C-390 Millennium: Οι δύο παράμετροι που μπορούν να το καταστήσουν μέσο στρατηγικής σημασίας για την Πολεμική Αεροπορία



Πριν ένα (1) μήνα περίπου, στα τέλη Ιουλίου, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) συνεδρίασε και αποφάσισε την έγκριση μιας σειράς νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Ένα (1) από τα προγράμματα που εγκρίθηκαν είναι και αυτό της αγοράς τριών (3) μεταφορικών αεροσκαφών C-390 Millennium, της βραζιλιάνικης Embraer. 

Σύμφωνα με όσα ανακοινώθηκαν, τα αεροσκάφη θα αποκτηθούν με διακρατική συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα έχουν δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού και το πρώτο αεροσκάφος να παραληφθεί από τη χώρα μας το 2027. Το γιατί τα αεροσκάφη θα αποκτηθούν μέσω της Πορτογαλίας και όχι μέσω της Embraer έχει να κάνει με ισχύουσα συμφωνία μεταξύ της Πορτογαλίας και της Embraer.


Στα τέλη Αυγούστου του 2019, η Πορτογαλία υπέγραψε σύμβαση για την προμήθεια πέντε (5) C-390, έναντι € 827 εκατομμυρίων, ενώ στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2025, η Πορτογαλία προχώρησε στην αγορά και έκτου αεροσκάφους. Στη σύμβαση αγοράς του έκτου αεροσκάφους προστέθηκε και δικαίωμα προαίρεσης για 10 αεροσκάφη, για την Πορτογαλία και όσες νατοϊκές χώρες θέλουν να αποκτήσουν το C-390 μέσω της Πορτογαλίας, με διακρατική σύμβαση. Αυτό το δικαίωμα προαίρεσης ενεργοποίησε η Ελλάδα. Το C-390 είναι ένα (1) εξαιρετικό αεροσκάφος, το οποίο έχει αποδειχθεί μεγάλη εμπορική επιτυχία για την Embraer. Πέταξε για πρώτη φορά το 2015 και εντάχθηκε σε υπηρεσία το 2019 (για τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες του C-390, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ).

Μέχρι σήμερα το αεροσκάφος έχει επιλεγεί από 14 χώρες, με συνολικές παραγγελίες 62 αεροσκαφών, εκ των οποίων 33 είναι της έκδοσης μεταφορών και 29 αεροσκάφη είναι της έκδοσης μεταφορών και εναέριου ανεφοδιασμού), ενώ οι συμβάσεις προβλέπουν και δικαιώματα προαίρεσης για 24 επιπλέον αεροσκάφη (17 της έκδοσης μεταφορών και επτά της έκδοσης μεταφορών και εναέριου ανεφοδιασμού). Από τα 62 αεροσκάφη μέχρι σήμερα έχουν παραδοθεί τα 15 (ένα της έκδοσης μεταφορών και 14 της έκδοσης μεταφορών και εναέριου ανεφοδιασμού), ενώ απομένουν να παραδοθούν 47 αεροσκάφη (για τις ανώτερες επιδόσεις του C-390, σε σχέση με το αμερικανικό C-130J Super Hercules, μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ).

Πιστεύουμε ότι εκτός της χρήσης του ως μεταφορικό και αεροσκάφος εναέριου ανεφοδιασμού, το C-390 μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικής σημασίας μέσο για την  Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ). Οι δύο (2) παράμετροι αυτής της προοπτικής είναι η πρόταση της ισραηλινής Elbit Systems για μετατροπή του αεροσκάφους σε μέσο συλλογής πληροφοριών και ηλεκτρονικού πολέμου και η προσθήκη της ικανότητας εκτόξευσης πυραύλων αέρος-εδάφους, τεχνολογίας Cruise και μεγάλου βεληνεκούς Barracuda-500M. Στην πρώτη περίπτωση, στο επίκεντρο της ισραηλινής πρότασης είναι το σύστημα Air Keeper. Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη λύση προτάθηκε, από την Elbit Systems σε επιτελείς του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ), του Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας (ΑΤΑ) και της Διοίκησης Αεροπορικής Υποστήριξης (ΔΑΥ) στις 14 Ιουλίου του 2026.

Η παρουσίαση της συγκεκριμένης έκδοσης του C-390 έγινε στις αρχές του περασμένου Φεβρουαρίου και είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της Embraer και της Elbit Systems. H συλλογή συστημάτων και αισθητήρων Air Keeper μετατρέπει το C-390 σε μια ολοκληρωμένη πλατφόρμα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης, αναγνώρισης, κατάδειξης στόχων και ηλεκτρονικού πολέμου. Σύμφωνα με την Elbit Systems, το σύστημα Air Keeper επιτρέπει στο αεροσκάφος τον εντοπισμό, την παρεμβολή και την καταστολή εχθρικών αντιαεροπορικών συστημάτων, ενώ λειτουργεί και ως κέντρο παραγωγής και διαβίβασης πληροφοριών, σε πραγματικό χρόνο, προς τα φίλια κέντρα διοίκησης και ελέγχου ή σε φίλιες δυνάμεις, οι οποίες βρίσκονται στην ξηρά, τη θάλασσα ή/και τον αέρα.

Η εναλλαγή του αεροσκάφους, από μεταφορικό σε συλλογής πληροφοριών και ηλεκτρονικού πολέμου. είναι εύκολη και γρήγορη διαδικασία, ενώ δεν ακυρώνει την μεταφορική του ικανότητα. Με τη συλλογή Air Keeper τα C-390 μπορούν να υποστηρίξουν και να εκτελέσουν αποστολές συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης, αναγνώρισης, κατάδειξης στόχων, ELINT (Electronic Intelligence), COMINT (Communication Intelligence), ηλεκτρονικών μέσων υποστήριξης (ESM : Electronic Support Measures), ηλεκτρονικών αντιμέτρων (ECM : Electronic Countermeasures), παρεμβολής εχθρικών επικοινωνιών (COMJAM : Communications Jamming) και ηλεκτρονικών επιθέσεων, ενώ το σύστημα υποστηρίζει και τις δορυφορικές επικοινωνίες.


Εκτός από τους διάφορους αισθητήρες και τα υποσυστήματα, το Air Keeper συνοδεύεται και από σύγχρονο σύστημα διαχείρισης αποστολής, το οποίο χρησιμοποιεί διαδικασίες τεχνητής νοημοσύνης, τόσο για την μείωση του χρόνου της επεξεργασίας των πληροφοριών και των δεδομένων όσο και για τη βέλτιστη δυνατή επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, δηλαδή την παραγωγή εικόνας της τακτικής κατάστασης. Επίσης, το σύστημα παρέχει τη δυνατότητα ανάλυσης και επεξεργασίας αποτελεσμάτων μετά την αποστολή, για εκπαιδευτικούς και επιχειρησιακούς λόγους. Τέλος, το Air Keeper ενσωματώνει ρεαλιστικά σενάρια εκπαίδευσης και εξομοίωσης για την καλύτερη εκπαίδευση των χειριστών, σε διάφορα επιχειρησιακά σενάρια και τακτικές.

Όπως προαναφέραμε, η δεύτερη παράμετρος είναι αυτή της ενσωμάτωσης στο C-390 ικανότητας εκτόξευσης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Barracuda-500M, της Anduril. Πριν ένα (1) περίπου μήνα, η Embraer και Anduril ανακοίνωσαν ότι υπέγραψαν Μνημόνιο Συνεργασίας (MoU : Memorandum of Understanding) με στόχο την ενσωμάτωση των πυραύλων Barracuda-500M στο C-390. Η συμφωνία προβλέπει ότι οι δύο (2) εταιρείες θα συνεργαστούν για την ανάπτυξη ενός (1) συστήματος πολλαπλής εκτόξευσης των πυραύλων από το αεροσκάφος, χωρίς ωστόσο να χαθεί η μεταφορική τους ικανότητα (ο πολλαπλός εκτοξευτής θα φορτώνεται και θα ξεφορτώνεται από την οπίσθια ράμπα). Έτσι, το C-390 θα αποκτήσει ικανότητα προσβολής στόχων με ακρίβεια και σε μεγάλες αποστάσεις.


Με το σύστημα πολλαπλής εκτόξευσης το C-390 θα είναι σε θέση να εκτοξεύσει δεκάδες πυραύλους Barracuda-500M ταυτόχρονα ή μικρότερο αριθμό, ανάλογα της αποστολής. Οι πύραυλοι, μόλις απελευθερωθούν από το αεροσκάφος, θα ενεργοποιούν τους κινητήρες τους και θα κινούνται προς τους στόχους. Η οικογένεια πυραύλων Barracuda αποτελείται από τις εκδόσεις Barracuda-100/100M/25/250M/500/500M. Ο Barracuda-100Μ ενσωματώνει πολεμική κεφαλή βάρους 16 κιλών και μπορεί να εκτοξευτεί από επιθετικά ελικόπτερα AH-64 Apache και AH-1Z Viper, από μεταφορικά αεροσκάφη C-130 Hercules/Super Hercules και από χερσαίες πλατφόρμες. Επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές άνω των 222 χιλιομέτρων και μέγιστη ταχύτητα 370-926 χιλιομέτρων την ώρα.

Ο Barracuda-250Μ ενσωματώνει πολεμική κεφαλή βάρους 16 κιλών και μπορεί να εκτοξευτεί από μαχητικά αεροσκάφη F-35A/B/C Lightning II (εσωτερικά), F-15E Strike Eagle, F-18E/F Super Hornet, F-16 Fighting Falcon/Viper, από οχήματα και από πλοία. Επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές άνω των 370 χιλιομέτρων και μέγιστη ταχύτητα 333-926 χιλιομέτρων την ώρα. Ο Barracuda-500M ενσωματώνει πολεμική κεφαλή βάρους 45 κιλών και μπορεί να εκτοξευτεί από μαχητικά αεροσκάφη F-15E Strike Eagle, F-18E/F Super Hornet και F-16 Fighting Falcon/Viper, καθώς και από μεταφορικά αεροσκάφη C-17 Globemaster και C-130 Hercules/Super Hercules. Ο πύραυλος επιτυγχάνει μέγιστο βεληνεκές άνω των 926 χιλιομέτρων και μέγιστη ταχύτητα 352-926 χιλιομέτρων την ώρα.


Και στις τρείς (3) εκδόσεις, οι αριθμοί «100», «250» και «500» σημαίνουν το βάρος των πυραύλων σε λίβρες (οι αντίστοιχες τιμές σε κιλά είναι 45, 113 και 227). Επίσης, και οι τρείς (3) εκδόσεις ενσωματώνουν κινητήρα Turbojet μικρού μεγέθους και αναπτυσσόμενα πτερύγια, δύο (2) μεγάλα στο κέντρο και τέσσερα (4) στην ουρά. Σύμφωνα με την Anduril, η οικογένεια πυραύλων Barracuda αποτελεί μια (1) οικονομική εναλλακτική λύση για προσβολές ακριβείας σε απόσταση. Σύμφωνα πάντα με την κατασκευάστρια εταιρία, ένας (1) πύραυλος Barracuda απαιτεί 50% λιγότερο χρόνο, 95% λιγότερα εργαλεία και 50% λιγότερα δομικά μέρη, για την παραγωγή του, σε σχέση με ανάλογους πυραύλους, ενώ κοστίζει και 30% λιγότερο.