Σε ένα πρόγραμμα ναυτικού εκσυγχρονισμού, η δημόσια συζήτηση εστιάζει συνήθως στα «ορατά» συστήματα: τα νέα ραντάρ, το αναβαθμισμένο CMS (Combat Management System), τα συστήματα ελέγχου πυρός, τους επιχειρησιακούς αισθητήρες, τις βελτιωμένες δυνατότητες εμπλοκής κλπ. Ωστόσο, πίσω από κάθε τέτοια αναβάθμιση βρίσκεται ένα εξαιρετικά σύνθετο τεχνικό έργο, το οποίο καθορίζει εάν ο νέος εξοπλισμός μπορεί πράγματι να εγκατασταθεί, να λειτουργήσει με ασφάλεια και να αποδώσει τα αναμενόμενα επιχειρησιακά αποτελέσματα.
HYDRUS: Ο αθέατος συνδετικός κρίκος στην αναβάθμιση των φρεγατών ΜΕΚΟ του Πολεμικού Ναυτικού
Στην περίπτωση της «Αναβάθμισης Δυνατοτήτων των Φ/Γ τ. ΜΕΚΟ του ΠΝ», η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το πρόγραμμα δεν αφορά ένα νέο πλοίο υπό ναυπήγηση, αλλά υφιστάμενες φρεγάτες με συγκεκριμένη αρχιτεκτονική, περιορισμούς χώρου, υφιστάμενες καλωδιώσεις, διαμορφωμένα δίκτυα, δεδομένα αποθέματα ισχύος και συγκεκριμένες κατασκευαστικές αντοχές. Παράλληλα, κάθε νέα επιχειρησιακή διαμόρφωση απαιτεί αξιολόγηση της ευστάθειας του πλοίου τόσο σε άθικτη κατάσταση όσο και μετά από βλάβη, (intact και damage stability assessment). Οι αξιολογήσεις αυτές εξαρτώνται από κρίσιμες παραμέτρους, όπως η κατανομή των βαρών, η θέση του κέντρου βάρους (CoG, Center of Gravity) καθώς και τα υδροστατικά χαρακτηριστικά της γάστρας, όπως οι καμπύλες ευστάθειας (Cross Curves), και η θέση του κέντρου άντωσης (Center of Buoyancy). Συνεπώς, η αναβάθμιση των ΜΕΚΟ δεν αποτελεί απλώς υπόθεση αντικατάστασης συστημάτων, αλλά εξαιρετικά απαιτητική επέμβαση ακριβείας πάνω σε υφιστάμενες ναυπηγικές κατασκευές.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο εντάσσεται ο ρόλος της HYDRUS, η οποία αναλαμβάνει το έργο της λεπτομερούς σχεδίασης (Detailed Design) και των μελετών πλατφόρμας πλοίου (Engineering) στο πρόγραμμα. Πρόκειται για Ελληνική μελετητική εταιρεία συμβούλων μηχανικών που καλύπτει ολόκληρο το φάσμα του σχεδιασμού πλατφόρμας πλοίου (Ship Platform Design), από τον εννοιολογικό σχεδιασμό (Concept Design) έως τη λεπτομερή μελέτη (Detailed Design) και τη μελέτη παραγωγής (Production Design) και με εμπειρία σε ναυτικά προγράμματα τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στον σχεδιασμό πλοίων (Ship Design), στις μελέτες μετασκευών και ενσωμάτωσης συστημάτων (Retrofit & Integration Design), στην ανάπτυξη λύσεων υβριδικής και πράσινης πρόωσης (Hybrid & Green Propulsion Technologies), στην παροχή υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου (Engineering Consultancy) και στην ανάπτυξη εξειδικευμένων επιχειρησιακών λύσεων (Custom Operational Solutions).
Στο πεδίο των επιχειρησιακών αισθητήρων, η αντικατάσταση του υπάρχοντος ραντάρ με νέο ραντάρ επιτήρησης 3D, τεχνολογίας AESA (Active Electronically Scanned Array) αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές παρεμβάσεις. Η θέση εγκατάστασης πρέπει να εξυπηρετεί τη μέγιστη επιχειρησιακή απόδοση, με επιδίωξη το υψηλότερο εφικτό σημείο του ιστού, χωρίς να αγνοούνται οι περιορισμοί ευστάθειας ως προς τη μέγιστη καθ’ ύψος θέση του κέντρου βάρους (max KG), η αντοχή του ιστού, οι δυναμικές καταπονήσεις της κατασκευής, οι σκιάσεις και οι παρεμβολές από υφιστάμενες υπερκατασκευές.
Η αποστολή της στο πρόγραμμα των ΜΕΚΟ αφορά τον τεχνικό πυρήνα της φυσικής ολοκλήρωσης των νέων συστημάτων στην πλατφόρμα κι επομένως το σημείο όπου η επιχειρησιακή απαίτηση μετατρέπεται σε εφαρμόσιμη ναυπηγική, μηχανολογική και ηλεκτρολογική λύση. Η εταιρεία καλείται να λειτουργήσει ως τεχνικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους προμηθευτές των νέων συστημάτων, τους εγκαταστάτες, τις απαιτήσεις του Πολεμικού Ναυτικού και τους πραγματικούς περιορισμούς του ίδιου του πλοίου. Τα παραδοτέα της HYDRUS καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μελετών: από το ισοζύγιο βαρών και τη μελέτη ευστάθειας έως τις μελέτες αντοχής, κόπωσης, κραδασμών και ιδιοσυχνοτήτων εδράσεων και νέων διαμορφώσεων, τη διαμόρφωση εξωτερικών και εσωτερικών χώρων, τις μελέτες κλιματισμού, ψύξης και θέρμανσης (HVAC, Heating, Ventilation and Air Conditioning) την κατανομή ηλεκτρικών φορτίων, τον σχεδιασμό όδευσης καλωδιώσεων και σωληνώσεων, την τρισδιάστατη ψηφιακή αποτύπωση κρίσιμων χώρων και τη δημιουργία τρισδιάστατου μοντέλου (3D CAD model).
CMS, AESA radar και η εξίσωση της ενσωμάτωσης
Εν προκειμένω, το αντικείμενο της HYDRUS αφορά την εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων ναυπηγικών, μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών μελετών για την απεγκατάσταση παλαιών συστημάτων και την υποδοχή/εγκατάσταση των νέων. Περιλαμβάνει επίσης τη λεπτομερή αποτύπωση των θέσεων εγκατάστασης, τόσο εσωτερικά, στα διαμερίσματα του πλοίου, όσο και εξωτερικά, στα καταστρώματα και στον ιστό. Τα συστήματα στα οποία αναφέρεται το πρόγραμμα περιλαμβάνουν την εγκατάσταση νέων CMS και νέων 3D P/E, σε αντικατάσταση των υφιστάμενων P/E παρακολούθησης/εγκλωβισμού και πομπών CWI (Continuous Wave Illuminator). Το ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων και εγκαταστάσεων περιλαμβάνει επίσης αναβαθμισμένα ηλεκτρονικά, νέα συστήματα επικοινωνιών, εκσυγχρονισμένα συστήματα ελέγχου πυρός, αναβαθμισμένο sonar, παρεμβάσεις στο κύριο πυροβόλο και την προσθήκη του νέου πυροβόλου Sovraponte.
Η ένταξη των προαναφερθέντων συστημάτων δεν μπορεί να προσεγγιστεί ως απλή αντικατάσταση εξοπλισμού, καθώς ένα νέο ραντάρ ή ένας νέος πομπός έχουν διαφορετικά βάρη, διαφορετικές απαιτήσεις ισχύος, διαφορετικές ανάγκες ψύξης, διαφορετική καλωδίωση και, πιθανώς, διαφορετικές απαιτήσεις ενίσχυσης της μεταλλικής κατασκευής. Αντίστοιχα, η προσθήκη ενός νέου πυροβόλου, όπως το Sovraponte, δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις υποστήριξης, κατασκευαστικών ενισχύσεων, αξιολόγησης κραδασμών και καταπονήσεων, καθώς και καλωδιώσεις για τη διασύνδεση με CMS/FCS (Fire Control System). Γενικότερα, οι ναυπηγικές μελέτες στην περίπτωση του προγράμματος δεν λειτουργούν ως συνοδευτικά έγγραφα, αλλά ως προϋποθέσεις εγκατάστασης.
Μεταβολή βαρών και επίδραση στην Ευστάθεια
Για κάθε εξάρμοση και κάθε νέα εγκατάσταση θα πρέπει να αποτυπώνονται σε πίνακα τα βάρη και οι ακριβείς θέσεις τους, ώστε να υπολογίζεται το νέο βάρος του πλοίου, καθώς και το κέντρο βάρους κατά τη διαμήκη, εγκάρσια και κατακόρυφη διεύθυνση (LCG/Longitudinal Center of Gravity, TCG/Transverse Center of Gravity και VCG/Vertical Center of Gravity). Η μεταβολή του βάρους και των συντεταγμένων του κέντρου βάρους επηρεάζει άμεσα το εκτόπισμα, τη διαγωγή, τις ροπές επαναφοράς και, κατ’ επέκταση, την ευστάθεια και την επιχειρησιακή συμπεριφορά του πλοίου. Ως εκ τούτου, η ανάλυση θα πρέπει να συνδυάζει τα αρχικά δεδομένα σχεδίασης, τα δεδομένα μετασκευών, τα στοιχεία ψηφιακής τρισδιάστατης αποτύπωσης, τα υδροστατικά χαρακτηριστικά, τα δεδομένα από πειράματα ευστάθειας και τις πραγματικές αποκλίσεις που έχουν προκύψει κατά τη διάρκεια ζωής του πλοίου.
Το πείραμα ευστάθειας, πριν και μετά την αναβάθμιση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς μέσω αυτού μετρώνται το πραγματικό εκτόπισμα και το κέντρο βάρους του άφορτου σκάφους. Με βάση τα στοιχεία αυτά, αξιολογείται εκ νέου η συμπεριφορά του πλοίου τόσο σε άθικτη ευστάθεια όσο και σε ευστάθεια μετά από βλάβη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου η θεωρητική μελέτη συναντά την πραγματική κατάσταση του σκάφους.
Ναυπηγική επάρκεια, αντοχές και όρια πλατφόρμας
Οι εργασίες αναβάθμισης πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να διατηρήσουν ή πάντως να μη μεταβάλουν εκτός προβλεπόμενων ορίων το εκτόπισμα, την άθικτη ευστάθεια, την ευστάθεια μετά από βλάβη, καθώς και την καιροστεγή και υδατοστεγή προστασία του πλοίου. Ως εκ τούτου, η HYDRUS καλείται να εκπονήσει ανάλυση δομικής επάρκειας, αξιολογώντας την υφιστάμενη πρωτεύουσα και δευτερεύουσα μεταλλική κατασκευή υπό την επίδραση των νέων φορτίων.
Παράλληλα, η μηχανολογική σχεδίαση των εδράσεων και των στηρίξεων του νέου εξοπλισμού αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ολοκλήρωσής του. Οι βάσεις δεν είναι απλώς μεταλλικές κατασκευές υποδοχής. Πρέπει να ανταποκρίνονται σε φορτία, κραδασμούς, θερμοδιαστολές, απαιτήσεις συντήρησης και επιχειρησιακές καταπονήσεις. Στην περίπτωση του ιστού, η ανάλυση αντοχής, κόπωσης και κραδασμών μέσω υπολογιστικών μεθόδων πεπερασμένων στοιχείων (Finite Element Method) θα εξετάσει τη συμπεριφορά της κατασκευής υπό στατικά και δυναμικά φορτία, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδοκώμενο υπόλοιπο επιχειρησιακό βίο του πλοίου.
Η ίδια λογική ισχύει και για τις μελέτες εγκατάστασης του Sovraponte, το οποίο προορίζεται να ενισχύσει την επιχειρησιακή ικανότητα των αναβαθμισμένων ΜΕΚΟ απέναντι σε απειλές μικρής και μέσης απόστασης. Η επιχειρησιακή του αξία, όμως, προϋποθέτει ολοκληρωμένη μελέτη εγκατάστασης και, πιο συγκεκριμένα, έλεγχο αντοχής καταστρώματος και έδρασης, καλωδιώσεις και διαδρομές τροφοδοσίας, διασύνδεση με το CMS/FCS (Fire Control System) έλεγχο επιπτώσεων στα βάρη και στην ευστάθεια του πλοίου, προσβάσεις συντήρησης κ.λπ.
Διαμερίσματα επιχειρησιακού ελέγχου και υποστήριξης
Στο εσωτερικό του πλοίου, η αναδιαμόρφωση των διαμερισμάτων επιχειρησιακού ελέγχου και υποστήριξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς εκεί συγκεντρώνεται η επιχειρησιακή λειτουργία του νέου CMS. Η σχεδίαση πρέπει να λάβει υπόψη τις νέες κονσόλες MOCs (Multifunction Operator Consoles) τις θέσεις εργασίας, τη ροή πληροφορίας, την επικοινωνία μεταξύ χειριστών, την εργονομία, την πρόσβαση, την ψύξη και τις ζώνες ασφαλείας.
Συνεπώς, η αναδιαμόρφωση αυτών των διαμερισμάτων δεν αποτελεί απλή χωροταξική άσκηση, αλλά μέρος της επιχειρησιακής αρχιτεκτονικής του πλοίου. Συνδέεται πρωτίστως με τον ανθρώπινο παράγοντα και την επιβιωσιμότητα, αλλά και με τα θερμικά φορτία, τον θόρυβο, τον φωτισμό, τις καλωδιώσεις, την πυρασφάλεια και την επιχειρησιακή συνέχεια. Έτσι, η τεχνολογία πρέπει να ενταχθεί με τρόπο που να βελτιώνει τις συνθήκες εργασίας του πληρώματος και να μη δημιουργεί εργονομικά ή τεχνικά εμπόδια.
Ηλεκτρική ισχύς, HVAC και EMC/EMI
Η ηλεκτρολογική πλευρά του έργου είναι εξίσου καθοριστική. Η HYDRUS θα αξιολογήσει το υφιστάμενο ισοζύγιο ηλεκτρικών φορτίων (Electric Load Analysis) των πλοίων και θα εκπονήσει νέα ανάλυση ηλεκτρικών φορτίων, ώστε το σύστημα ισχύος να μπορεί να υποστηρίξει την αναβαθμισμένη διαμόρφωση των επιχειρησιακών συστημάτων. Η αξιολόγηση αυτή δεν περιορίζεται στην ονομαστική κατανάλωση, αλλά εξετάζει την αξιοπιστία και την επάρκεια του συστήματος υπό τα νέα επιχειρησιακά δεδομένα.
Παράλληλα, η ανάλυση του συστήματος κλιματισμού/ψύξης/θέρμανσης, καθώς και του θερμικού ενεργειακού ισοζυγίου, πρέπει να προσδιορίσει και να αντιμετωπίσει τις νέες θερμικές μεταβολές/απαιτήσεις που προκύπτουν από τα CMS, τα ραντάρ, τα ηλεκτρονικά, τις επικοινωνίες, τα συστήματα ελέγχου πυρός και τον λοιπό εξοπλισμό. Σε ένα πολεμικό πλοίο, η ψύξη δεν αποτελεί ζήτημα άνεσης, αλλά παράγοντα αξιοπιστίας των ηλεκτρονικών συστημάτων και επιχειρησιακής διαθεσιμότητας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η τήρηση των κανόνων ηλεκτρομαγνητικής συμβατότητας και αποφυγής ηλεκτρομαγνητικών παρεμβολών EMC/EMI (Electromagnetic Compatibility/Electromagnetic Interference). Σε ένα πολεμικό πλοίο, όπου συνυπάρχουν ραντάρ, συστήματα επικοινωνιών, επιχειρησιακοί αισθητήρες, όπλα, ηλεκτρονικά συστήματα και συστήματα ισχύος, η ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα αποτελεί προϋπόθεση αξιόπιστης λειτουργίας. Οι νέες καλωδιώσεις, οι διελεύσεις μέσω MCTs (Multiple Cable Transits), οι γειώσεις, οι αποστάσεις από πηγές παρεμβολών και η επιλογή καλωδιωδιαδρόμων πρέπει να σχεδιαστούν με τρόπο που να προστατεύει τη διαλειτουργικότητα του συνόλου.
Topside arrangement
Στο πεδίο των επιχειρησιακών αισθητήρων, η αντικατάσταση του υπάρχοντος ραντάρ με νέο ραντάρ επιτήρησης 3D, τεχνολογίας AESA (Active Electronically Scanned Array) αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές παρεμβάσεις. Η θέση εγκατάστασης πρέπει να εξυπηρετεί τη μέγιστη επιχειρησιακή απόδοση, με επιδίωξη το υψηλότερο εφικτό σημείο του ιστού, χωρίς να αγνοούνται οι περιορισμοί ευστάθειας ως προς τη μέγιστη καθ’ ύψος θέση του κέντρου βάρους (max KG), η αντοχή του ιστού, οι δυναμικές καταπονήσεις της κατασκευής, οι σκιάσεις και οι παρεμβολές από υφιστάμενες υπερκατασκευές.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η εγκατάσταση του Sovraponte. Η μελέτη δεν μπορεί να εξετάζει μόνο την αντοχή της θέσης εγκατάστασης του πυροβόλου, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζει το θέμα ως τμήμα του νέου επιχειρησιακού οικοσυστήματος και να αποτυπώνει την ενσωμάτωσή του ως μέρος της συνολικής αρχιτεκτονικής του πλοίου, με κρίσιμο ζητούμενο την ασφάλεια του προσωπικού και την αξιοπιστία του εξοπλισμού.
3D scanning και ψηφιακή τεχνική βάση
Ένα ακόμη τεχνολογικό παραδοτέο θα είναι η τρισδιάστατη ψηφιακή απεικόνιση, η οποία θα εκτελεστεί στους χώρους και τα διαμερίσματα του πλοίου που σχετίζονται με το πρόγραμμα, υποστηρίζοντας τον χωροταξικό σχεδιασμό, τον σχεδιασμό εξαγωγής και εισαγωγής εξοπλισμού και την ακριβή αποτύπωση κύτους, υπερκατασκευών, ιστών και εξωτερικών συστημάτων.
Η παραγωγή αξιόπιστου τρισδιάστατου ψηφιακού μοντέλου δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση τεχνικού ελέγχου. Το ψηφιακό μοντέλο επιτρέπει τον έλεγχο γεωμετρικών ασυμβατοτήτων, τον έλεγχο διαδρομών, την επαλήθευση ανοχών, την υποστήριξη προσομοιώσεων, την αξιολόγηση topside arrangement και τη σύνδεση των μελετών με την πραγματική γεωμετρία του πλοίου. Ιδίως σε παλαιότερες πλατφόρμες, όπου η πραγματικότητα συχνά αποκλίνει από τα αρχικά ναυπηγικά σχέδια, το 3D scanning λειτουργεί ως τεχνική γέφυρα ανάμεσα στο “as designed”, στο “as built” και στο πραγματικό “as is” του πλοίου.
Διαχείριση έργου
Πέρα από το σχεδιαστικό και μελετητικό τμήμα του έργου, η HYDRUS θα αναλάβει και τη σύνταξη του Πλάνου Διαχείρισης του Έργου της (Project Management Plan) στο οποίο θα ενσωματώνονται, μεταξύ άλλων, η επιμέρους διαχείριση χρονοδιαγράμματος, κινδύνων, αντικειμένου, παραδοτέων και ποιότητας. Η διάσταση της ποιότητας συνδέεται με το ISO 9001, ενώ το Quality Management Plan θα ενσωματώνει και ζητήματα ISO 14001.
Η αποτελεσματική τεχνική διαχείριση αποτελεί έναν «σιωπηλό» παράγοντα μείωσης του τεχνικού ρίσκου, καθώς το έργο της εταιρείας διατρέχει σχεδόν όλες τις περιοχές εφαρμογής της αναβάθμισης: από ιστούς και διαμερίσματα έως εξωτερικά καταστρώματα, ηλεκτρική ισχύ, κλιματισμό, καλωδιώσεις, πλατφόρμες στήριξης, κατασκευαστικές ενισχύσεις και τρισδιάστατα μοντέλα.
Η σχετική εμπειρία της εταιρείας σε τέτοια έργα ενισχύεται και από τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά προγράμματα και έργα που χρηματοδοτούνται από το European Defence Fund (EDF). Όπως είναι το μεγάλο ναυτικό πρόγραμμα της European Patrol Corvette (EPC/1 & 2), όπου συμμετέχει ως βασικό μέλος της ομάδας σχεδίασης, σε συνεργασία με κορυφαίους ευρωπαϊκούς βιομηχανικούς ομίλους όπως η Naval Group, η Fincantieri και η Navantia. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η τεχνική τεκμηρίωση, η συμμόρφωση με πρότυπα, η συμβατότητα και η ιχνηλασιμότητα των σχεδιαστικών αποφάσεων δεν αποτελούν τυπικές διαδικασίες, αλλά βασικές προϋποθέσεις για την ωρίμανση και υλοποίηση.
Η τεχνική αξία για το ΠΝ
Συνολικά, ο ρόλος της HYDRUS στο πρόγραμμα των Φ/Γ τ. ΜΕΚΟ είναι εκείνος του «ναυπηγικού ολοκληρωτή» της πλατφόρμας. Η εταιρεία καλείται να μετατρέψει ένα σύνολο επιχειρησιακών απαιτήσεων και νέων συστημάτων σε εφαρμόσιμη τεχνική λύση πάνω σε πλοία με συγκεκριμένους περιορισμούς και απαιτήσεις ασφάλειας, χωρίς να διαταραχθεί η ισορροπία της πλατφόρμας.
Η συμβολή της εταιρείας δεν βρίσκεται στο προσκήνιο της επιχειρησιακής εικόνας, αλλά στο τεχνικό υπόβαθρο που επιτρέπει σε αυτή την εικόνα να λειτουργήσει. Η εμπλοκή της HYDRUS στο πρόγραμμα των ΜΕΚΟ δημιουργεί τεχνική παρακαταθήκη, σημείο αναφοράς και φορέα τεχνικής ωρίμανσης ευρύτερων έργων για μελλοντικές παρεμβάσεις σε υφιστάμενες ή νέες μονάδες του Στόλου.
Η διάσταση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το ΠΝ, καθώς η εταιρεία έχει εμπλακεί σε έργα αναβάθμισης και επιχειρησιακών μετασκευών Ελληνικών μονάδων. Ενδεικτικά, στο σχετικό αποτύπωμα περιλαμβάνονται η μετασκευή και αναβάθμιση του Επιχειρησιακού Κέντρου GRMARFOR του ΠΓΥ ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, η μελέτη εγκατάστασης εκτοξευτών βλημάτων ASuW στις Κανονιοφόρους τύπου ΜΑΧΗΤΗΣ, η μελέτη ενσωμάτωσης συστήματος DISSUB, καθώς και μελέτες μετασκευών διαμερισμάτων, αναβαθμίσεων εξοπλισμού και επικαιροποίησης του εγχειριδίου άθικτης ευστάθειας πλοίων του Στόλου. Συνολικά, η εμπειρία της εταιρείας έχει διαμορφώσει υψηλού επιπέδου τεχνογνωσία στη διαχείριση σύνθετων ναυπηγικών έργων, όπου η συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα, η διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφορετικών συστημάτων και η ελαχιστοποίηση του τεχνικού κινδύνου αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχή υλοποίηση των έργων. Εκεί όπου η νέα επιχειρησιακή δυνατότητα πρέπει να μετατραπεί σε ασφαλή, πιστοποιήσιμη και λειτουργική ναυπηγική λύση, η HYDRUS αναλαμβάνει ρόλο τεχνικής ευθύνης και ουσιαστικής προστιθέμενης αξίας για το μέλλον των ελληνικών ΜΕΚΟ.



