Νέα γεωπολιτική κίνηση της Ελλάδας: Στρατηγική συνεργασία με την Ιαπωνία σε άμυνα και ασφάλεια – Από το Αιγαίο στον Ινδο-Ειρηνικό



Σε μία περίοδο κατά την οποία η διεθνής ασφάλεια μεταβάλλεται με ταχύτητα και οι παλιές γεωγραφικές αποστάσεις χάνουν σταδιακά τη σημασία τους, Ελλάδα και Ιαπωνία επιχειρούν να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας.

Η συνάντηση του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας Θανάση Δαβάκη με τον Ιάπωνα Υφυπουργό Άμυνας Masahisa Miyazaki στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν είχε απλώς εθιμοτυπικό χαρακτήρα.

Στο επίκεντρο τέθηκαν οι δυνατότητες διεύρυνσης της διμερούς συνεργασίας στους τομείς της Άμυνας, της Ασφάλειας και της Τεχνολογίας, με την Αθήνα να αντιμετωπίζει πλέον τη σχέση με το Τόκιο ως συνεργασία στρατηγικής σημασίας και με σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.

Το μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές:

η Ελλάδα επιχειρεί να διευρύνει το δίκτυο αμυντικών εταίρων της πολύ πέρα από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά και ατλαντικά όρια, χτίζοντας γέφυρες με μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές και βιομηχανικές δυνάμεις της Ασίας.

Ελλάδα και Ιαπωνία ανοίγουν νέο κεφάλαιο αμυντικής συνεργασίας
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης συζητήθηκαν ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, με ιδιαίτερη έμφαση στις προοπτικές εμβάθυνσης των σχέσεων στους τομείς:

της Άμυνας,

της Ασφάλειας,

και της Τεχνολογίας.

Ο Θανάσης Δαβάκης εξήρε τους διαχρονικούς δεσμούς φιλίας μεταξύ των δύο κρατών και υπογράμμισε την κοινή προσήλωση Ελλάδας και Ιαπωνίας στην προάσπιση της διεθνούς ειρήνης και της περιφερειακής σταθερότητας.

Όμως το σημαντικότερο σημείο βρίσκεται στη διατύπωση που χρησιμοποίησε μετά τη συνάντηση:

η συνεργασία με την Ιαπωνία στον αμυντικό τομέα αντιμετωπίζεται πλέον από την ελληνική πλευρά ως «σχέση στρατηγικής σημασίας».

Δαβάκης: «Η επίσκεψη επιβεβαιώνει τη δυναμική των σχέσεων»
Ο Έλληνας Υφυπουργός Εθνικής Άμυνας σημείωσε:

«Η επίσκεψή του αυτή στην Αθήνα επιβεβαιώνει τη δυναμική που αναπτύσσεται σταθερά στις διμερείς μας σχέσεις».

Η συγκεκριμένη φράση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει τη συνεργασία με το Τόκιο ως μία μεμονωμένη επαφή.

Αντίθετα, φιλοδοξεί να δημιουργήσει σταθερό μηχανισμό αμυντικής συνεργασίας, ο οποίος θα μπορεί να αποκτήσει βάθος και συνέχεια.

Δύο μεγάλες ναυτικές χώρες με κοινά στρατηγικά χαρακτηριστικά
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της ελληνικής τοποθέτησης αφορά την κοινή θαλάσσια ταυτότητα των δύο χωρών.

Ο Θανάσης Δαβάκης τόνισε ότι:

«Ιαπωνία και Ελλάδα είναι δύο κράτη με βαθιά θαλάσσια παράδοση».

Αυτή η παρατήρηση δεν είναι καθόλου τυχαία.

Η Ελλάδα βρίσκεται στον πυρήνα:

του Αιγαίου,

της Ανατολικής Μεσογείου,

των θαλάσσιων εμπορικών οδών,

των ενεργειακών διαδρόμων

και των νέων υποθαλάσσιων υποδομών που συνδέουν Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία.

Η Ιαπωνία από την άλλη πλευρά είναι μία αμιγώς νησιωτική δύναμη, της οποίας η οικονομική και εθνική ασφάλεια εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και την προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας.

Εδώ ακριβώς δημιουργείται μία φυσική περιοχή σύγκλισης.

Το Δίκαιο της Θάλασσας στο επίκεντρο
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η αναφορά του Έλληνα Υφυπουργού στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας.

Ο Δαβάκης επισήμανε ότι οι δύο χώρες μοιράζονται κοινή προσήλωση:

στις θεμελιώδεις αρχές του Διεθνούς Δικαίου,

στο Δίκαιο της Θάλασσας,

και στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Για την Ελλάδα, αυτή η αναφορά αποκτά προφανώς ιδιαίτερο στρατηγικό βάρος.

Η Αθήνα βασίζει το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ακριβώς στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.

Η Ιαπωνία έχει αντίστοιχα τεράστιο συμφέρον από μία διεθνή τάξη στην οποία οι θαλάσσιες διαφορές δεν επιλύονται μέσω πίεσης ή ισχύος αλλά μέσα από κανόνες.

Το κοινό μήνυμα απέναντι στον αναθεωρητισμό
Αν και η συνάντηση δεν στρεφόταν επισήμως εναντίον οποιουδήποτε τρίτου κράτους, η στρατηγική σημασία αυτής της κοινής αναφοράς είναι προφανής.

Ελλάδα και Ιαπωνία είναι δύο χώρες που βρίσκονται σε εξαιρετικά ευαίσθητα γεωπολιτικά περιβάλλοντα και έχουν άμεσο συμφέρον στη διατήρηση της διεθνούς έννομης τάξης.

Η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ιαπωνία στον Ινδο-Ειρηνικό.

Και οι δύο αντιμετωπίζουν ένα διεθνές περιβάλλον όπου η στρατιωτική ισχύς, οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ μεγάλων δυνάμεων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει το μεγάλο πεδίο συνεργασίας
Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως πτυχή της συνάντησης βρίσκεται στη λέξη «Τεχνολογία».

Η Ιαπωνία διαθέτει μία από τις ισχυρότερες βιομηχανικές και τεχνολογικές βάσεις παγκοσμίως.

Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, επιδιώκει τα τελευταία χρόνια να αυξήσει δραστικά:

την εγχώρια αμυντική παραγωγή,

τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στα εξοπλιστικά προγράμματα,

την ανάπτυξη drones,

αισθητήρων,

ηλεκτρονικών,

συστημάτων επικοινωνιών

και προηγμένων ψηφιακών εφαρμογών.

Εφόσον η πολιτική βούληση μετατραπεί σε συγκεκριμένα προγράμματα, η ελληνοϊαπωνική συνεργασία μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο βάθος από μία απλή ανταλλαγή επισκέψεων.

Αισθητήρες, ηλεκτρονικά και μη επανδρωμένα συστήματα στο κάδρο
Το κείμενο του ΥΠΕΘΑ δεν εξειδικεύει ποια συγκεκριμένα τεχνολογικά προγράμματα συζητήθηκαν.

Ωστόσο, το γεγονός ότι η τεχνολογία βρίσκεται επίσημα ανάμεσα στους τρεις βασικούς τομείς συνεργασίας αφήνει σημαντικό πεδίο για μελλοντική ανάπτυξη.

Σε θεωρητικό επίπεδο, οι τομείς με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν:

ραντάρ και αισθητήρες,

ηλεκτρονικά συστήματα,

μη επανδρωμένες πλατφόρμες,

τεχνητή νοημοσύνη,

κυβερνοάμυνα,

ναυτική τεχνολογία

και προηγμένες επικοινωνίες.

Αυτό όμως θα πρέπει να αποτυπωθεί σε συγκεκριμένες συμφωνίες για να αποκτήσει πραγματική επιχειρησιακή αξία.

Τρεις άξονες συνεργασίας – Η βάση για το επόμενο βήμα
Ο Θανάσης Δαβάκης αποκάλυψε ότι στη συνάντηση συζητήθηκε σειρά προτάσεων σε τρεις άξονες.

Όπως σημείωσε:

«Συζητήσαμε σήμερα και μια σειρά προτάσεων σε τρεις άξονες […] που εκτιμώ ότι μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για εμβάθυνση στις διμερείς αμυντικές συνεργασίες».

Στο διαθέσιμο κείμενο δεν εξειδικεύεται αναλυτικά το περιεχόμενο αυτών των τριών αξόνων.

Αυτό όμως αποτελεί ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο για την επόμενη ημέρα.

Οι δύο κυβερνήσεις δεν περιορίζονται πλέον σε γενικές διακηρύξεις αλλά φαίνεται ότι συζητούν συγκεκριμένο πλαίσιο εμβάθυνσης της συνεργασίας.

«Κάθε πλευρά θα εισφέρει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα»
Η φιλοσοφία που περιέγραψε ο Έλληνας Υφυπουργός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Δεν μίλησε για μία σχέση αγοραστή–πωλητή.

Μίλησε για σύμπραξη.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε:

«Σε αυτή τη στρατηγική σχέση, κάθε πλευρά θα εισφέρει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα, διαμορφώνοντας μια επωφελή σύμπραξη με σημαντική προστιθέμενη αξία και για τα δύο κράτη».

Αυτό μπορεί να σηματοδοτεί μία διαφορετική ελληνική προσέγγιση στις αμυντικές σχέσεις.

Όχι απλώς εισαγωγή ξένων συστημάτων.

Αλλά:

συμπαραγωγή,

μεταφορά τεχνογνωσίας,

βιομηχανικές συνεργασίες,

κοινή έρευνα

και πιθανή ανάπτυξη τεχνολογιών.

Η ελληνική αμυντική διπλωματία απλώνεται πλέον μέχρι τον Ινδο-Ειρηνικό
Η συνάντηση εντάσσεται σε μία πολύ ευρύτερη τάση.

Η Ελλάδα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα στρατηγικών αμυντικών σχέσεων που δεν περιορίζεται πλέον:

στην Ευρώπη,

στο ΝΑΤΟ,

ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Γαλλία.

Ισραήλ.

Ινδία.

Αραβικός κόσμος.

Και τώρα ακόμη πιο ενεργά Ιαπωνία.

Η Αθήνα επιχειρεί σταδιακά να αποκτήσει διεθνές στρατηγικό αποτύπωμα μεγαλύτερο από το γεωγραφικό της μέγεθος.

Από την Ανατολική Μεσόγειο στον Ινδο-Ειρηνικό
Η συνεργασία Ελλάδας–Ιαπωνίας έχει και μία ευρύτερη γεωπολιτική λογική.

Οι δύο περιοχές δεν είναι πλέον αποκομμένες.

Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.

Οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί.

Η Ερυθρά Θάλασσα.

Ο Ινδικός Ωκεανός.

Η Νότια Σινική Θάλασσα.

Οι υποθαλάσσιες υποδομές.

Όλα αποτελούν τμήματα του ίδιου παγκόσμιου δικτύου.

Μία κρίση στον Ινδο-Ειρηνικό μπορεί να επηρεάσει άμεσα την ευρωπαϊκή οικονομία και μία κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να επηρεάσει τις ασιατικές εμπορικές ροές.

Αυτό εξηγεί γιατί κράτη τόσο γεωγραφικά απομακρυσμένα μπορούν να έχουν πλέον κοινά στρατηγικά συμφέροντα.

Το κοινό στοιχείο: η θαλάσσια ασφάλεια
Αθήνα και Τόκιο είναι κατεξοχήν ναυτικές χώρες.

Και για τις δύο η θάλασσα δεν είναι απλώς γεωγραφία.

Είναι:

εμπόριο,

ενέργεια,

εθνική ασφάλεια,

συνδεσιμότητα,

και στρατηγικό βάθος.

Η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, των υποθαλάσσιων καλωδίων και των κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς διεθνούς αμυντικής συνεργασίας τα επόμενα χρόνια.

Και εδώ η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό γεωγραφικό πλεονέκτημα.

Κρήτη, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος ως στρατηγικοί κόμβοι
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί.

Η χώρα βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται:

Ευρώπη,

Ανατολική Μεσόγειος,

Μέση Ανατολή,

Βόρεια Αφρική

και θαλάσσιες οδοί προς την Ασία.

Η Κρήτη και ειδικά η ευρύτερη περιοχή της Σούδας αποτελούν στρατηγικά σημεία πρώτης γραμμής για τη δυτική ασφάλεια.

Για μία χώρα όπως η Ιαπωνία, η οποία έχει ζωτικό συμφέρον στη διατήρηση ανοικτών παγκόσμιων θαλάσσιων διαδρόμων, η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν πολύτιμο ευρωπαϊκό εταίρο στην ανατολική πύλη της Μεσογείου.

Τι μπορεί να κερδίσει η Ελλάδα
Η Αθήνα έχει πολλά να κερδίσει από μία πραγματική εμβάθυνση της συνεργασίας.

Πρώτον, τεχνογνωσία.

Δεύτερον, πρόσβαση σε προηγμένες τεχνολογικές και βιομηχανικές δυνατότητες.

Τρίτον, έναν ακόμη ισχυρό διεθνή εταίρο που στηρίζει τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας.

Τέταρτον, μεγαλύτερη στρατηγική παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό.

Και πέμπτον, δυνατότητα δημιουργίας νέων συνεργειών με χώρες που ήδη βρίσκονται κοντά στην Ελλάδα, όπως η Ινδία.

Και τι μπορεί να κερδίσει η Ιαπωνία
Η σχέση δεν είναι μονόπλευρη.

Η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει στην Ιαπωνία:

γεωγραφική πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο,

ισχυρή ναυτιλιακή παρουσία,

σύνδεση με την ευρωπαϊκή αμυντική αγορά,

στρατηγικές υποδομές,

εμπειρία σε ιδιαίτερα απαιτητικό νησιωτικό επιχειρησιακό περιβάλλον

και μία σταθερή πολιτική θέση υπέρ του Δικαίου της Θάλασσας.

Γι’ αυτό η φράση περί «συγκριτικών πλεονεκτημάτων» έχει ουσία.

Η αμυντική διπλωματία γίνεται εργαλείο εθνικής ισχύος
Ο Θανάσης Δαβάκης τόνισε ότι:

«Η αμυντική διπλωματία συνιστά βασικό πυλώνα για την ενίσχυση της περιφερειακής και διεθνούς σταθερότητας».

Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της ελληνικής στρατηγικής.

Η άμυνα δεν είναι μόνο εξοπλισμοί.

Είναι και σχέσεις.

Δίκτυα.

Πρόσβαση.

Τεχνολογία.

Κοινά συμφέροντα.

Όσο περισσότερους ισχυρούς εταίρους συνδέει η Ελλάδα με πραγματικά συμφέροντα στην περιοχή, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το γεωπολιτικό κόστος οποιασδήποτε προσπάθειας αποσταθεροποίησης της.

Δεν πρόκειται για νέο «άξονα» κατά τρίτης χώρας
Χρειάζεται, ωστόσο, μία σημαντική επισήμανση.

Από το επίσημο κείμενο δεν προκύπτει ότι η συνεργασία Ελλάδας–Ιαπωνίας συγκροτείται εναντίον συγκεκριμένου κράτους.

Ούτε υπάρχει αναφορά σε συμμαχία αμοιβαίας άμυνας.

Η πραγματική αξία της βρίσκεται στην οικοδόμηση θετικής στρατηγικής συνεργασίας με βάση κοινές αρχές και συμπληρωματικές δυνατότητες.

Αυτό είναι και διπλωματικά ισχυρότερο.

Το στοίχημα τώρα είναι η μετάβαση από τις δηλώσεις στα προγράμματα
Η συνάντηση Δαβάκη–Miyazaki δημιουργεί προσδοκίες.

Όμως η πραγματική αξία θα φανεί στο επόμενο στάδιο.

Θα υπάρξουν κοινά τεχνολογικά προγράμματα;

Συνεργασία αμυντικών βιομηχανιών;

Εκπαίδευση;

Κοινές ασκήσεις;

Ανταλλαγή τεχνογνωσίας;

Συμφωνίες σε κυβερνοάμυνα ή μη επανδρωμένα συστήματα;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα δείξουν εάν η «στρατηγική σχέση» θα αποκτήσει πραγματικό στρατιωτικό και βιομηχανικό περιεχόμενο.

Το συμπέρασμα: Αθήνα και Τόκιο βλέπουν μακρύτερα
Η συνάντηση στο ΥΠΕΘΑ μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο σημαντική από όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως.

Δύο χώρες στις άκρες της Ευρασίας.

Δύο μεγάλες ναυτικές παραδόσεις.

Δύο οικονομίες που εξαρτώνται από τις θαλάσσιες γραμμές.

Δύο κράτη που επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας ως βασικό πυλώνα διεθνούς σταθερότητας.

Και δύο χώρες που αντιλαμβάνονται ότι ο πόλεμος του αύριο θα κριθεί όλο και περισσότερο στην τεχνολογία, στα δίκτυα, στους αισθητήρες, στις μη επανδρωμένες πλατφόρμες και στην αμυντική βιομηχανία.

Η Ελλάδα επιχειρεί έτσι να προσθέσει την Ιαπωνία σε ένα ολοένα ευρύτερο στρατηγικό δίκτυο.

Και η δήλωση Δαβάκη δείχνει πού θέλει να φτάσει η Αθήνα:

όχι σε μία πρόσκαιρη συνεργασία, αλλά σε μία αμυντική σχέση στρατηγικής σημασίας με συνέχεια, τεχνολογικό περιεχόμενο και αμοιβαία προστιθέμενη αξία.

Αν οι τρεις άξονες που συζητήθηκαν μετατραπούν σε συγκεκριμένα προγράμματα, τότε η Αθήνα και το Τόκιο μπορεί να έχουν μόλις ανοίξει ένα πολύ σημαντικό νέο κεφάλαιο στη σύνδεση Ανατολικής Μεσογείου και Ινδο-Ειρηνικού.