Ιρανική σκιά πάνω από την Ανατολική Μεσόγειο – Τι φοβάται η Αθήνα



Έντονη διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Αθήνας–Τεχεράνης, την ώρα που η επέκταση της αντιπαράθεσης Ιράν–ΗΠΑ πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια της Μέσης Ανατολής δημιουργεί ένα νέο και εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον ασφαλείας για την Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.

Η δημοσιοποίηση από τους Financial Times πληροφοριών σύμφωνα με τις οποίες η Τεχεράνη έχει εξετάσει σενάρια πληγμάτων εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών στόχων στη νότια και νοτιοανατολική Ευρώπη, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κύπρο και τη Βουλγαρία, προκαλεί εύλογη ανησυχία και στην Αθήνα. Το δημοσίευμα δεν κάνει λόγο κατ’ ανάγκην για «τρομοκρατικά χτυπήματα», αλλά για ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων ή άλλων δυτικών στόχων, σε περίπτωση νέας αμερικανικής στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ελληνικό ερώτημα:

Μπορεί η Αθήνα να διατηρήσει την ελληνική επικράτεια έξω από έναν νέο κύκλο ιρανικών αντιποίνων, παρά τις στενές στρατηγικές σχέσεις της με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Κύπρο;

Η τηλεφωνική επικοινωνία του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Ιρανό ομόλογό του Αμπάς Αραγτσί στις 13 Αυγούστου αποκτά, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων, ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία.

Η κρίσιμη τηλεφωνική επικοινωνία Γεραπετρίτη–Αραγτσί
Το βράδυ της Πέμπτης 13 Αυγούστου, ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον Σεγέντ Αμπάς Αραγτσί.

Σύμφωνα με την επίσημη ελληνική ενημέρωση, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών ενημέρωσε την Αθήνα για τις περιφερειακές εξελίξεις και ειδικότερα για τις συνομιλίες Ιράν–Ομάν σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο Έλληνας υπουργός υπογράμμισε τη σημασία της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της θαλάσσιας ασφάλειας.

Το σημαντικότερο ίσως σημείο ήταν ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας, τόσο σε επίπεδο υπουργών όσο και μέσω των διπλωματικών αποστολών Αθήνας και Τεχεράνης.

Επισήμως, δεν έχει ανακοινωθεί ότι αντικείμενο της συνομιλίας ήταν μια ρητή «εξαίρεση» της Ελλάδας από ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα.

Η συγκυρία όμως είναι εξαιρετικά κρίσιμη.

Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, διαθέτει στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ, φιλοξενεί σημαντικές αμερικανικές υποδομές και παράλληλα έχει αναπτύξει στρατιωτικές δυνατότητες για την προστασία της Κύπρου και της Βουλγαρίας απέναντι σε πιθανές απειλές που προέρχονται από την κρίση με το Ιράν.

Άρα, η διατήρηση απευθείας διαύλου με την Τεχεράνη αποτελεί για την Αθήνα ζωτικό εργαλείο αποτροπής μιας επικίνδυνης παρεξήγησης ή στοχοποίησης.

Οι Financial Times αλλάζουν τα δεδομένα: Κύπρος και Βουλγαρία στο ιρανικό «ραντάρ»
Η αποκάλυψη των Financial Times είναι ιδιαίτερα σοβαρή.

Σύμφωνα με πηγές κοντά στο ιρανικό καθεστώς που επικαλείται η βρετανική εφημερίδα, η Τεχεράνη έχει εξετάσει την πιθανότητα να επεκτείνει την απάντησή της πέρα από τη Μέση Ανατολή, εφόσον οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε νέο κύκλο στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Στις επιλογές που έχουν εξεταστεί περιλαμβάνονται αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Βουλγαρία και στρατιωτικοί στόχοι στην Κύπρο, ενώ το Ιράν φέρεται να αξιολογεί γενικότερα την ικανότητά του να πλήξει δυτικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή.

Το στοιχείο αυτό αλλάζει ριζικά την εικόνα.

Μέχρι σήμερα, η ευρωπαϊκή πτέρυγα της κρίσης θεωρούνταν περισσότερο δευτερεύουσα.

Πλέον η Ανατολική Μεσόγειος και η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ εμφανίζονται ως πιθανό πεδίο αντιποίνων.

Και η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στις δύο περιοχές που κατονομάζονται: Κύπρο και Βουλγαρία.

Η Ελλάδα βρίσκεται στη μέση ενός εξαιρετικά επικίνδυνου τόξου
Αυτό ακριβώς δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους Έλληνες επιτελείς.

Στον νότο βρίσκεται η Κύπρος.

Στον βορρά βρίσκεται η Βουλγαρία.

Στο κέντρο βρίσκεται η Ελλάδα, με κρίσιμες υποδομές, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αμερικανική παρουσία.

Η γεωγραφία δεν επιτρέπει εφησυχασμό.

Η Σούδα στην Κρήτη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μάλιστα, ήδη από την προηγούμενη φάση της σύγκρουσης, ελληνικές πηγές και στρατιωτικές αξιολογήσεις αντιμετώπιζαν τη Σούδα ως περιοχή αυξημένου κινδύνου σε περίπτωση γενικευμένης ιρανικής αντιπαράθεσης με τη Δύση. Η Αθήνα είχε ενεργοποιήσει Patriot και πρόσθετα αντιαεροπορικά μέσα στην Κρήτη.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση καλείται να κινηθεί σε μία εξαιρετικά λεπτή γραμμή:

να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, Κύπρου και ευρωπαϊκών εταίρων, χωρίς όμως να μετατραπεί η ελληνική επικράτεια σε μέρος του επιχειρησιακού μετώπου εναντίον του Ιράν.

Το μήνυμα που θέλει να στείλει η Αθήνα στην Τεχεράνη
Η ελληνική διπλωματική στρατηγική φαίνεται να βασίζεται σε μία θεμελιώδη διάκριση.

Η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει αμυντική προστασία σε συμμάχους και εταίρους, να ενισχύει την Κύπρο, να συμμετέχει στην προστασία της Βουλγαρίας και να υποστηρίζει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.

Όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι επιθυμεί να μετατραπεί σε ορμητήριο επιθετικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.

Η Αθήνα έχει επιμείνει δημόσια στη διπλωματική λύση, στον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και στην προστασία της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.

Αυτό είναι πιθανότατα και το βασικό πολιτικό μήνυμα που επιχειρεί να μεταφέρει προς την Τεχεράνη:

«Η Ελλάδα δεν αποτελεί μέρος της επιθετικής σύγκρουσης με το Ιράν».

Σε μία περίοδο όμως κατά την οποία η διάκριση μεταξύ αμυντικής υποστήριξης και στρατιωτικής συμμετοχής μπορεί να ερμηνεύεται διαφορετικά από κάθε πρωτεύουσα, η διατήρηση ανοιχτής τηλεφωνικής γραμμής αποκτά τεράστια αξία.

Γιατί η Βουλγαρία προκαλεί τόσο μεγάλη ανησυχία στην Αθήνα
Η Βουλγαρία δεν βρίσκεται στο ιρανικό ενδιαφέρον τυχαία.

Ο Αμπάς Αραγτσί είχε ήδη εκφράσει προς τη βουλγαρική κυβέρνηση την αντίθεση της Τεχεράνης στη χρήση βουλγαρικού εδάφους από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, μετά την έγκριση ανάπτυξης αμερικανικών ιπτάμενων τάνκερ KC-135 και προσωπικού στη βάση Bezmer.

Η Τεχεράνη υποστήριξε ότι τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να συνδέσουν τη Βουλγαρία με αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν.

Η Ελλάδα έχει ήδη βρεθεί επιχειρησιακά συνδεδεμένη με την άμυνα της Βουλγαρίας.

Τον Μάρτιο, μετά από αίτημα της Σόφιας, η Αθήνα είχε μετακινήσει πυροβολαρχία Patriot και ελληνικά F-16 στη Βόρεια Ελλάδα για την ενίσχυση της αντιβαλλιστικής προστασίας της Βουλγαρίας απέναντι σε πιθανή ιρανική απειλή.

Επομένως, οποιαδήποτε νέα ιρανική απειλή προς τη Βουλγαρία αφορά εμμέσως και την Ελλάδα.

Κύπρος: Το δεύτερο μέτωπο που «καίει» την Αθήνα
Ακόμη πιο ευαίσθητο είναι το ζήτημα της Κύπρου.

Το Ιράν έχει ήδη εκφράσει επανειλημμένα την ανησυχία του για τη χρήση ξένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο νησί.

Ο Αραγτσί είχε θέσει το θέμα απευθείας στον Κύπριο υπουργό Εξωτερικών, με επίκεντρο τη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου και τον βαθμό στον οποίο δυτικές στρατιωτικές υποδομές στην Κύπρο θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ιράν.

Η Λευκωσία, πάντως, αντέδρασε στο σημερινό δημοσίευμα των Financial Times, με κυβερνητικές πηγές να υποστηρίζουν ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θεωρεί ότι αποτελεί στόχο του Ιράν και ότι παραμένει σε επικοινωνία με την Τεχεράνη.

Αυτή η στάση είναι ενδεικτική και για την ελληνική στρατηγική:

αποτροπή και στρατιωτική προετοιμασία από τη μία, ανοιχτοί διπλωματικοί δίαυλοι από την άλλη.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει το προηγούμενο
Η ανησυχία δεν είναι θεωρητική.

Κατά την προηγούμενη μεγάλη φάση της σύγκρουσης, η Ελλάδα είχε προχωρήσει σε σοβαρές στρατιωτικές κινήσεις για την προστασία της Κύπρου και της Βουλγαρίας.

Η Αθήνα απέστειλε στην Κύπρο στρατιωτικά μέσα, ενώ ανέπτυξε Patriot και μαχητικά προκειμένου να καλύψει κρίσιμες περιοχές και να περιορίσει τον κίνδυνο βαλλιστικών ή μη επανδρωμένων επιθέσεων.

Οι κινήσεις αυτές είχαν καθαρά αμυντικό χαρακτήρα.

Όμως από την οπτική της Τεχεράνης, κάθε δυτικό σύστημα που προστατεύει στρατιωτικές εγκαταστάσεις μπορεί να ενταχθεί στη συνολική αρχιτεκτονική του αντιπάλου.

Γι’ αυτό και η Αθήνα θέλει να αποφύγει μία κατάσταση κατά την οποία η στρατηγική της σχέση με τη Δύση θα μεταφραστεί από το Ιράν σε συμμετοχή στον πόλεμο.

Τι ισχύει για τις πληροφορίες περί Ιρανών σε Κύπρο και ελληνοβουλγαρικά σύνορα
Τις τελευταίες ώρες κυκλοφορούν παράλληλα πληροφορίες και σενάρια σύμφωνα με τα οποία ιρανικοί πυρήνες ή δυνάμεις έχουν κινηθεί μέσω Τουρκίας και Συρίας προς την Κύπρο, τον Λίβανο ή ακόμη και προς την περιοχή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων.

Το σημείο αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει αξιόπιστη δημόσια επιβεβαίωση από ελληνικές, βουλγαρικές, κυπριακές ή μεγάλες διεθνείς πηγές ότι οργανωμένες ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ή στην Κύπρο.

Επομένως, τέτοιες αναφορές δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως επιβεβαιωμένο γεγονός.

Αυτό που είναι τεκμηριωμένο είναι ότι η Τεχεράνη εξετάζει τρόπους επέκτασης της αποτρεπτικής της απειλής προς ευρωπαϊκούς στρατιωτικούς στόχους, ενώ αναλυτές επισημαίνουν ότι σε περίπτωση διεύρυνσης της σύγκρουσης θα μπορούσε να αξιοποιήσει όχι μόνο συμβατικούς πυραύλους και drones αλλά και φίλιες οργανώσεις ή δίκτυα στην περιοχή.

Τουρκία και Συρία: Ο κρίσιμος διάδρομος
Η Τουρκία αποκτά επίσης ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική εξίσωση.

Η γεωγραφική θέση της την καθιστά αναπόφευκτο κόμβο ανάμεσα στο Ιράν, τη Συρία, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή επαρκή στοιχεία πως η Άγκυρα επιτρέπει τη μετακίνηση ιρανικών στρατιωτικών μονάδων προς την Ευρώπη.

Η Ελλάδα, ωστόσο, έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί εξαιρετικά στενά τις διαδρομές που συνδέουν:

Ιράν – Τουρκία – Συρία – Λίβανο – Ανατολική Μεσόγειο – Βαλκάνια.

Σε περίπτωση νέας γενικευμένης σύγκρουσης, αυτή η γεωγραφική αλυσίδα θα μπορούσε να αποκτήσει κρίσιμο ρόλο τόσο για τη μετακίνηση προσώπων όσο και για την ενεργοποίηση δικτύων επιρροής ή πληρεξούσιων δυνάμεων.

Η Σούδα το μεγαλύτερο ελληνικό «αγκάθι»
Στο ελληνικό σχέδιο ασφαλείας υπάρχει ένα σημείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί:

η βάση της Σούδας.

Η γεωστρατηγική της σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τεράστια.

Αυτό αποτελεί ισχυρό γεωπολιτικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα.

Σε περίοδο όμως γενικευμένου πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, μετατρέπεται ταυτόχρονα σε δυνητικό παράγοντα κινδύνου.

Η αμερικανική παρουσία στη Σούδα, οι εγκαταστάσεις υποστήριξης, οι ναυτικές δυνατότητες και η θέση της Κρήτης στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου την καθιστούν κόμβο εξαιρετικής στρατηγικής σημασίας.

Γι’ αυτό το μεγάλο στοίχημα της Αθήνας είναι να διαχωρίσει την αμυντική και συμμαχική λειτουργία της Ελλάδας από οποιαδήποτε ενδεχόμενη επιθετική στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν.

Γιατί το τηλεφώνημα της 13ης Αυγούστου αποκτά νέα σημασία
Υπό αυτό το πρίσμα, η επικοινωνία Γεραπετρίτη–Αραγτσί παύει να είναι ένα απλό διπλωματικό τηλεφώνημα για το Ορμούζ.

Αποκτά στρατηγική διάσταση.

Η Ελλάδα θέλει να μπορεί να μιλά απευθείας με την Τεχεράνη.

Να γνωρίζει τι θεωρεί το Ιράν «κόκκινη γραμμή».

Να μεταφέρει τις δικές της θέσεις.

Να αποφύγει λανθασμένους υπολογισμούς.

Και, κυρίως, να μην υπάρξει αντίληψη στην ιρανική ηγεσία ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ενεργό μέρος μιας στρατιωτικής εκστρατείας εναντίον της.

Δεν υπάρχει δημόσια επιβεβαίωση ότι το τηλεφώνημα είχε ως αντικείμενο μια ρητή εγγύηση μη στοχοποίησης της Ελλάδας.

Ωστόσο, η διατήρηση ανοιχτών διαύλων ακριβώς σε μία τέτοια στιγμή αποτελεί από μόνη της σημαντικό στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής ασφάλειας.

Η Αθήνα παίζει σε δύο ταμπλό – Και πρέπει να κερδίσει και στα δύο
Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε μία εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία.

Από τη μία πλευρά:

ΗΠΑ, Ισραήλ, Κύπρος, Βουλγαρία και ΝΑΤΟ.

Από την άλλη:

η ανάγκη να μην αποκτήσει η Ελλάδα απευθείας μέτωπο με το Ιράν.

Η Αθήνα δεν μπορεί να εγκαταλείψει τις συμμαχίες της.

Δεν μπορεί όμως και να αγνοήσει ότι η Τεχεράνη διαθέτει πυραυλικές δυνατότητες, drones, περιφερειακά δίκτυα και μέσα ασύμμετρης δράσης.

Συνεπώς, η ελληνική στρατηγική είναι αναγκαστικά διπλή:

ισχυρή στρατιωτική αποτροπή και ταυτόχρονα ενεργός διπλωματία.

Το μεγαλύτερο ερώτημα: Είναι η Ελλάδα εκτός της ιρανικής λίστας;
Μέχρι αυτή τη στιγμή, το δημοσίευμα των Financial Times κατονομάζει Κύπρο και Βουλγαρία ως περιοχές στις οποίες έχουν εξεταστεί αμερικανικοί ή δυτικοί στρατιωτικοί στόχοι.

Η Ελλάδα δεν κατονομάζεται με τον ίδιο τρόπο.

Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποτελεί όμως εγγύηση.

Η πραγματική θέση της χώρας σε έναν πιθανό νέο κύκλο στρατιωτικής κλιμάκωσης θα εξαρτηθεί από:

το εάν και πώς θα χρησιμοποιηθούν ελληνικές ή αμερικανικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, το εύρος των αμερικανικών επιχειρήσεων, την ελληνική στρατιωτική συνδρομή στους συμμάχους και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη θα ερμηνεύσει αυτές τις κινήσεις.

Γι’ αυτό και η διπλωματική μάχη που διεξάγεται πίσω από κλειστές πόρτες μπορεί τελικά να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τα Patriot και τα F-16.

Η Ελλάδα θέλει να μείνει έξω από τη φωτιά
Η νέα κρίση δείχνει πόσο εύκολα ένας πόλεμος στη Μέση Ανατολή μπορεί να φθάσει μέχρι τα Βαλκάνια.

Κύπρος.

Βουλγαρία.

Σούδα.

Στενά του Ορμούζ.

Αμερικανικές βάσεις.

Ιρανικοί πύραυλοι και drones.

Όλα πλέον αποτελούν κομμάτια της ίδιας γεωπολιτικής εξίσωσης.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς όμως να θέλει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή του πολέμου με το Ιράν.

Και αυτό εξηγεί γιατί η απευθείας γραμμή Αθήνας–Τεχεράνης είναι σήμερα τόσο κρίσιμη.

Η ελληνική στρατηγική μπορεί να συνοψιστεί σε μία φράση:

να παραμείνει η χώρα στρατιωτικά θωρακισμένη, διπλωματικά παρούσα και – όσο αυτό είναι δυνατό – έξω από τον κατάλογο των πιθανών ιρανικών αντιποίνων.

Διότι εάν η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν περάσει πραγματικά από τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος δεν θα αποτελεί πλέον το πίσω μέρος του μετώπου. Θα αποτελεί μέρος του ίδιου του μετώπου.