Διπλωματική αντεπίθεση της Αθήνας: Το σχέδιο που μπορεί να «σπάσει» το τουρκολιβυκό μνημόνιο



Η Ελλάδα επιχειρεί να κλείσει μία από τις μεγαλύτερες εκκρεμότητες της εξωτερικής της πολιτικής: την ολοκλήρωση των θαλάσσιων οριοθετήσεων με όλες τις γειτονικές χώρες.

Μετά τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο το 2020, η Αθήνα στρέφει πλέον το βάρος της σε τρεις ανοιχτούς φακέλους: Λιβύη, Αλβανία και Τουρκία.

Τρεις χώρες, τρεις εντελώς διαφορετικές διαπραγματεύσεις και ένα κοινό στρατηγικό διακύβευμα:

τη θωράκιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι φιλόδοξος. Ιδανικά, θα ήθελε μέχρι το τέλος της κυβερνητικής θητείας να έχει καταγράψει ουσιαστική πρόοδο και στα τρία μέτωπα.

Στην πράξη, όμως, οι δυσκολίες είναι τεράστιες.

Με τη Λιβύη υπάρχει ήδη τεχνικός διάλογος.

Με την Αλβανία η Αθήνα έχει επιλέξει τον δρόμο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Και με την Τουρκία, οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν ακόμη και για το βασικότερο: ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο της διαφοράς που πρέπει να συζητηθεί.

Η συμφωνία με την Αίγυπτο παραμένει ο ελληνικός «οδικός χάρτης»
Για την Αθήνα, το σημείο αναφοράς είναι η συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου της 6ης Αυγούστου 2020.

Η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές κινήσεις της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Και ο λόγος ήταν σαφής.

Η συμφωνία υπεγράφη λίγους μήνες μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο και έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα:

τα ελληνικά νησιά διαθέτουν θαλάσσιες ζώνες και δεν μπορούν να εξαφανίζονται από τον χάρτη επειδή αυτό εξυπηρετεί τον γεωπολιτικό σχεδιασμό της Άγκυρας.

Κρήτη, Ρόδος και Κάρπαθος αποτέλεσαν κρίσιμα σημεία στην ελληνική επιχειρηματολογία.

Η συμφωνία με το Κάιρο δεν εξαφάνισε νομικά το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Περιόρισε όμως στην πράξη τη δυνατότητα της Τουρκίας να εμφανίζει τις δικές της χαράξεις ως τη μοναδική πραγματικότητα στην περιοχή.

Και κυρίως απέδειξε ότι η οριοθέτηση μπορεί να γίνει μέσω διαπραγμάτευσης, συμβιβασμών και εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου.

Αυτό ακριβώς το μοντέλο θέλει να επαναλάβει η Αθήνα.

Λιβύη: Το πιο ενεργό μέτωπο αυτή τη στιγμή
Από τους τρεις φακέλους, εκείνος της Λιβύης παρουσιάζει σήμερα τη μεγαλύτερη κινητικότητα.

Ελλάδα και κυβέρνηση της Τρίπολης έχουν ήδη πραγματοποιήσει τρεις γύρους τεχνικών συνομιλιών για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Η ελληνική στρατηγική είναι διπλή.

Από τη μία πλευρά, η Αθήνα θέλει να συνεχίσει τον διάλογο με την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Από την άλλη, δεν θέλει να χάσει την επαφή με τη Βεγγάζη και την ανατολική Λιβύη.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η Λιβύη εξακολουθεί να είναι πολιτικά και διοικητικά διχασμένη.

Μια συμφωνία που θα υπέγραφε μόνο η μία πλευρά θα μπορούσε να αμφισβητηθεί από την άλλη.

Για την Αθήνα, η πραγματικά ασφαλής λύση είναι μια οριοθέτηση που θα γίνει αποδεκτή από ολόκληρη τη λιβυκή κρατική δομή.

Το μεγάλο ελληνικό πλεονέκτημα απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο
Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρείται από την ελληνική πλευρά ότι οι αρχές της ανατολικής Λιβύης δεν έχουν επικυρώσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.

Αυτό αφήνει ανοιχτό ένα κρίσιμο διπλωματικό παράθυρο.

Η Ελλάδα επιχειρεί να πείσει ότι η οριοθέτηση Ελλάδας–Λιβύης μπορεί να προσφέρει μια πολύ πιο σταθερή και διεθνώς υπερασπίσιμη λύση από τη συμφωνία που υπέγραψε η Τρίπολη με την Άγκυρα.

Παράλληλα, θετικά αξιολογείται στην Αθήνα το γεγονός ότι σε πρόσφατες λιβυκές κινήσεις για θαλάσσια οικόπεδα χρησιμοποιήθηκε ως βάση η μέση γραμμή.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση θεωρείται ένδειξη ότι υπάρχει περιθώριο πραγματικής τεχνικής διαπραγμάτευσης.

Ελλάδα και Λιβύη δεν ξεκινούν από το μηδέν
Οι συνομιλίες για θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης δεν είναι καινούργιες.

Οι δύο χώρες είχαν πραγματοποιήσει επαφές ήδη από τη δεκαετία του 2000.

Τότε δεν επετεύχθη συμφωνία.

Ωστόσο, είχε παραχθεί σημαντική τεχνική εργασία, είχαν καταγραφεί οι βασικές διαφορές και είχε δημιουργηθεί μια βάση πάνω στην οποία μπορούν να στηριχθούν οι σημερινές συνομιλίες.

Αυτό δίνει στην Αθήνα ένα πλεονέκτημα: ο φάκελος δεν ανοίγει από λευκό χαρτί.

Το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει ο εσωτερικός διχασμός της Λιβύης.

Και γι’ αυτό η Ελλάδα παρακολουθεί στενά τόσο τις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών όσο και εκείνες των ΗΠΑ για ενοποίηση των λιβυκών θεσμών.

Η Τουρκία παρακολουθεί στενά το λιβυκό μέτωπο
Η όποια πρόοδος Ελλάδας–Λιβύης δεν αφορά μόνο τις δύο χώρες.

Αφορά άμεσα την Τουρκία.

Ολόκληρη η στρατηγική του τουρκολιβυκού μνημονίου στηρίζεται στην παραδοχή ότι ελληνικά νησιά δεν δικαιούνται πλήρη ή ουσιαστική επήρεια στη χάραξη θαλασσίων ζωνών.

Μια συμφωνία Ελλάδας–Λιβύης που θα στηριζόταν σε διαφορετική λογική θα δημιουργούσε σοβαρό πολιτικό και νομικό αντίβαρο στην τουρκική στρατηγική.

Γι’ αυτό και η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να επιχειρεί να διατηρήσει ισχυρή επιρροή τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη.

Η μάχη για την ελληνική ΑΟΖ με τη Λιβύη είναι ταυτόχρονα και μάχη για το μέλλον του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Αλβανία: Η Αθήνα επιλέγει Χάγη
Στην περίπτωση της Αλβανίας, η στρατηγική είναι εντελώς διαφορετική.

Αθήνα και Τίρανα έχουν συμφωνήσει ότι δεν θα επιχειρήσουν απλώς έναν ακόμη γύρο διμερούς διαπραγμάτευσης.

Η διαφορά θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η επιλογή αυτή είναι σημαντική.

Δείχνει ότι η Ελλάδα επιθυμεί να λύσει μια σύνθετη θαλάσσια διαφορά χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό του διεθνούς δικαίου.

Πριν όμως φτάσει η υπόθεση στο Δικαστήριο, απαιτείται να συμφωνηθεί το λεγόμενο συνυποσχετικό.

Το συνυποσχετικό είναι το πραγματικό «κλειδί»
Το συνυποσχετικό δεν είναι μια τυπική διαδικασία.

Είναι το κείμενο που θα καθορίσει τι ακριβώς ζητούν Ελλάδα και Αλβανία από τη Χάγη να αποφασίσει.

Και επομένως η διατύπωσή του είναι καθοριστική.

Αθήνα και Τίρανα πρέπει να συμφωνήσουν το αντικείμενο της διαφοράς, τη νομική βάση της προσφυγής και τα ζητήματα που θα τεθούν ενώπιον των δικαστών.

Χωρίς αυτό το κείμενο, υπόθεση στη Χάγη δεν υπάρχει.

Ο Αλβανός πρωθυπουργός Έντι Ράμα έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο σημαντικής εξέλιξης μέχρι το τέλος του 2026.

Στην Αθήνα, ωστόσο, οι εκτιμήσεις εμφανίζονται πιο συγκρατημένες.

Η τεχνική και πολιτική προετοιμασία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η ενταξιακή πορεία της Αλβανίας ως μοχλός πίεσης
Η Ελλάδα διαθέτει πάντως έναν ισχυρό διπλωματικό μοχλό.

Την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.

Τα Τίρανα επιθυμούν να προχωρήσουν προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Αθήνα γνωρίζει ότι οι σχέσεις καλής γειτονίας και η επίλυση διαφορών αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας αυτής.

Η ελληνική πλευρά μπορεί επομένως να συνδέσει πολιτικά την πρόοδο των ελληνοαλβανικών σχέσεων με την ευρωπαϊκή προοπτική των Τιράνων, χωρίς να εγκαταλείπει τη λογική της διεθνούς δικαιοδοσίας.

Από το φθινόπωρο, το ζήτημα αναμένεται να επιστρέψει πιο δυναμικά στις διμερείς επαφές.

Τουρκία: Εκεί όπου αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα
Εάν η Λιβύη είναι ο πιο ενεργός φάκελος και η Αλβανία ο πιο θεσμικά οργανωμένος, η Τουρκία είναι με διαφορά η πιο δύσκολη περίπτωση.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι Ελλάδα και Τουρκία διαφωνούν για την οριοθέτηση.

Διαφωνούν ακόμη και για το ποιο είναι το αντικείμενο που πρέπει να τεθεί στο τραπέζι.

Η Αθήνα έχει ξεκαθαρίσει εδώ και χρόνια ότι αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά:

την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η τουρκική πλευρά ζητά πολύ ευρύτερη ατζέντα.

Η Άγκυρα θέλει να βάλει τα πάντα στο τραπέζι
Η Τουρκία επιδιώκει να συνδέσει την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με ένα σύνολο άλλων απαιτήσεων.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται ζητήματα που αφορούν:

τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες», την κυριαρχία επί νησίδων και βραχονησίδων και την αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών.

Η Ελλάδα απορρίπτει κατηγορηματικά αυτές τις αξιώσεις.

Δεν τις θεωρεί «διαφορές».

Τις θεωρεί μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις πάνω σε ζητήματα ελληνικής κυριαρχίας.

Ακριβώς γι’ αυτό, παρά τη σχετική ύφεση που κατά περιόδους καταγράφεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η ουσιαστική απόσταση παραμένει τεράστια.

Το θεμελιώδες ερώτημα: Τι θα συζητηθεί;
Για να υπάρξει πραγματική ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί το αντικείμενο.

Η Αθήνα λέει:

θαλάσσια οριοθέτηση.

Η Άγκυρα λέει:

θαλάσσια οριοθέτηση μαζί με ένα ευρύτερο πακέτο ζητημάτων.

Όσο αυτή η απόσταση δεν γεφυρώνεται, καμία σοβαρή διαπραγμάτευση δεν μπορεί να ξεκινήσει.

Η ελληνική στρατηγική σε αυτή τη φάση είναι επομένως περισσότερο διαχείριση παρά επίλυση.

Η Αθήνα θέλει «ήρεμα νερά», όχι διαπραγμάτευση κυριαρχίας
Η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας.

Στόχος είναι να μειωθεί ο κίνδυνος στρατιωτικής έντασης, ατυχήματος ή κρίσης στο Αιγαίο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αθήνα είναι διατεθειμένη να συζητήσει ελληνική κυριαρχία.

Τα «ήρεμα νερά» δεν συνεπάγονται ελληνική αποδοχή της τουρκικής ατζέντας.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική λεπτομέρεια.

Η Ελλάδα θέλει διάλογο.

Αλλά θέλει διάλογο μόνο πάνω σε εκείνο που θεωρεί πραγματική νομική διαφορά.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» επιστρέφει ως παράγοντας αστάθειας
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί στην Αθήνα η συζήτηση στο εσωτερικό της Τουρκίας για πιθανή περαιτέρω θεσμική κατοχύρωση της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η συγκεκριμένη στρατηγική αντίληψη παρουσιάζει εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ως χώρο ζωτικών τουρκικών συμφερόντων.

Για την Ελλάδα, η μετατροπή αυτής της αντίληψης σε ισχυρότερη νομοθετική ή θεσμική βάση θα αποτελούσε εξαιρετικά αρνητική εξέλιξη.

Θα παγίωνε τον τουρκικό αναθεωρητισμό ακριβώς τη στιγμή που Αθήνα και Άγκυρα υποστηρίζουν ότι προσπαθούν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους.

Η Ελλάδα επιχειρεί να χτίσει «τείχος συμφωνιών»
Η μεγάλη στρατηγική εικόνα είναι σαφής.

Η Αθήνα επιδιώκει να δημιουργήσει σταδιακά ένα δίκτυο διεθνών συμφωνιών γύρω από τις ελληνικές θαλάσσιες ζώνες.

Ιταλία.

Αίγυπτος.

Στο μέλλον, ιδανικά, Λιβύη και Αλβανία.

Και τελευταίος –και δυσκολότερος– κρίκος, η Τουρκία.

Κάθε νέα συμφωνία ενισχύει την ελληνική θέση ότι οι θαλάσσιες διαφορές μπορούν να επιλύονται με διεθνές δίκαιο και όχι με μονομερείς χάρτες, στρατιωτικές πιέσεις ή τετελεσμένα.

Και αυτό αποτελεί άμεση απάντηση στη στρατηγική της Άγκυρας.

Η Λιβύη μπορεί να γίνει το επόμενο μεγάλο ελληνικό διπλωματικό στοίχημα
Από όλες τις εκκρεμείς περιπτώσεις, η Λιβύη φαίνεται σήμερα να προσφέρει το μεγαλύτερο άμεσο περιθώριο κίνησης.

Οι τεχνικές συνομιλίες έχουν ξεκινήσει.

Υπάρχει παλαιότερη διαπραγματευτική εργασία.

Υπάρχουν σημάδια ότι η μέση γραμμή μπορεί να λειτουργήσει ως βάση.

Και κυρίως, η επίτευξη συμφωνίας Ελλάδας–Λιβύης θα είχε τεράστια στρατηγική σημασία απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Για την Άγκυρα θα αποτελούσε σοβαρό πλήγμα.

Για την Αθήνα θα αποτελούσε σημαντικό διπλωματικό κέρδος.

Το μεγάλο στοίχημα μέχρι το τέλος της κυβερνητικής θητείας
Η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε μέχρι το τέλος της θητείας της να έχει προχωρήσει ουσιαστικά και στα τρία μέτωπα.

Η πιθανότητα να κλείσουν και οι τρεις φάκελοι είναι περιορισμένη.

Όμως ακόμη και μία σημαντική πρόοδος στη Λιβύη ή η ενεργοποίηση της προσφυγής με την Αλβανία στη Χάγη θα άλλαζε σημαντικά τη διπλωματική εικόνα.

Η πραγματική στρατηγική της Αθήνας είναι η σταδιακή οικοδόμηση ενός νομικού και γεωπολιτικού πλέγματος που θα περιορίζει τις μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις.

Και εκεί βρίσκεται η ουσία.

Η μάχη της ΑΟΖ δεν είναι μόνο για το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο
Η οριοθέτηση ΑΟΖ δεν αφορά μόνο την ενέργεια.

Αφορά κυριαρχικά δικαιώματα.

Αφορά υποθαλάσσιες διασυνδέσεις.

Αφορά καλώδια και αγωγούς.

Αφορά έρευνες.

Αφορά θαλάσσιες υποδομές.

Αφορά τελικά ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει τι γίνεται σε τεράστιες θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις οριοθετήσεις ως ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας.

Το πραγματικό παιχνίδι παίζεται στην Ανατολική Μεσόγειο
Η επόμενη περίοδος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Η Λιβύη βρίσκεται σε διαδικασία πολιτικών ανακατατάξεων.

Η Αλβανία προσπαθεί να επιταχύνει την ευρωπαϊκή της πορεία.

Η Τουρκία εξακολουθεί να προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Και η Ελλάδα επιχειρεί να μετατρέψει το Διεθνές Δίκαιο σε συγκεκριμένες συμφωνίες πάνω στον χάρτη.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.

Όχι απλώς να δηλώνει ποια θεωρεί ότι είναι τα δικαιώματά της.

Αλλά να τα κατοχυρώνει μέσα από συμφωνίες με τους γείτονές της.

Μετά την Ιταλία και την Αίγυπτο, η Αθήνα ανοίγει τώρα το δυσκολότερο κεφάλαιο: να κλείσει τα τελευταία κενά στον χάρτη της ελληνικής ΑΟΖ πριν η Τουρκία επιχειρήσει να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα.