Μια εξαιρετικά αιχμηρή ισραηλινή στρατηγική ανάλυση του Shay Gal επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η σύγκρουση Ισραήλ–Τουρκίας έχει πλέον ξεπεράσει κατά πολύ τη Γάζα, τον Ερντογάν ή ακόμη και την προσωπική αντιπαράθεση της Άγκυρας με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η βασική θέση του Ισραηλινού αναλυτή είναι πολύ πιο βαθιά και αγγίζει άμεσα την Ελλάδα και την Κύπρο:
το Ισραήλ επιχειρεί σταδιακά να καταργήσει τη δυνατότητα της Τουρκίας να λειτουργεί ως αναντικατάστατος γεωπολιτικός «θυρωρός» ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι που πραγματικά εξοργίζει την Άγκυρα.
Όχι επειδή το Ισραήλ «παρεξηγεί» την τουρκική στρατηγική.
Αλλά επειδή, κατά τον Shay Gal, την έχει καταλάβει και έχει αρχίσει να δημιουργεί εναλλακτικές.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της λογικής.
Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί από την αρχή κάτι εξαιρετικά σημαντικό: οι όροι «Sèvres Deterrent», «Constantinople Protocol» και «Poseidon’s Wrath» που χρησιμοποιούνται στο άρθρο αποτελούν αναλυτικές ονομασίες και στρατηγικές έννοιες του ίδιου του συγγραφέα. Δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία ότι αποτελούν επίσημα ισραηλινά στρατιωτικά δόγματα ή επιχειρησιακά σχέδια.
Η σημασία του άρθρου βρίσκεται συνεπώς στην ισραηλινή στρατηγική ανάγνωση που παρουσιάζει – και όχι στην αποκάλυψη κάποιου επιβεβαιωμένου απόρρητου σχεδίου.
«Η Γάζα είναι η γλώσσα της σύγκρουσης – Όχι η πραγματική αιτία»
Ο Shay Gal ξεκινά από το Mavi Marmara του 2010, όταν η ισραηλινή επιχείρηση στο πλοίο που κατευθυνόταν προς τη Γάζα προκάλεσε βαθιά ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ.
Όμως, σύμφωνα με τον ίδιο, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι η σημερινή σύγκρουση εξηγείται αποκλειστικά μέσω του παλαιστινιακού.
Η Γάζα, υποστηρίζει, παρέχει στην Άγκυρα:
ρητορική,
πολιτική κινητοποίηση,
και διπλωματικό έρεισμα για την αντιπαράθεση με το Ισραήλ.
Η πραγματική όμως σύγκρουση βρίσκεται βαθύτερα.
Ο πυρήνας της είναι η σταδιακή διάβρωση της τουρκικής δυνατότητας να ελέγχει κρίσιμες «πύλες» της περιφερειακής γεωπολιτικής.
Η Γάζα είναι η γλώσσα της αντιπαράθεσης. Η απώλεια του τουρκικού gatekeeping είναι, κατά τον συγγραφέα, η ουσία της.
Το μεγάλο τουρκικό δίλημμα
Εδώ ο Ισραηλινός αναλυτής εισάγει αυτό που αποκαλεί «τουρκικό double bind», δηλαδή το στρατηγικό δίλημμα πάνω στο οποίο, κατά την άποψή του, έχει οικοδομηθεί μεγάλο μέρος της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν.
Η Τουρκία πρέπει να είναι αρκετά δυτική ώστε:
να χρηματοδοτείται,
να εξοπλίζεται,
να προσελκύει επενδύσεις,
να έχει πρόσβαση στην αμερικανική και ευρωπαϊκή τεχνολογία,
και να παραμένει στο κέντρο των διαβουλεύσεων του ΝΑΤΟ.
Ταυτόχρονα πρέπει να είναι αρκετά αναθεωρητική και απρόβλεπτη ώστε κανείς να μην μπορεί να την αγνοήσει.
Η πλήρης ευθυγράμμιση με τη Δύση θα μετέτρεπε την Τουρκία σε έναν περισσότερο προβλέψιμο σύμμαχο που ακολουθεί κανόνες. Η ολοκληρωτική ρήξη με τη Δύση θα της κόστιζε αγορές, τεχνολογία, επενδύσεις, στρατιωτική πρόσβαση και πολιτική προστασία.
Έτσι, σύμφωνα με τον Gal, η Άγκυρα επιχειρεί να βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα στα δύο.
Η Τουρκία παράγει κρίσεις – Και μετά πουλάει τη λύση
Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σκληρές διατυπώσεις της ανάλυσης.
Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η Άγκυρα έχει μάθει να «τιμολογεί» τη γεωπολιτική της αναγκαιότητα.
Δημιουργεί ή εκμεταλλεύεται τριβές, στη συνέχεια εμφανίζεται ως απαραίτητος συνομιλητής για τη διαχείρισή τους και τελικά αποκομίζει ανταλλάγματα.
Αν η Δύση πιέσει υπερβολικά την Τουρκία, η Άγκυρα μπορεί να απειλεί:
με προσέγγιση προς τη Ρωσία,
με προβλήματα στις διαδικασίες του ΝΑΤΟ,
με περιορισμό στρατηγικής πρόσβασης,
ή με άνοιγμα μιας νέας περιφερειακής κρίσης.
Αν, αντίθετα, ανταμειφθεί, δημιουργείται η αντίληψη ότι η πίεση αποδίδει.
Κάθε παραχώρηση, σύμφωνα με την ισραηλινή ανάγνωση, αυξάνει την τιμή της επόμενης τουρκικής απαίτησης.
Η Ουάσιγκτον και η «παγίδα» της Τουρκίας
Ο Shay Gal θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν εγκλωβισμένες ακριβώς σε αυτή την εξίσωση.
Η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία για:
τη Μαύρη Θάλασσα,
τα Στενά,
τη Συρία,
το ΝΑΤΟ,
και τη γενικότερη στρατηγική γεωγραφία μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής.
Έτσι, κατά τον συγγραφέα, οι ΗΠΑ φοβούνται συχνά περισσότερο το ενδεχόμενο τουρκικής παρεμπόδισης παρά το κόστος της συνεχούς προσπάθειας κατευνασμού της Άγκυρας.
Η πρόσφατη υπόθεση των F-35 και των S-400 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7–8 Ιουλίου 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και κινήθηκε προς χαλάρωση της πίεσης που προέκυψε μετά την αγορά των ρωσικών S-400. Ωστόσο, αμερικανικοί νομικοί περιορισμοί εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό εμπόδιο στην πραγματική μεταβίβαση των αεροσκαφών.
Το πρόβλημα των S-400 δημιουργήθηκε από τουρκική επιλογή. Και όμως η λύση του μετατρέπεται ξανά σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με την Ουάσιγκτον.
Αυτό ακριβώς παρουσιάζει ο Gal ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τουρκικού μοντέλου.
Και ξαφνικά εμφανίζεται το Σύμφωνο της Μέκκας
Η ανάλυση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των τελευταίων εξελίξεων.
Στις 7 Αυγούστου 2026, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν το Mecca Joint Defence Agreement.
Η συμφωνία προβλέπει ότι μία ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, αν και οι ακριβείς στρατιωτικοί μηχανισμοί εφαρμογής εξακολουθούν να διαμορφώνονται.
Για τον Ισραηλινό αναλυτή, αυτή είναι ουσιαστικά η εξαγωγή του τουρκικού μοντέλου πέρα από το ΝΑΤΟ.
Η Άγκυρα δεν εγκαταλείπει το δυτικό σύστημα.
Προσθέτει παράλληλα συστήματα.
ΝΑΤΟ στη Δύση.
Σύμφωνο της Μέκκας στον αραβομουσουλμανικό χώρο.
Ναυτικές συμμαχίες στην Ερυθρά Θάλασσα.
Στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία και στη Λιβύη.
Η Τουρκία επιχειρεί να γίνει απαραίτητη σε όσο το δυνατόν περισσότερα διαφορετικά γεωπολιτικά συστήματα ταυτόχρονα.
Η ισραηλινή απάντηση: Δημιουργία εναλλακτικών
Και εδώ έρχεται η ουσία της ανάλυσης.
Σύμφωνα με τον Gal, το Ισραήλ δεν επιχειρεί πρωτίστως να «τιμωρήσει» την Τουρκία.
Επιχειρεί να καταστήσει την Τουρκία λιγότερο αναγκαία.
Αντί να προσπαθεί να αλλάξει την πολιτική του Ερντογάν, το Ισραήλ επιδιώκει, κατά την ανάλυση, να δημιουργεί εναλλακτικές σε κάθε σημείο όπου η Τουρκία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την πρόσβαση ως μοχλό πίεσης.
Λιμάνια.
Εναέριος χώρος.
Ναυτιλία.
Ενέργεια.
Εμπόριο.
Καλώδια.
Δεδομένα.
Άμυνα.
Η πραγματική αποτροπή δεν είναι να απειλήσεις την Τουρκία. Είναι να μπορείς να λειτουργήσεις χωρίς αυτήν.
Το «Sèvres Deterrent» – Τι ακριβώς εννοεί ο Ισραηλινός αναλυτής
Ο Gal δίνει σε αυτή τη στρατηγική μια ιδιαίτερα προκλητική ονομασία:
«Sèvres Deterrent» – Αποτροπή των Σεβρών.
Ο όρος παραπέμπει στη Συνθήκη των Σεβρών του 1920, η οποία παραμένει βαθιά χαραγμένη στην τουρκική ιστορική και πολιτική συνείδηση ως σύμβολο του φόβου για περικύκλωση, αποδυνάμωση και κατακερματισμό της χώρας.
Εδώ χρειάζεται και πάλι σαφής διάκριση:
Δεν πρόκειται για γνωστό επίσημο ισραηλινό δόγμα. Είναι ο όρος που επιλέγει ο Shay Gal για να περιγράψει τη δική του στρατηγική θεωρία.
Και η θεωρία του δεν προβλέπει αλλαγή των τουρκικών συνόρων.
Το αντίθετο.
Υποστηρίζει ότι η τουρκική πίεση μπορεί να προκαλέσει αυτόματα τη δημιουργία συμμαχιών και υποδομών που περιορίζουν την τουρκική επιρροή.
Με άλλα λόγια:
η ίδια η τουρκική πίεση παράγει τις αντισυσπειρώσεις που φοβάται η Άγκυρα.
Αιγαίο, Κύπρος, Συρία και Λιβύη σε μία ενιαία εικόνα
Ο Ισραηλινός αναλυτής εντάσσει σε αυτή τη μεγάλη περίμετρο:
την ένταση στο Αιγαίο,
την τουρκική παρουσία στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου,
τη βόρεια Συρία,
το τουρκολιβυκό μνημόνιο,
τα Στενά,
τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Χαμάς,
και τη δυνατότητα της Τουρκίας να επηρεάζει αποφάσεις μέσα στο ΝΑΤΟ.
Για δεκαετίες πολλά από αυτά αντιμετωπίζονταν ως ξεχωριστές κρίσεις.
Η ισραηλινή ανάγνωση που προτείνει ο Gal είναι διαφορετική:
όλα αποτελούν κόμβους του ίδιου συστήματος τουρκικής γεωπολιτικής μόχλευσης.
Το «Constantinople Protocol»: Καμία τουρκική πύλη να μην είναι μοναδική
Ο δεύτερος όρος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι «Constantinople Protocol».
Και εδώ δεν μιλάμε για πραγματικό υπογεγραμμένο πρωτόκολλο.
Πρόκειται για το όνομα που δίνει ο ίδιος στη λογική της στρατηγικής εφεδρείας και αντικατάστασης.
Η κεντρική αρχή είναι απλή:
Καμία τουρκική πύλη δεν πρέπει να είναι αναντικατάστατη.
Αν ένα λιμάνι μπορεί να αντικατασταθεί, δημιουργείται δεύτερο.
Αν ένας εμπορικός διάδρομος μπορεί να κλείσει, δημιουργείται εναλλακτικός.
Αν ένα ενεργειακό δίκτυο μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο εκβιασμού, δημιουργείται άλλος αγωγός ή ηλεκτρική διασύνδεση.
Η γεωγραφία δεν μπορεί να αλλάξει. Η εξάρτηση όμως μπορεί.
Το τουρκικό εμπάργκο στο Ισραήλ γύρισε μπούμερανγκ;
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως παράδειγμα το τουρκικό εμπορικό εμπάργκο προς το Ισραήλ.
Η Τουρκία αποτελούσε σημαντικό προμηθευτή του Ισραήλ, ιδιαίτερα σε υλικά κατασκευών, σίδηρο, χάλυβα και τσιμέντο.
Η Άγκυρα θεωρούσε ότι η διακοπή των εμπορικών ροών θα δημιουργούσε σοβαρή οικονομική πίεση.
Όμως η ίδια η Τράπεζα του Ισραήλ κατέληξε ότι οι επιπτώσεις του εμπάργκο στις εισαγωγές και στις τιμές ήταν περιορισμένες, καθώς η ισραηλινή αγορά βρήκε εναλλακτικούς προμηθευτές. Ακόμη και στο τσιμέντο, όπου η τουρκική συμμετοχή ήταν ιδιαίτερα υψηλή, βρέθηκαν νέες πηγές χωρίς αξιοσημείωτη αύξηση των τιμών.
Αυτό, σύμφωνα με τον Gal, είναι ακριβώς το μοντέλο:
η Άγκυρα χρησιμοποιεί την εξάρτηση ως πίεση – και ο αντίπαλος απαντά καταργώντας την εξάρτηση.
Ελλάδα και Κύπρος: Ο πυρήνας της νέας ισραηλινής αρχιτεκτονικής
Εδώ το άρθρο αποκτά εξαιρετικό ελληνικό ενδιαφέρον.
Ο Shay Gal θεωρεί ότι η συνεργασία Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου βρίσκεται στον πυρήνα της δημιουργίας εναλλακτικών απέναντι στην τουρκική γεωγραφική ισχύ.
Και υπάρχει πλέον πραγματικό θεσμικό υπόβαθρο.
Η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν υπογράψει Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας για το 2026, που περιλαμβάνει 29 δράσεις στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ.
Η συνεργασία επεκτείνεται σε:
κοινές ασκήσεις,
επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα,
αντιμετώπιση UAV και σμηνών drones,
μη επανδρωμένα υποβρύχια συστήματα,
κυβερνοάμυνα,
και αμυντική τεχνολογία και βιομηχανία.
Αυτό δεν είναι πια μια περιστασιακή συνεργασία.
Αποκτά χαρακτηριστικά μόνιμης αμυντικής αρχιτεκτονικής.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Το σημείο όπου η συνεργασία γίνεται βιομηχανία
Η μεγάλη αλλαγή αφορά όμως την αμυντική βιομηχανία.
Στις 23 Ιουλίου 2026, η Ελλάδα ενέκρινε ένα πρόγραμμα περίπου 3,5 δισ. ευρώ για νέα πολυεπίπεδη αεράμυνα, την «Ασπίδα του Αχιλλέα», με σημαντική συμμετοχή ισραηλινών συστημάτων της Rafael και της Israel Aerospace Industries.
Η συμφωνία προβλέπει και ελληνική βιομηχανική συμμετοχή.
Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από την ίδια την αγορά πυραύλων.
Διότι Ελλάδα και Ισραήλ δεν δημιουργούν πλέον μόνο επιχειρησιακή συνεργασία.
Δημιουργούν κοινά βιομηχανικά συμφέροντα.
Και αυτά είναι πολύ δυσκολότερο να ανατραπούν από μία αλλαγή κυβέρνησης ή μια προσωρινή διπλωματική κρίση.
Ο Φιντάν βλέπει «περικύκλωση» – Η ισραηλινή απάντηση
Στο αρχικό άρθρο αποδίδεται στον Χακάν Φιντάν η αντίληψη ότι η σύγκλιση Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου εντάσσεται σε μια προσπάθεια περιορισμού της Τουρκίας.
Ο Shay Gal απαντά ουσιαστικά:
Ο Φιντάν βλέπει σωστά τη δομή, αλλά λάθος την αιτία.
Κατά τον ίδιο, στόχος δεν είναι ο περιορισμός της ίδιας της τουρκικής επικράτειας.
Είναι ο περιορισμός της δυνατότητας της Άγκυρας να χρησιμοποιεί γεωγραφία, εμπόριο, ενέργεια ή στρατιωτική πίεση ως βέτο στις επιλογές των γειτόνων της.
Με άλλα λόγια:
όχι containment της Τουρκίας – containment του τουρκικού coercion.
Κύπρος: Το πιο επικίνδυνο σημείο της εξίσωσης
Το άρθρο προχωρά σε μία ακόμη πολύ πιο επιθετική θεωρητική κατασκευή, την οποία ονομάζει «Poseidon’s Wrath».
Και εδώ πρέπει να είμαστε απολύτως σαφείς:
δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση ότι πρόκειται για υπαρκτό ισραηλινό επιχειρησιακό σχέδιο.
Ο Shay Gal χρησιμοποιεί τον όρο για να περιγράψει το πώς, κατά τη δική του στρατηγική λογική, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί μια μελλοντική περίπτωση κατά την οποία η Τουρκία χρησιμοποιούσε στρατιωτικά το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου εναντίον του Ισραήλ, της Ελλάδας ή της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στο θεωρητικό του σενάριο, μια τέτοια εξέλιξη θα άλλαζε ριζικά τον χαρακτήρα της κρίσης.
Η Κύπρος θα έπαυε να αποτελεί απλώς ένα παγωμένο γεωπολιτικό πρόβλημα και θα μετατρεπόταν σε ενεργό επιχειρησιακό μέτωπο.
Αυτή είναι μία πολύ σημαντική ένδειξη για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι Ισραηλινοί στρατηγικοί αναλυτές αρχίζουν να συνδέουν το Κυπριακό με την ευρύτερη ασφάλεια του Ισραήλ.
Τι συμβαίνει με το ΝΑΤΟ
Το άρθρο επιχειρεί επίσης να καταρρίψει την αντίληψη ότι η συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ προσφέρει στην Άγκυρα αυτόματη στρατιωτική ασυλία σε οποιοδήποτε σενάριο.
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Το Άρθρο 5 δεν σημαίνει αυτόματη κήρυξη πολέμου από όλους τους συμμάχους.
Κάθε κράτος-μέλος δεσμεύεται να βοηθήσει ένα μέλος που έχει υποστεί ένοπλη επίθεση, αλλά επιλέγει το ίδιο τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν ή όχι χρήση ένοπλης δύναμης. Επίσης, η ύπαρξη «ένοπλης επίθεσης» αξιολογείται σύμφωνα με τις προβλέψεις της Συνθήκης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων πώς θα αντιδρούσε το ΝΑΤΟ σε ένα ακραίο ελληνοτουρκικό, κυπροτουρκικό ή ισραηλινοτουρκικό επεισόδιο.
Σημαίνει όμως ότι το Άρθρο 5 δεν λειτουργεί ως αυτόματος μηχανισμός στρατιωτικής προστασίας ανεξάρτητα από τις περιστάσεις.
Και εκεί που σταματά το ΝΑΤΟ, υπάρχει η ΕΕ
Εδώ ο Gal περνά στο Άρθρο 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για Ελλάδα και Κύπρο.
Η διάταξη προβλέπει ότι εάν κράτος-μέλος της ΕΕ υποστεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα υπόλοιπα μέλη έχουν υποχρέωση να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ.
Το Ισραήλ δεν καλύπτεται από αυτή τη ρήτρα.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία όμως καλύπτονται.
Για την ισραηλινή στρατηγική σκέψη που περιγράφει ο Gal, αυτό δημιουργεί έμμεσο στρατηγικό βάθος.
Το Ισραήλ μπορεί να χτίζει συνεργασίες με χώρες οι οποίες διαθέτουν πολύ ευρύτερα θεσμικά δίκτυα ασφάλειας.
Γαλλία, Αίγυπτος, Ινδία και ΗΑΕ μεγαλώνουν το δίκτυο
Και το πλέγμα δεν σταματά στο τρίγωνο Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η αρχιτεκτονική επεκτείνεται μέσω:
της γαλλικής στρατιωτικής παρουσίας και των αμυντικών δεσμεύσεων στην Ανατολική Μεσόγειο,
των αιγυπτιακών συμφερόντων στις θαλάσσιες ζώνες και στο Σουέζ,
της στρατηγικής σχέσης Ινδίας–Ισραήλ,
και των εμπορικών και ενεργειακών διαδρόμων που συνδέουν Ινδία, Κόλπο και Ευρώπη.
Η λογική είναι απλή:
η Τουρκία μπορεί να πιέσει μία χώρα. Είναι πολύ δυσκολότερο να πιέσει ένα δίκτυο χωρών με διαφορετικές μεταξύ τους πηγές ισχύος.
Η Ελλάδα από «περιφερειακός εταίρος» γίνεται κρίσιμος κόμβος
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα για την Αθήνα.
Για χρόνια η ελληνοϊσραηλινή σχέση παρουσιαζόταν κυρίως ως μία συνεργασία που προέκυψε μετά την επιδείνωση των σχέσεων Ισραήλ–Τουρκίας.
Η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Η Ελλάδα έχει αρχίσει να αποκτά αυτόνομη στρατηγική αξία.
Διαθέτει:
γεωγραφική θέση μεταξύ Ανατολικής Μεσογείου και Ευρώπης,
λιμάνια,
τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο παγκοσμίως,
ευρωπαϊκή ιδιότητα,
πρόσβαση στο ΝΑΤΟ,
αναβαθμισμένες Ένοπλες Δυνάμεις,
και αυξανόμενη συνεργασία με Ισραήλ, Κύπρο, Γαλλία, Αίγυπτο και Ινδία.
Αυτό ακριβώς είναι το μοντέλο των “εναλλακτικών” που περιγράφει ο Ισραηλινός αναλυτής.
Η πιο επικίνδυνη εξέλιξη για την Άγκυρα δεν είναι ένας αντίπαλος – Είναι η απώλεια του βέτο
Η Τουρκία παραμένει τεράστια περιφερειακή δύναμη.
Έχει:
80 και πλέον εκατομμύρια κατοίκους,
μεγάλο στρατό,
σημαντική αμυντική βιομηχανία,
έλεγχο των Στενών,
κρίσιμη γεωγραφική θέση,
και μία εξωτερική πολιτική που εκτείνεται από τον Καύκασο μέχρι την Αφρική.
Το Ισραήλ δεν μπορεί να καταργήσει αυτά τα δεδομένα.
Μπορεί όμως να προσπαθήσει να μειώσει την αξία του σημαντικότερου τουρκικού πλεονεκτήματος:
της πεποίθησης ότι χωρίς την Τουρκία τίποτα δεν μπορεί να λειτουργήσει.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η πραγματική ισραηλινή στρατηγική: «Αν κλείσει μία πόρτα, ανοίγουμε άλλη»
Στην ουσία, ολόκληρη η ανάλυση του Shay Gal μπορεί να συνοψιστεί σε μία απλή στρατηγική αρχή:
αν η Τουρκία μπορεί να κλείσει μια πόρτα, πρέπει να υπάρχει δεύτερη πόρτα.
Αν μπορεί να περιορίσει το εμπόριο, υπάρχουν άλλοι προμηθευτές.
Αν μπορεί να πιέσει μέσω ενεργειακών διαδρομών, δημιουργούνται νέες.
Αν επιχειρεί να ελέγξει θαλάσσιους διαδρόμους, δημιουργούνται νέες στρατηγικές συνεργασίες.
Αν χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ για πίεση, απέναντί της δεν βρίσκεται πια μόνο ένα κράτος αλλά ένα πλέγμα αλληλοσυνδεόμενων συμφερόντων.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ελληνικό ενδιαφέρον.
Το Ισραήλ δεν χρειάζεται την Ελλάδα για να πολεμήσει την Τουρκία. Χρειάζεται την Ελλάδα ώστε να μη χρειάζεται την Τουρκία.
Και αυτή η διάκριση είναι τεράστια.
Το μεγάλο μήνυμα προς την Αθήνα
Η εξέλιξη προσφέρει στην Ελλάδα μια σημαντική στρατηγική ευκαιρία.
Όμως αυτή δεν είναι αυτόματη.
Η Αθήνα πρέπει να μετατρέψει τη γεωγραφία σε υποδομές.
Τις στρατιωτικές συμφωνίες σε συμπαραγωγή.
Την ελληνοϊσραηλινή σχέση σε κοινή τεχνολογική βάση.
Τα λιμάνια σε διεθνείς εμπορικούς κόμβους.
Την Κύπρο σε κρίκο ενεργειακών και ψηφιακών διαδρομών.
Και την ευρωπαϊκή συμμετοχή σε πραγματικό στρατηγικό βάθος.
Γιατί το νέο παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει περισσότερα μαχητικά ή πυραύλους.
Θα κριθεί από το ποιος δημιουργεί το ισχυρότερο δίκτυο.
Το συμπέρασμα της ισραηλινής ανάλυσης
Ο Shay Gal καταλήγει σε μία ιδιαίτερα χαρακτηριστική φράση:
«Η Τουρκία εξακολουθεί να δημιουργεί κρίσεις. Δεν ελέγχει όμως πλέον αυτό που δημιουργούν αυτές οι κρίσεις».
Κάθε νέα πίεση στο Αιγαίο μπορεί να ενισχύσει την ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία.
Κάθε αμφισβήτηση στην Κύπρο μπορεί να βαθύνει τις ευρωπαϊκές και περιφερειακές συμμαχίες της Λευκωσίας.
Κάθε εμπορική απαγόρευση μπορεί να δημιουργεί νέες αλυσίδες εφοδιασμού.
Κάθε απειλή κατά του Ισραήλ μπορεί να επιταχύνει νέα αμυντικά δίκτυα.
Αυτό είναι, κατά τον Ισραηλινό αναλυτή, το νέο πρόβλημα του Ερντογάν: η πίεση που κάποτε αύξανε την τουρκική αξία μπορεί πλέον να δημιουργεί τις εναλλακτικές που μειώνουν την τουρκική επιρροή.
Και στο κέντρο αυτής της μεταβολής βρίσκονται πλέον Ελλάδα και Κύπρος.
Όχι επειδή μπορούν να αντικαταστήσουν την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη.
Αλλά επειδή μαζί με το Ισραήλ, τη Γαλλία, την Αίγυπτο, την Ινδία και άλλους εταίρους μπορούν να συμβάλουν σε κάτι πολύ σημαντικότερο:
να δημιουργήσουν ένα περιφερειακό σύστημα στο οποίο κανένα κράτος δεν θα μπορεί να μετατρέπει τη γεωγραφική του θέση σε μονοπώλιο ισχύος.
Και αν αυτή η στρατηγική ωριμάσει, τότε ίσως αυτό να είναι το πραγματικό σημείο καμπής στις σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας:
όχι η σύγκρουση με τον Ερντογάν, αλλά το τέλος της εποχής κατά την οποία η Άγκυρα μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό της αναντικατάστατο.
