και Μοχαρέφ Ντέμη. Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα, Τσάμηδες ως ανιχνευτές και οδηγούς. Τις πρώτες μέρες του πολέμου, με τη μικρή υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, οι Τσάμηδες άρχισαν τις δολοφονίες Χριστιανών Ελλήνων. Με την υποχώρηση των Ιταλών και την ανεύρεση του αρχείου των Τσάμηδων στην Παραμυθιά, αποκαλύφθηκε ο προδοτικός ρόλος Τσάμηδων πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών (μουφτήδες Φιλιατών και Παραμυθιάς). Η κυβέρνηση Μεταξά συνέλαβε αρκετούς Τσάμηδες που είχαν προβεί σε ανθελληνικές ενέργειες και τους εκτόπισε αρχικά στην Κόρινθο και στη συνέχεια στη Χίο. Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα και την τριπλή κατοχή (από Γερμανούς, Βούλγαρους και Ιταλούς) η Θεσπρωτία ανήκε στη «ζώνη ευθύνης» της Ιταλίας.
Οι Τσάμηδες και με τη βοήθεια των Ιταλών προέβησαν σε μαζικές δολοφονίες (σχεδόν 2.000 Έλληνες Χριστιανοί ήταν οι νεκροί), λεηλασίες περιουσιών, πυρπολήσεις χωριών κ.ά. Η σφαγή των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς στις 25/9/1943 από τους Γερμανούς, μετά από πιέσεις των Τσάμηδων, η καταστροφή των χωριών του Φαναρίου, οι βιασμοί και οι κακοποιήσεις γυναικών κ.ά. ήταν μερικά από τα εγκλήματα των Τσάμηδων. Αρχηγοί τους ήταν οι Μαζάρ και Νουρί Ντίνο, με τον ξάδελφό τους Ρετζέπ Ντίνο.
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943, οι Τσάμηδες εντάχθηκαν στις τάξεις των Γερμανών και συμμετείχαν σε επιχειρήσεις εναντίον Ελλήνων. Επρόκειτο για περίπου 3.000 Τσάμηδες. Από το καλοκαίρι του 1944 τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν για τους Γερμανούς. Στην περιοχή της Θεσπρωτίας δρούσαν δυνάμεις του ΕΔΕΣ, της αντιστασιακής οργάνωσης του Ναπολέοντα Ζέρβα.
Τον Μάρτιο του 1945 ξεκίνησε η διαδικασία της ποινικής δίωξης των Τσάμηδων για τα εγκλήματά τους στα χρόνια της Κατοχής και τη συνεργασία τους με τους κατακτητές. Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Ιωαννίνων με την υπ’ αριθμ. 344/23/5/1945 καταδίκασε ερήμην 1.930 Τσάμηδες, πολλούς απ’ αυτούς σε θάνατο. Η ακίνητη περιουσία των Τσάμηδων απαλλοτριώθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο. Στην απογραφή του 1951 οι Τσάμηδες ήταν μόλις 77. Το θέμα συντηρείται μέχρι σήμερα από αλβανικούς εθνικιστικούς κύκλους, με την ανοχή και υποστήριξη της γειτονικής χώρας αλλά και την ενθάρρυνση της Τουρκίας που δραστηριοποιείται στην περιοχή της Κονίσπολης, μια ανάσα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα…

