Τουρκική υστερία για δύο ξενώνες στη Ρω: Επαναφέρουν Λωζάννη και αποστρατιωτικοποίηση



Νέο κύμα έντασης επιχειρούν να καλλιεργήσουν τουρκικά μέσα ενημέρωσης γύρω από τη νήσο Ρω, μετατρέποντας έργα που αφορούν τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του ελληνικού στρατιωτικού προσωπικού σε αφήγημα περί δήθεν «στρατιωτικοποίησης» της Ανατολικής Μεσογείου.

Αφορμή αποτέλεσε η επίσκεψη του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, στρατηγού Δημήτριου Χούπη, στη Ρω και η τελετή εγκαινίων δύο νέων ξενώνων που κατασκευάστηκαν για τις ανάγκες όσων υπηρετούν στην ακριτική νησίδα.

Η τουρκική επικοινωνιακή μηχανή έσπευσε να παρουσιάσει το γεγονός με πηχυαίους τίτλους, κάνοντας λόγο ακόμη και για «ελληνικό στρατό 1.800 μέτρα από το Κας», επιχειρώντας να εμφανίσει μια κίνηση υποστήριξης του προσωπικού ως μέρος ενός ευρύτερου ελληνικού στρατιωτικού σχεδίου.

Το πραγματικό ζήτημα, όμως, δεν είναι δύο ξενώνες στη Ρω. Είναι η προσπάθεια της Άγκυρας να επαναφέρει στην πρώτη γραμμή την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ευρύτερη περιοχή του Καστελλορίζου.

Η επίσκεψη Χούπη που προκάλεσε την τουρκική αντίδραση
Ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ βρέθηκε το Σάββατο στη νήσο Ρω για την παράδοση δύο νέων εγκαταστάσεων φιλοξενίας.

Σύμφωνα με το ΓΕΕΘΑ, οι ξενώνες ανεγέρθηκαν με δωρεά της οικογένειας Κωνσταντίνου και Σοφίας Τσουβελεκάκη και είχαν θεμελιωθεί περίπου έναν χρόνο νωρίτερα.

Ο σκοπός τους είναι συγκεκριμένος:

η αναβάθμιση των συνθηκών διαμονής του προσωπικού που υπηρετεί σε μία από τις πιο απομακρυσμένες και απαιτητικές περιοχές της ελληνικής επικράτειας.

Στην τελετή παρέστησαν στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, γεγονός απολύτως αναμενόμενο για μια στρατιωτική εγκατάσταση σε ακριτική νησίδα.

Ωστόσο, τουρκικά δημοσιεύματα επέλεξαν να δώσουν εντελώς διαφορετική διάσταση στο γεγονός.

«Οι Έλληνες βάζουν στρατό σε κάθε βράχο»
Με ιδιαίτερα φορτισμένη γλώσσα, τουρκικά μέσα παρουσιάζουν τη Ρω ως νέο σημείο ελληνικής «στρατιωτικής κινητοποίησης» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε χαρακτηριστική αναφορά υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα «τοποθετεί στρατιωτικές μονάδες σε κάθε βράχο», επιχειρώντας να δημιουργηθεί η εντύπωση συστηματικής ελληνικής στρατιωτικής επέκτασης απέναντι από τις τουρκικές ακτές.

Η Ρω εμφανίζεται μάλιστα στα δημοσιεύματα ως νησίδα που βρίσκεται περίπου 1.800 μέτρα από το Κας, στην επαρχία της Αττάλειας.

Η τουρκική πλευρά επισημαίνει επίσης ότι δεν έχει δημοσιοποιηθεί ο αριθμός του στρατιωτικού προσωπικού που υπηρετεί στη νησίδα.

Η συγκεκριμένη ρητορική δεν είναι τυχαία. Επιχειρεί να μετατρέψει την εγγύτητα ελληνικών νησιών και νησίδων προς τις τουρκικές ακτές σε επιχείρημα αμφισβήτησης της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας.

Γιατί η Ρω βρίσκεται ξανά στο τουρκικό στόχαστρο
Η Ρω δεν είναι ένα τυχαίο σημείο στον χάρτη.

Βρίσκεται δυτικά του Καστελλορίζου και αποτελεί τμήμα ενός γεωγραφικού συμπλέγματος που έχει αποκτήσει τεράστια σημασία στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για την Ανατολική Μεσόγειο.

Για την Αθήνα, η παρουσία στη Ρω συνδέεται με την άσκηση κυριαρχίας και την προστασία ακριτικών περιοχών.

Για την Άγκυρα, αντίθετα, κάθε ελληνική στρατιωτική ή διοικητική δραστηριότητα στην περιοχή εντάσσεται συχνά στο ευρύτερο αφήγημα περί «απειλής» κοντά στις τουρκικές ακτές.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης: άλλο η ύπαρξη ελληνικής κυριαρχίας και άλλο η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ίδια η άσκησή της ως επιθετική πράξη.

Η επίκληση της Συνθήκης της Λωζάννης
Το τουρκικό δημοσίευμα επαναφέρει και τη γνωστή τουρκική επιχειρηματολογία περί Συνθήκης της Λωζάννης.

Συγκεκριμένα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ορισμένες νησίδες δεν μπορούν να στρατιωτικοποιούνται ή να αξιοποιούνται με συγκεκριμένες υποδομές.

Πρόκειται για πάγια τουρκική ερμηνεία, την οποία η ελληνική πλευρά απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα ασκεί νόμιμα τα κυριαρχικά της δικαιώματα και έχει δικαίωμα να προστατεύει την επικράτειά της.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει ακόμη και έργα διαμονής προσωπικού με το ευρύτερο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης.

Έτσι, μια εγκατάσταση με ξενώνες μετατρέπεται επικοινωνιακά σε «στρατιωτική βάση».

Από τους ξενώνες στη θεωρία περί «ελληνικής περικύκλωσης»
Η τουρκική επικοινωνιακή τακτική ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο.

Πρώτα προβάλλεται μια ελληνική δραστηριότητα.

Στη συνέχεια συνδέεται με την εγγύτητα προς την Τουρκία.

Μετά προστίθεται η αναφορά σε διεθνείς συνθήκες.

Και τέλος δημιουργείται η εικόνα μιας Ελλάδας που δήθεν οικοδομεί «στρατιωτικό κλοιό» γύρω από τα τουρκικά παράλια.

Το αποτέλεσμα είναι ένα αφήγημα εσωτερικής κατανάλωσης, με σαφή στόχο να μετατρέψει την ελληνική παρουσία σε ελληνική «πρόκληση».

Η απόσταση από το Κας γίνεται εργαλείο προπαγάνδας
Η επαναλαμβανόμενη αναφορά των τουρκικών ΜΜΕ στην απόσταση της Ρω από το Κας έχει και αυτή τη σημασία της.

Η γεωγραφική εγγύτητα χρησιμοποιείται για να ενισχύσει συναισθηματικά το αφήγημα απειλής.

Το μήνυμα είναι περίπου το εξής:

«Η Ελλάδα αναπτύσσει στρατό δίπλα στις τουρκικές ακτές».

Όμως η εγγύτητα μιας ελληνικής νησίδας προς την Τουρκία δεν αναιρεί την κυριαρχία ούτε μετατρέπει αυτομάτως κάθε ελληνική παρουσία σε απειλή.

Αυτό είναι το σημείο που αποσιωπάται μέσα από τους δραματικούς τουρκικούς τίτλους.

Το Καστελλόριζο παραμένει κεντρικό στο παιχνίδι της Ανατολικής Μεσογείου
Η πραγματική αιτία της έντασης βρίσκεται βαθύτερα.

Το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου αποτελεί κρίσιμο σημείο στον γεωπολιτικό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.

Είναι η περιοχή όπου τέμνονται:

οι ελληνικές και τουρκικές αντιλήψεις περί θαλάσσιων ζωνών,

οι ενεργειακοί σχεδιασμοί,

η σύνδεση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου,

η κυπριακή διάσταση

και η ευρύτερη στρατηγική αντιπαράθεση Ελλάδας–Τουρκίας.

Για αυτό και κάθε δραστηριότητα στη Ρω ή στο Καστελλόριζο αποκτά δυσανάλογη δημοσιότητα στον τουρκικό Τύπο.

Η Ρω ως σύμβολο ελληνικής παρουσίας
Η νήσος Ρω έχει αποκτήσει εδώ και δεκαετίες ιδιαίτερο συμβολισμό για την Ελλάδα.

Δεν είναι απλώς μια μικρή νησίδα.

Είναι σημείο ακριτικής παρουσίας και ιστορικά έχει συνδεθεί με τη διαρκή ελληνική παρουσία στην περιοχή.

Ακριβώς αυτή η συμβολική διάσταση είναι που καθιστά τη Ρω ιδιαίτερα ενοχλητική για ένα τμήμα της τουρκικής εθνικιστικής ρητορικής.

Η βελτίωση των εγκαταστάσεων του προσωπικού μεταφράζεται έτσι σε πολιτικό μήνυμα:

η Ελλάδα δεν εγκαταλείπει τα ακριτικά της σημεία.

Γιατί η Άγκυρα ανεβάζει τώρα τους τόνους
Η χρονική συγκυρία επίσης έχει σημασία.

Η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σε περίοδο έντονης αναδιάταξης συμμαχιών.

Η Ελλάδα εμβαθύνει τις σχέσεις της με Ισραήλ, Κύπρο και άλλους περιφερειακούς παίκτες.

Η Τουρκία επιδιώκει να διευρύνει το δικό της περιφερειακό αποτύπωμα και να δημιουργήσει νέα σχήματα συνεργασίας.

Παράλληλα, οι συζητήσεις για θαλάσσιες ζώνες, ενεργειακούς διαδρόμους και ασφάλεια υποδομών αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία.

Σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και μια μικρή νησίδα μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο μεγάλης επικοινωνιακής αντιπαράθεσης.

Η σύνδεση με τη Συμφωνία της Μέκκας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί και η προσπάθεια του τουρκικού δημοσιεύματος να συνδέσει τη Ρω με τη νέα Συμφωνία της Μέκκας.

Πρόκειται για σαφή προσπάθεια να ενταχθεί ένα καθαρά ελληνοτουρκικό ζήτημα σε μια πολύ ευρύτερη περιφερειακή αφήγηση.

Η συμφωνία Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν παρουσιάζεται από την Άγκυρα ως μέρος μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Η σύνδεση της Ρω με αυτή τη συμφωνία επιχειρεί ουσιαστικά να στείλει το μήνυμα ότι η Τουρκία δεν βλέπει πλέον τις ελληνοτουρκικές διαφορές απομονωμένα, αλλά μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα συμμαχιών και περιφερειακών μπλοκ.

Από το Αιγαίο στη Μέση Ανατολή – Η νέα τουρκική αφήγηση
Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης.

Η τουρκική στρατηγική αφήγηση αλλάζει.

Η Αθήνα δεν παρουσιάζεται μόνο ως αντίπαλος στο Αιγαίο.

Συνδέεται με την Κύπρο.

Με το Ισραήλ.

Με την Ανατολική Μεσόγειο.

Με τις νέες ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές.

Και τώρα ακόμη και με τα νέα περιφερειακά σχήματα ασφαλείας που δημιουργούνται από τον Κόλπο μέχρι τη Νότια Ασία.

Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να μεταφέρει την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση από το διμερές επίπεδο σε έναν πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό χάρτη.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αφήσει το πεδίο της ενημέρωσης κενό
Οι τουρκικοί τίτλοι γύρω από τη Ρω καταδεικνύουν για ακόμη μια φορά ότι η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο με στρατιωτικά μέσα ή διπλωματικές ανακοινώσεις.

Διεξάγεται και στο πεδίο της πληροφορίας.

Η δημιουργία εικόνας «ελληνικής επιθετικότητας» αποτελεί σταθερό εργαλείο της τουρκικής επικοινωνιακής στρατηγικής.

Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα χρειάζεται σταθερή και τεκμηριωμένη δημόσια παρουσία, ιδιαίτερα όταν τουρκικές πηγές επιχειρούν να παρουσιάσουν έργα υποδομής ως παραβίαση διεθνών συμφωνιών.

Οι δύο ξενώνες δεν είναι το πραγματικό θέμα
Τελικά, η υπόθεση δεν αφορά δύο κτίρια.

Ούτε αφορά το πόσα στελέχη θα φιλοξενηθούν στη Ρω.

Το πραγματικό θέμα είναι ποιος έχει το δικαίωμα να ασκεί κυριαρχία, να διατηρεί παρουσία και να προστατεύει τις ακριτικές περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει την ελληνική παρουσία σε πολιτικό πρόβλημα.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει την παρουσία αυτή ως αυτονόητη άσκηση κυριαρχίας.

Και αυτό ακριβώς είναι το χάσμα που δημιουργεί τις συνεχείς εντάσεις.

Η Ρω μετατρέπεται ξανά σε γεωπολιτικό σύμβολο
Το πιθανότερο είναι ότι η τουρκική επικοινωνιακή επίθεση δεν θα σταματήσει εδώ.

Η γεωγραφία της Ρω, το Καστελλόριζο και η ευρύτερη περιοχή θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο των τουρκικών αναφορών.

Όσο η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική αξία, τόσο μικρά νησιά και νησίδες αποκτούν τεράστιο γεωπολιτικό βάρος.

Και η Ρω είναι ένα από αυτά.

Η τουρκική αντίδραση στα εγκαίνια δύο ξενώνων αποκαλύπτει τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο:

την προσπάθεια της Άγκυρας να αμφισβητεί επικοινωνιακά κάθε ελληνική κίνηση στην περιοχή και να δημιουργεί διαρκές κλίμα «κρίσης» γύρω από την ελληνική παρουσία στο σύμπλεγμα του Καστελλορίζου.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, δεν έχει λόγο να συμμετέχει στον επικοινωνιακό πανικό.

Έχει όμως κάθε λόγο να καθιστά σαφές ότι η παρουσία της στα ακριτικά νησιά και τις νησίδες της δεν αποτελεί «στρατιωτικοποίηση» ξένης γης, αλλά άσκηση κυριαρχίας στην ελληνική επικράτεια.