Ένας γενικευμένος ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν φαίνεται πιθανός, κυρίως για διπλωματικούς λόγους. Εδώ και δεκαετίες όμως, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από κρίσεις, μικρές ή μεγάλες, μέσα από τις οποίες η Τουρκία προσπαθεί να δημιουργήσει τετελεσμένα και να επιτύχει διπλωματικό κέρδος εις βάρος της χώρας μας.
Ωστόσο, όσο απίθανος και αν φαίνεται ο γενικευμένος πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας δεν μπορούμε και να τον αποκλείσουμε. Σε περίπτωση που ξεσπάσει οι επιχειρήσεις θα πραγματοποιηθούν κατά μήκος των συνόρων των δύο (2) χωρών, δηλαδή στη Θράκη και το Αιγαίο. Τα μέτωπα της Θράκης και του Αιγαίου έχουν κάποια βασικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά, τα οποία προδιαθέτουν για συγκεκριμένες επιχειρησιακές επιλογές επί του πεδίου, δεδομένου ότι η γεωγραφία είναι καταλυτικός παράγοντας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά, και πολύ περισσότερα, γνωρίζουν πολύ καλά τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τούρκοι επιτελείς, οι οποίοι φυσικά σχεδιάζουν και προσαρμόζουν τις επιχειρήσεις ανάλογα.
Το χερσαίο μέτωπο ενός δυνητικού ελληνοτουρκικού πολέμου είναι η Δυτική και Ανατολική Θράκη, εκατέρωθεν του ποταμού Έβρου, ο οποίος είναι το φυσικό σύνορο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Ο Έβρος έχει μήκος, από το βόρειο άκρο του προγεφυρώματος της Αδριανούπολης μέχρι τις εκβολές του, 204 χιλιόμετρα περίπου και το πλάτος του κυμαίνεται από τα 50 έως 100 μέτρα. Το μέγιστο βάθος του είναι περί τα δύο (2) μέτρα, ανάλογα την περιοχή. Η ροή του αυξομειώνει ανάλογα με την εποχή, ενώ συχνά σημειώνονται πλημμύρες ή υπερχειλίσεις. Ενώ τα ελληνοτουρκικά σύνορα συμπίπτουν με τον ποταμό, υπάρχουν τρείς (3) εξαιρέσεις: Το προγεφύρωμα του Κάραγατς, στα βόρεια, με μήκος συνοριογραμμής περί τα 11 χιλιόμετρα, το τουρκικό προγεφύρωμα, δυτικά του Έβρου, απέναντι από τις Φέρρες και τα δύο (2) ελληνικά προγεφυρώματα ανατολικά του ποταμού, ένα (1) βόρεια των Φερρών, απέναντι από τη Βρυσούλα, και ένα (1) στο «Δ» του Έβρου, που ξεκινά εννέα (9) χιλιόμετρα περίπου πριν την εκβολή του ποταμού στο Αιγαίο.
Το έδαφος της Δυτικής Θράκης χαρακτηρίζεται ως ορεινό, με αρκετές πεδινές εκτάσεις, κυρίως στο βόρειο κομμάτι του Νομού Έβρου, από τον άξονα Μεταξάδες-Διδυμότειχο και βόρεια. Η Ανατολική Θράκη είναι κυρίως πεδινό έδαφος, αλλά με αρκετούς παραπόταμους, οι οποίοι καταλήγουν στον κύριο ποταμό Εργίνη και αυτός στον Έβρο. Ο Εργίνης δεσπόζει, μαζί με τους πολλούς παραποτάμους του (οι οποίοι ξεκινούν αρκετά ανατολικά), στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της Ανατολικής Θράκης. Έχει ροή οριζόντια προς τον Έβρο, με κατεύθυνση προς το Διδυμότειχο, αλλά στο ύψος του Ουζούν Κιοπρού, η ροή του στέφεται απότομα προς το νότο και καταλήγει στον Έβρο, στο ύψος του χωριού Τυχερό. Συνεπώς, οι κεντρικές και δυτικές περιοχές της Ανατολικής Θράκης παρουσιάζουν πολλά και σημαντικά υδάτινα καλύμματα. Στο νότο η Ανατολική Θράκη βρέχεται από το Αιγαίο και την Προποντίδα, ενώ από τον Έβρο μέχρι και την Κωνσταντινούπολη χαρακτηρίζεται από συνεχώς μειούμενο μέτωπο.
Η Δυτική Θράκη στενεύει από τον άξονα Μικρό Δέρειο-Μάνδρα και βόρεια, όπου το βάθος της ελληνικής επικράτειας περιορίζεται στα 20-40 χιλιόμετρα περίπου. Το στένεμα αυτό είναι αποτέλεσμα της συνοριακής γραμμής Ελλάδας-Βουλγαρίας, η οποία από το Μικρό Δέρειο και βόρεια ακολουθεί βόρεια πορεία, περνά τον ποταμό Άρδα και στη συνέχεια στρέφει ανατολικά, συναντά τον Έβρο (στο ύψος του Ορμένιου) και καταλήγει στο λεγόμενο τριεθνές, όπου συναντώνται τα σύνορα Βουλγαρίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Βόρεια του Άρδα, η ελληνική επικράτεια σχηματίζει «τρίγωνο» μικρής έκτασης. Στο νότο οι ακτές της Δυτικής Θράκης βρέχονται από το Αιγαίο Πέλαγος και κατά μήκος των ακτών σχηματίζονται πολλές μικρές πεδινές εκτάσεις. Εκτός του Άρδα, το βόρειο τμήμα του Νομού Έβρου έχει και δύο (2) άλλους παραποτάμους: Τον Ερυθροπόταμο (άξονας Πόλια-Διδυμότειχο) και το Ποτιστικό Ρέμα (άξονας Μικρό Δέρειο-Μάνδρα). Το κύριο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής έχει κατεύθυνση προς την Αλεξανδρούπολη και από εκεί κατευθύνεται βόρεια ακολουθώντας το ρου του Έβρου.
Αυτά είναι τα βασικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά του μετώπου του Έβρου, δηλαδή της Δυτικής και Ανατολικής Θράκης. Στο πλαίσιο αυτών των χαρακτηριστικών το να κάνουμε υποθέσεις για τα επιχειρησιακά σχέδια των Τούρκων θα ήταν άτοπο. Το μόνο τουρκικό επιχειρησιακό σχέδιο που έχει δει το φως της δημοσιότητας (το 2010) είναι το «Σχέδιο Βαριοπούλα» («Balyoz Harekâtı»). Επρόκειτο για ένα (1) σχέδιο πραξικοπήματος στην Τουρκία, το οποίο σχεδιάστηκε το 2003, ως απάντηση των κεμαλιστών στην κυβέρνηση Ερντογάν. Στόχος του σχεδίου ήταν η αποσταθεροποίηση και η πτώση του Ερντογάν. Σύμφωνα με τουρκικά δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου, τα οποία κάλυψαν εκτενώς το σχέδιο, μια (1) από τις παραμέτρους του ήταν και ένας (1) πόλεμος της Τουρκίας με την Ελλάδα. Οι επιχειρησιακοί παράμετροι του σχεδίου, όπως καταγράφηκαν από τον τουρκικό τύπο, ανέφεραν ότι η κύρια προσπάθεια της Τουρκίας θα γινόταν στον κεντρικό και το βόρειο τομέα του Έβρου, με δύο (2) ταυτόχρονες επιθετικές επιχειρήσεις, οι οποίες «κουμπώνουν» με τη γεωγραφία της Δυτικής Θράκης.
Μια (1) τουρκική ενέργεια θα έχει ως στόχο τη διείσδυση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή μεταξύ του Ερυθροποτάμου και του Ποτιστικού Ρέματος. Πρόκειται για ορεινή περιοχή, που οριοθετούν οι κοιλάδες που σχηματίζουν οι δύο (2) ποταμοί. Το μήκος του μετώπου, από Διδυμότειχο μέχρι Μάνδρα, είναι 17 χιλιόμετρα περίπου (σε ευθεία γραμμή), ενώ το βάθος του είναι 25 χιλιόμετρα περίπου (σε ευθεία γραμμή, Διδυμότειχο-Πόλια) και 20 χιλιόμετρα περίπου (σε ευθεία γραμμή, Μάνδρα-Μικρό Δέρειο). Συνεπώς, η συγκεκριμένη περιοχή έχει το πλεονέκτημα για την Τουρκία, και μειονέκτημα για την Ελλάδα, ότι δεν έχει στρατηγικό βάθος, άρα βρίσκεται εντός του βεληνεκούς των τουρκικών πυρών. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι ότι σε περίπτωση επιτυχίας της τουρκικής ενέργειας, οι τουρκικές δυνάμεις θα καταφέρουν να αποκόψουν την 16η Μηχανοκίνητη Μεραρχία Πεζικού (16 Μ/Κ ΜΠ), που έχει την ευθύνη άμυνας του βόρειου τμήματος του Νομού Έβρου, και να δυσκολέψουν πιθανή ελληνική αντεπίθεση από το νότο, καθώς θα μεσολαβούν το Ποτιστικό Ρέμα και ο Ερυθροπόταμος, δηλαδή δύο (2) φυσικές αμυντικές τοποθεσίες.
Η δεύτερη τουρκική ενέργεια, σύμφωνα πάντα με το σχέδιο «Βαριοπούλα» θα εκδηλωθεί βόρεια του Διδυμοτείχου, στο χώρο ευθύνης της 16Μ/Κ ΜΠ, με στόχο την καθήλωση της, την φθορά της και την καταστροφή ή την παράδοση της, πάντα βέβαια σε σχέση και σε συνάρτηση με την πρόοδο και την επιτυχία της επιθετικής ενέργειας στο κεντρικό τομέα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε περίπτωση αποτυχίας της τουρκικής ενέργειας στο μέτωπο Διδυμότειχο-Μάνδρα σημαίνει ότι η Ελλάδα θα μπορεί να ενισχύσει την αμυντική προσπάθεια της 16 Μ/Κ ΜΠ με επιπλέον δυνάμεις, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, όπως προαναφέραμε, η ενίσχυση της 16 Μ/Κ ΜΠ θα είναι σχεδόν αδύνατη. Εκτός των μηχανοκίνητων, των τεθωρακισμένων και του Πυροβολικού του Τουρκικού Στρατού, οι δύο (2) αυτές ενέργειες θα υποστηρίζονταν και από τη δράση των τουρκικών ειδικών δυνάμεων, στα ελληνικά μετόπισθεν, καθώς και τη δράση των τουρκικών δυνάμεων πεζοναυτών, στην ακτογραμμή της Δυτικής Θράκης.
Το Αιγαίο είναι το φυσικό θαλάσσιο σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και είναι εντελώς διαφορετικό πεδίο, σε σχέση με τον Έβρο. Είναι μέτωπο, το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλες εκτάσεις θάλασσας, την ύπαρξη δεκάδων μεγάλων νησιών και εκατοντάδων άλλων μικρότερης έκτασης νησιών, νησίδων και βραχονησίδων. Τα νησιά του Αιγαίου χαρακτηρίζονται ως ορεινά, αλλά έχουν πολλές ακτές, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αποβάσεις. Η γεωγραφία του Αιγαίου δημιουργεί επιχειρησιακές δυσχέρειες τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα. Η Τουρκία θα πρέπει να δεσμεύσει σημαντικές στρατιωτικές, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις για την κατάληψη ενός (1) μεγάλου ελληνικού νησιού, ενώ η Ελλάδα θα αναγκαστεί να διαμοιράσει τις δικές της δυνάμεις ώστε να αμυνθεί σε ολόκληρο το μήκος του μετώπου. Επίσης, είναι δεδομένο ότι η Τουρκία μπορεί να προσβάλει στόχους στα ελληνικά νησιά με μέσα πυροβολικού ταγμένα στη μικρασιατική ακτή. Ομοίως, η Ελλάδα μπορεί και αυτή να προσβάλει, από τα νησιά, τουρκικούς στόχους στις απέναντι ακτές.
Στη θεωρία, όπως αυτή καταγράφεται στα ελληνικά και τα ξένα (κυρίως αμερικανικά) Εγχειρίδια Εκστρατείας, η τακτική κατάληψης ενός (1) νησιού είναι σύνθετη διαδικασία, με συγκεκριμένα επιχειρησιακά βήματα. Απαιτεί αποκλεισμό (αεροπορικό και ναυτικό), αεραποβατικές ενέργειες (για τη δημιουργία προγεφυρωμάτων και εκτέλεση καταδρομικών επιχειρήσεων στα μετόπισθεν των φίλιων δυνάμεων) και απόβαση στρατευμάτων (για την κατάληψη του νησιού). Με ποιο τρόπο και με ποια συχνότητα θα εφαρμοστούν αυτά τα στάδια εναπόκειται στην κρίση του επιτιθέμενου, δηλαδή εάν εφαρμοστούν διαδοχικά ή ταυτόχρονα. Όμως, όλα αυτά τα στάδια αποτελούν μια «επιχειρησιακή αλυσίδα», με κρίκους αλληλένδετους και αλληλεξαρτώμενους. Η επιτυχία ή αποτυχία της τελικής αποβατικής προσπάθειας προϋποθέτει την επιτυχία ή αποτυχία ενός (1) τουλάχιστον από τα παραπάνω στάδια. Και αυτό είναι το τακτικό πλεονέκτημα του αμυνόμενου. Χωρίς αεροπορική υπεροχή ο ναυτικός αποκλεισμός είναι αδύνατος, διότι τα εχθρικά πολεμικά πλοία θα μπορούν να πληγούν από τις φίλιες αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις.
Ομοίως, χωρίς ναυτικό αποκλεισμό η απόβαση δεν είναι εφικτή. Και εφόσον ο εχθρός δεν μπορεί να εκτελέσει απόβαση τότε το πιθανότερο είναι ότι δεν θα προσπαθήσει να δημιουργήσει προγεφύρωμα, διότι η εξάλειψη του θα είναι θέμα χρόνου. Μόνο καταδρομικές επιχειρήσεις μπορούν να εκτελεστούν αλλά και αυτές θα υπόκεινται σε συνεχή αναζήτηση και προσβολή από τις φίλιες δυνάμεις. Τέλος, η προσπάθεια απόβασης, χωρίς εξασφάλιση αεροναυτικού αποκλεισμού και τη δημιουργία προγεφυρωμάτων, είναι καταδικασμένη καθώς τα φίλια πυρά θα προσβάλουν τα εχθρικά αποβατικά σκάφη από την ακτή επιβίβασης έως και την ακτή απόβασης. Αντίθετα, με εξασφαλισμένο τον αεροναυτικό αποκλεισμό, ακόμα και χωρίς την δημιουργία προγεφυρωμάτων η παράκτια άμυνα είναι ζήτημα χρόνου να υποκύψει στις συνεχόμενες αεροναυτικές προσβολές και τα διαδοχικά αποβατικά κύματα. Συμπερασματικά, ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η εκτέλεση επιχειρήσεων κατάληψης μεγάλου νησιού είναι ιδιαίτερα απαιτητική υπόθεση, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις κατάληψης μικρών και ακατοίκητων νησίδων και βραχονησίδων που είναι ευκολότερη υπόθεση.
Για την Ελλάδα η τουρκική απειλή είναι υπαρκτή, τόσο στη Θράκη όσο και στο Αιγαίο, ενώ η Τουρκία έχει και το αριθμητικό πλεονέκτημα έναντι της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, μπορεί να εκδηλώσει επιθετικές ενέργειες είτε μεμονωμένα (στον Έβρο ή στο Αιγαίο) ή συνδυαστικά (μια στον Έβρο και μία στο Αιγαίο ή δύο στον Έβρο ή δύο στο Αιγαίο). Εντός αυτού του πλαισίου, άποψη μας είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να προετοιμάζεται συνεχώς και μεθοδικά για μια πιθανή στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία με συνεχή αναβάθμιση της στρατιωτικής ισχύος μέσω εξοπλιστικών προγραμμάτων, με επένδυση στα συστήματα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης, αναγνώρισης και ηλεκτρονικού πολέμου, με οργάνωση και διατήρηση ενός (1) αποτελεσματικού δικτύου Διοικητική Μέριμνα (ΔΜ), με ιδιαίτερη έμφαση στο απόθεμα πυρομαχικών (πολύτιμο δίδαγμα από τον πόλεμο στην Ουκρανία), με εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και επιτέλους με λύση στο σοβαρότατο ζήτημα της επάνδρωσης.




