Αποκάλυψη για τους S-400: Ο Ερντογάν δεν φοβόταν μόνο τις ΗΠΑ – Φοβόταν την ίδια την τουρκική Πολεμική Αεροπορία



Δέκα χρόνια μετά το πραξικόπημα, αποκαλύπτεται το παρασκήνιο της απόφασης που έβγαλε την Τουρκία από τα F-35 και άλλαξε τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία δεν ήταν απλώς μια γεωπολιτική στροφή προς τη Μόσχα ούτε μια κίνηση πίεσης απέναντι στην Ουάσιγκτον. Πίσω από τη συμφωνία των 2,5 δισ. δολαρίων κρυβόταν, σύμφωνα με αναλύσεις και εκτιμήσεις Αμερικανών αξιωματούχων, ένας βαθύτερος και απολύτως προσωπικός φόβος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: η πιθανότητα να στραφεί ξανά εναντίον του η ίδια η τουρκική Πολεμική Αεροπορία.

Η συμπλήρωση δέκα ετών από την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 επαναφέρει στο προσκήνιο τις αθέατες πτυχές μιας απόφασης που προκάλεσε αλυσιδωτές ανατροπές.

Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35, υπέστη κυρώσεις CAATSA, έχασε δισεκατομμύρια και βρέθηκε με ένα ρωσικό σύστημα αεράμυνας που δεν εντάχθηκε ποτέ πλήρως στην επιχειρησιακή αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ.

Για τον Ερντογάν, όμως, το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν μόνο η άμυνα της Τουρκίας. Ήταν η άμυνα του ίδιου του καθεστώτος του.

Το πραξικόπημα που διέλυσε την εμπιστοσύνη Τουρκίας – ΗΠΑ
Για δεκαετίες, η Τουρκία αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στη Μαύρη Θάλασσα.

Ως μέλος του ΝΑΤΟ από το 1952, η Άγκυρα είχε ενσωματωθεί βαθιά στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας και συμμετείχε σε κρίσιμα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα.

Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, όμως, διέλυσε την εμπιστοσύνη ανάμεσα στην Άγκυρα και την Ουάσιγκτον.

Στην τουρκική ηγεσία εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε γνώριζαν είτε ανέχθηκαν τη συνωμοσία κατά του Ερντογάν. Η άρνηση της Ουάσιγκτον να εκδώσει άμεσα τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο η Άγκυρα κατηγορούσε ως εγκέφαλο του πραξικοπήματος, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες.

Από εκείνη τη στιγμή, ο Ερντογάν άρχισε να αντιμετωπίζει τις ΗΠΑ όχι μόνο ως σύμμαχο, αλλά και ως πιθανή απειλή για την πολιτική του επιβίωση.

Τα F-16 που βομβάρδισαν την Άγκυρα
Κατά τη διάρκεια της απόπειρας ανατροπής, η τουρκική Πολεμική Αεροπορία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μαχητικά F-16 που είχαν περάσει στον έλεγχο των πραξικοπηματιών:

  • βομβάρδισαν το τουρκικό κοινοβούλιο,
  • έπληξαν εγκαταστάσεις ασφαλείας στην Άγκυρα,
  • απείλησαν το προεδρικό συγκρότημα,
  • καταδίωξαν το αεροσκάφος με το οποίο μετακινούνταν ο Ερντογάν.
Για πρώτη φορά, ο Τούρκος πρόεδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια οδυνηρή πραγματικότητα: τα αμερικανικής κατασκευής μαχητικά της ίδιας του της χώρας μπορούσαν να μετατραπούν σε όπλο εναντίον του.

Το πραξικόπημα κατέρρευσε, όμως η εμπειρία αυτή σημάδεψε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ο Ερντογάν αντιλαμβανόταν πλέον τις Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιαίτερα την Πολεμική Αεροπορία.

Οι εκκαθαρίσεις και η διάλυση της τουρκικής αεροπορικής ισχύος
Αμέσως μετά το πραξικόπημα, ο Ερντογάν εξαπέλυσε ένα τεράστιο κύμα συλλήψεων, αποτάξεων και εκκαθαρίσεων.

Χιλιάδες στρατιωτικοί απομακρύνθηκαν, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία έχασε σχεδόν τους μισούς έμπειρους πιλότους μαχητικών της.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε ένα διπλό πρόβλημα:

Πρώτον, η επιχειρησιακή ικανότητα της τουρκικής αεροπορίας υποβαθμίστηκε απότομα.

Δεύτερον, η πολιτική ηγεσία συνέχισε να αμφισβητεί την αφοσίωση ενός σημαντικού τμήματος του αεροπορικού μηχανισμού.

Ο Ερντογάν χρειαζόταν ένα σύστημα που δεν θα εξαρτιόταν από τα δίκτυα, τις υποδομές και τις πολιτικές αποφάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Και κυρίως, ήθελε ένα σύστημα ικανό να αντιμετωπίσει αμερικανικής κατασκευής μαχητικά.

Γιατί οι S-400 εξυπηρετούσαν την προσωπική ασφάλεια του Ερντογάν
Ερευνητικές αναλύσεις του Center for Strategic and International Studies (CSIS) είχαν επισημάνει ότι η επιλογή των S-400 αποκτούσε λογική εάν η κορυφαία προτεραιότητα της τουρκικής ηγεσίας ήταν η πολιτική επιβίωση του Ερντογάν.

Οι S-400 προσέφεραν στην Άγκυρα δύο κρίσιμα πλεονεκτήματα:

  • Εμβάθυναν τη στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, δημιουργώντας αντίβαρο απέναντι στις ΗΠΑ.
  • Παρείχαν ένα ανεξάρτητο αντιαεροπορικό σύστημα, δυνητικά ικανό να στραφεί κατά αεροσκαφών όπως τα F-16.
Με απλά λόγια, ο Ερντογάν ενδέχεται να μην αγόρασε τους S-400 μόνο για να προστατεύσει τον τουρκικό εναέριο χώρο από εξωτερικό αντίπαλο, αλλά για να διαθέτει άμυνα απέναντι σε μια νέα εσωτερική ανταρσία της Πολεμικής Αεροπορίας.

Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν άλλωστε δηλώσει ότι ένας από τους λόγους επιλογής ενός ρωσικού και όχι νατοϊκού συστήματος μπορεί να ήταν η βαθιά καχυποψία του Ερντογάν απέναντι στους Τούρκους πιλότους.

Από την κατάρριψη ρωσικού μαχητικού στη συμφωνία των 2,5 δισ. δολαρίων
Η προσέγγιση Ερντογάν – Πούτιν αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αν αναλογιστεί κανείς ότι το 2015 η Τουρκία είχε καταρρίψει ρωσικό μαχητικό κοντά στα σύνορα με τη Συρία.

Οι σχέσεις των δύο χωρών είχαν φτάσει στα πρόθυρα σοβαρής κρίσης. Η Ρωσία επέβαλε οικονομικά αντίμετρα και απαίτησε δημόσια συγγνώμη από τον Ερντογάν.

Μόλις δύο χρόνια αργότερα, όμως, η Άγκυρα υπέγραψε τη συμφωνία αγοράς των S-400.

Η απόπειρα πραξικοπήματος είχε αλλάξει πλήρως τις προτεραιότητες του Ερντογάν. Ο μεγαλύτερος φόβος του δεν ήταν πλέον η Μόσχα, αλλά μια νέα απόπειρα ανατροπής, την οποία πίστευε ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ή να γίνει ανεκτή από δυτικά κέντρα.

Η αγορά των S-400 λειτούργησε επομένως και ως πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον: η Τουρκία είχε εναλλακτικές επιλογές και μπορούσε να κινηθεί εκτός του δυτικού στρατηγικού πλαισίου.

Η μοναδική χώρα του ΝΑΤΟ που αγόρασε απευθείας S-400
Η συμφωνία κατέστησε την Τουρκία το πρώτο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ που αγόρασε απευθείας από τη Ρωσία ένα τόσο προηγμένο σύστημα αεράμυνας.

Η περίπτωση της Άγκυρας δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ελλάδα, τη Βουλγαρία ή τη Σλοβακία, οι οποίες διαθέτουν παλαιότερα συστήματα S-300 υπό εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.

Η Βουλγαρία και η Σλοβακία κληρονόμησαν τα συστήματά τους από την εποχή του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Τα ελληνικά S-300 είχαν αρχικά αγοραστεί από την Κυπριακή Δημοκρατία το 1997, αλλά μεταφέρθηκαν στην Κρήτη μετά τις στρατιωτικές απειλές της Τουρκίας.

Η ειρωνεία είναι προφανής: Η ίδια η Άγκυρα που είχε απειλήσει με στρατιωτική δράση για τους κυπριακούς S-300, προχώρησε δύο δεκαετίες αργότερα στην απευθείας αγορά των σαφώς ισχυρότερων S-400 από τη Μόσχα.

Η Ουάσιγκτον φοβήθηκε διαρροή των μυστικών του F-35
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντέδρασαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η ταυτόχρονη παρουσία των S-400 και των F-35 στην Τουρκία θα μπορούσε να αποκαλύψει κρίσιμα χαρακτηριστικά του αμερικανικού stealth μαχητικού.

Το ρωσικό σύστημα θα μπορούσε θεωρητικά να συλλέξει δεδομένα για:

  • το ηλεκτρομαγνητικό ίχνος του F-35,
  • τις πτητικές του συμπεριφορές,
  • τις δυνατότητες χαμηλής παρατηρησιμότητας,
  • τις μεθόδους εντοπισμού και αντιμετώπισής του.
Η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι τέτοιες πληροφορίες θα μπορούσαν να καταλήξουν στη Μόσχα, υποβαθμίζοντας την αποτελεσματικότητα του F-35 σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα και ακολούθησαν οι κυρώσεις CAATSA.

Οι S-400 παρέμειναν ανενεργοί, αλλά το κόστος ήταν τεράστιο
Παρά την πολιτική και οικονομική σύγκρουση που προκάλεσαν, οι τουρκικοί S-400 δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο εθνικό και νατοϊκό δίκτυο αεράμυνας.

Το σύστημα παρέμεινε ουσιαστικά απομονωμένο, με περιορισμένη επιχειρησιακή αξιοποίηση.

Το στρατηγικό κόστος, όμως, ήταν τεράστιο:

  • αποπομπή από το πρόγραμμα F-35,
  • απώλεια βιομηχανικών συμβολαίων,
  • κυρώσεις στην τουρκική αμυντική βιομηχανία,
  • επιδείνωση των σχέσεων με τις ΗΠΑ,
  • τεχνολογική καθυστέρηση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Η Άγκυρα πλήρωσε δισεκατομμύρια για ένα σύστημα που δεν αξιοποιήθηκε πλήρως και έχασε παράλληλα την πρόσβαση στο κορυφαίο δυτικό μαχητικό πέμπτης γενιάς.

Η Ελλάδα και το Ισραήλ απέκτησαν το πλεονέκτημα
Την ώρα που η Τουρκία έμενε εκτός του προγράμματος, το Ισραήλ ενίσχυε τον στόλο των F-35 και η Ελλάδα άνοιγε τον δρόμο για την απόκτηση των δικών της αεροσκαφών.

Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το Ισραήλ διαθέτει ήδη επιχειρησιακή εμπειρία με το F-35, ενώ η Ελλάδα αναμένεται να παραλάβει αεροσκάφη νεότερης διαμόρφωσης, αποκτώντας σημαντικό τεχνολογικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας.

Η απόφαση των S-400, η οποία υποτίθεται ότι θα ενίσχυε τη στρατηγική αυτονομία της Άγκυρας, κατέληξε να δημιουργήσει ένα σοβαρό κενό στην αεροπορική της ισχύ.

Το σχέδιο μεταφοράς των S-400 σε χώρα του Κόλπου
Δέκα χρόνια μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, η Τουρκία επιχειρεί να αντιστρέψει τις συνέπειες εκείνης της επιλογής.

Στο τραπέζι βρίσκονται σενάρια πώλησης ή μεταφοράς των S-400 σε τρίτη χώρα, πιθανότατα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή στο Κατάρ, ώστε να αρθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επανένταξη στο πρόγραμμα των F-35.

Παράλληλα, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται θετική στην αποκατάσταση της στρατηγικής συνεργασίας με την Άγκυρα.

Ωστόσο, ακόμη και η φυσική απομάκρυνση των S-400 δεν αρκεί αυτομάτως.

Απαιτούνται νομικές διαδικασίες, άρση των κυρώσεων, έγκριση του Κογκρέσου και διασφάλιση ότι η ρωσική τεχνολογία δεν θα μπορεί να απειλήσει τα μυστικά του F-35.

Ο Ερντογάν κάνει τώρα έναν πλήρη στρατηγικό κύκλο
Το μεγάλο παράδοξο είναι ότι η Τουρκία επιχειρεί σήμερα να επιστρέψει ακριβώς στο σημείο από το οποίο απομακρύνθηκε το 2017.

Ο Ερντογάν αγόρασε τους S-400 για να ενισχύσει τη στρατηγική του αυτονομία, να στείλει μήνυμα στις ΗΠΑ και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, να προστατευθεί απέναντι σε μια νέα αεροπορική ανταρσία.

Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, η Άγκυρα εξετάζει τρόπους να απομακρύνει το ίδιο σύστημα, προκειμένου να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στα αμερικανικά F-35.

Η ιστορία των S-400 αποκαλύπτει ότι η τουρκική εξωτερική και αμυντική πολιτική μετά το πραξικόπημα δεν καθορίστηκε αποκλειστικά από τις ανάγκες εθνικής ασφάλειας. Καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την αγωνία πολιτικής επιβίωσης του ίδιου του Ερντογάν.

Και αυτή η επιλογή άλλαξε για πάντα τις σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ, αποδυνάμωσε την τουρκική Πολεμική Αεροπορία και πρόσφερε πολύτιμο χρόνο στην Ελλάδα και στο Ισραήλ για να διευρύνουν το τεχνολογικό και επιχειρησιακό τους πλεονέκτημα στην Ανατολική Μεσόγειο.