Η μάχη για τον ουρανό της Ουκρανίας περνά σε μία από τις πιο επικίνδυνες φάσεις της από την έναρξη του πολέμου. Τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot στερεύουν, οι ρωσικές βαλλιστικές επιθέσεις κλιμακώνονται και το Κίεβο βλέπει πλέον το παράθυρο προστασίας των μεγάλων πόλεων και των κρίσιμων υποδομών του να κλείνει επικίνδυνα.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικό δίλημμα: να συνεχίσει να αδειάζει τις δικές της αποθήκες για να κρατήσει όρθια την ουκρανική αεράμυνα ή να διατηρήσει τους ελάχιστους διαθέσιμους πυραύλους για την άμυνα του ΝΑΤΟ;
Στην εξίσωση μπαίνουν πλέον ακόμη πιο έντονα η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πολωνία, χώρες που δέχονται αυξανόμενες πιέσεις να διαθέσουν πυραύλους Patriot από τα εθνικά τους αποθέματα.
Για την Αθήνα, όμως, η συζήτηση δεν είναι απλή.
Η Ελλάδα βρίσκεται απέναντι σε μία μόνιμη και ενεργή στρατιωτική απειλή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και κάθε απόφαση για αποδυνάμωση της ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής ομπρέλας αγγίζει απευθείας τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας.
Η Ρωσία εντόπισε το κενό – Και χτυπά εκεί όπου πονά περισσότερο το Κίεβο
Η πραγματικότητα για την ουκρανική αεράμυνα είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Η Ρωσία έχει αντιληφθεί ότι το Κίεβο διαθέτει περιορισμένο αριθμό προηγμένων αναχαιτιστικών και αυξάνει συστηματικά την πίεση με βαλλιστικούς πυραύλους, drones και συνδυασμένες επιθέσεις κορεσμού.
Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος.
Τον Ιούλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ουκρανική πλευρά, αναχαιτίστηκαν μόλις 29 από τους 195 ρωσικούς βαλλιστικούς πυραύλους.
Άλλοι περίπου 40 φέρεται να απέτυχαν να φτάσουν στους στόχους τους.
Το ποσοστό επιτυχούς αναχαίτισης κινείται συνεπώς σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, ενώ σε ορισμένα πρόσφατα κύματα επιθέσεων το Κίεβο φέρεται να μην κατάφερε να καταρρίψει ούτε έναν από τους εισερχόμενους βαλλιστικούς πυραύλους.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι τεράστια.
Οι ρωσικοί βαλλιστικοί πύραυλοι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν από τα περισσότερα συστήματα αεράμυνας που διαθέτει η Ουκρανία.
Και εκεί ακριβώς μπαίνουν τα Patriot.
Patriot: Το τελευταίο σοβαρό «τείχος» απέναντι στους βαλλιστικούς πυραύλους
Οι πύραυλοι PAC-3 αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μέσα που διαθέτει σήμερα η Ουκρανία για την αναχαίτιση βαλλιστικών απειλών.
Το πρόβλημα είναι απλό και ταυτόχρονα δραματικό:
Το Κίεβο χρειάζεται πολύ περισσότερους πυραύλους από όσους μπορούν να του παραδώσουν οι σύμμαχοί του.
Η αναλογία μεταξύ ρωσικών εκτοξεύσεων και δυτικών παραδόσεων γίνεται ολοένα και πιο δυσμενής.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ουκρανική πλευρά, η Μόσχα μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να εξαπολύσει αριθμό πυραύλων αντίστοιχο ή ακόμη μεγαλύτερο από εκείνον που η Ουκρανία χρειάζεται μήνες για να παραλάβει από τους εταίρους της.
Αυτό δημιουργεί μία επικίνδυνη μαθηματική πραγματικότητα.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται απαραίτητα να καταστρέψει τα Patriot. Αρκεί να εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους.
Και αυτό ακριβώς επιχειρεί μέσω συνεχών επιθέσεων κορεσμού.
Η Μόσχα προετοιμάζει τον χειμώνα
Η πίεση δεν αναμένεται να μειωθεί.
Αντίθετα, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι η Ρωσία επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μία ακόμη μεγάλης κλίμακας χειμερινή εκστρατεία εναντίον της ουκρανικής ενεργειακής και στρατιωτικής υποδομής.
Η στρατηγική είναι γνώριμη.
Επιθέσεις σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, υποσταθμούς, αποθήκες καυσίμων, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες βιομηχανικές υποδομές.
Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά:
Η ουκρανική αεράμυνα μπαίνει στον επόμενο χειμώνα με αισθητά μικρότερα περιθώρια κατανάλωσης πυραύλων.
Την ίδια ώρα οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν να πιέζουν και στο χερσαίο μέτωπο της ανατολικής Ουκρανίας, επιχειρώντας να συνδυάσουν τη σταδιακή προέλαση στο έδαφος με τη συστηματική φθορά του ουκρανικού κράτους από αέρος.
Στερεύει η Ευρώπη – «Φτάνουμε στα όριά μας»
Το ουκρανικό πρόβλημα έχει πλέον μετατραπεί και σε ευρωπαϊκό.
Για χρόνια, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μπορούσαν να ενισχύουν την Ουκρανία χρησιμοποιώντας υλικό που βρισκόταν ήδη στα εθνικά αποθέματα.
Αυτό το περιθώριο όμως περιορίζεται δραματικά.
Οι ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν Patriot δεν έχουν απεριόριστους αναχαιτιστικούς πυραύλους. Και όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η εξίσωση γίνεται σκληρότερη.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το Βερολίνο έχει παραδώσει σημαντικά συστήματα αεράμυνας και πυρομαχικά στην Ουκρανία, όμως πλέον καλείται να αποφασίσει πόσο βαθιά μπορεί να μπει στα δικά του στρατηγικά αποθέματα χωρίς να διακινδυνεύσει την εθνική του άμυνα και τις υποχρεώσεις του απέναντι στο ΝΑΤΟ.
Η γερμανική πλευρά έχει ήδη προειδοποιήσει ότι «φτάνουμε στα όριά μας», υπογραμμίζοντας πως η χώρα πρέπει παράλληλα να διατηρεί επαρκείς δυνατότητες για τη δική της προστασία.
Το μήνυμα είναι σαφές:
Η Ευρώπη αρχίζει να ανακαλύπτει ότι η μακροχρόνια υποστήριξη μιας μεγάλης έντασης πυραυλικής σύγκρουσης απαιτεί βιομηχανική παραγωγή πολέμου – όχι απλώς πολιτικές αποφάσεις.
Η αμυντική βιομηχανία δεν προλαβαίνει
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να εγκρίνουν δισεκατομμύρια ευρώ.
Μπορούν να υπογράφουν συμβάσεις.
Μπορούν να ανακοινώνουν νέες παραγγελίες.
Δεν μπορούν, όμως, να παράγουν μέσα σε λίγες εβδομάδες εκατοντάδες προηγμένους αντιβαλλιστικούς πυραύλους.
Η παραγωγή PAC-3 είναι σύνθετη, ακριβή και χρονοβόρα.
Οι γραμμές παραγωγής αυξάνονται, όμως οι νέες ποσότητες δεν μπορούν να καλύψουν άμεσα το τεράστιο επιχειρησιακό κενό.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ουκρανία.
Η Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει εκρηκτική αύξηση της ζήτησης για προηγμένα συστήματα αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας, ενώ οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδιαφέρονται πλέον πρωτίστως για την αναπλήρωση των δικών τους στρατηγικών αποθεμάτων.
Το αποτέλεσμα;
Ο ίδιος πύραυλος Patriot διεκδικείται ταυτόχρονα από την Ουκρανία, τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Το Βερολίνο στρέφεται προς τον Νότο
Καθώς τα περιθώρια της Γερμανίας και των βορειοευρωπαϊκών χωρών στενεύουν, αυξάνεται η πίεση προς κράτη που θεωρείται ότι έχουν παραδώσει μικρότερο ποσοστό των δικών τους αποθεμάτων.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πολωνία.
Το επιχείρημα όσων πιέζουν είναι ότι οι χώρες αυτές διαθέτουν Patriot και θα μπορούσαν να αποδεσμεύσουν επιπλέον αναχαιτιστικά για την Ουκρανία.
Η πραγματικότητα, όμως, διαφέρει δραματικά από χώρα σε χώρα.
Και ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, η συζήτηση έχει εντελώς διαφορετικές γεωστρατηγικές διαστάσεις.
Πίεση στην Ελλάδα: «Δώστε Patriot στο Κίεβο»
Οι απαιτήσεις προς την Αθήνα δεν είναι καινούργιες.
Η ουκρανική πλευρά έχει επανειλημμένα αναζητήσει διαθέσιμους πυραύλους PAC-2 και PAC-3 από χώρες που διαθέτουν Patriot.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν υπάρξει αναφορές για ουκρανικό ενδιαφέρον ακόμη και για έως 200 παλαιότερους αναχαιτιστικούς PAC-2 από ελληνικά αποθέματα.
Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα δεν έχει ανακοινώσει μεταφορά συστήματος Patriot στην Ουκρανία.
Και υπάρχει ένας πολύ σοβαρός λόγος.
Τα ελληνικά Patriot δεν βρίσκονται σε κάποιο στρατηγικό κενό. Αποτελούν κρίσιμο τμήμα της ελληνικής αεράμυνας απέναντι σε μία υπαρκτή και διαρκή απειλή.
Η Αθήνα βρίσκεται απέναντι σε μία Τουρκία με μεγάλη πολεμική αεροπορία, βαλλιστικά συστήματα, πυραύλους cruise, drones και ταχύτατα αναπτυσσόμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Συνεπώς, για την Ελλάδα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν «θέλει να βοηθήσει την Ουκρανία».
Το ερώτημα είναι:
Μπορεί να αφαιρέσει κρίσιμα πυρομαχικά από την εθνική της αεράμυνα χωρίς να δημιουργήσει επικίνδυνο κενό στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο;
Γιατί Αθήνα και Βερολίνο βλέπουν διαφορετικά την απειλή
Εδώ βρίσκεται και μία από τις βαθύτερες αντιθέσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης.
Για χώρες όπως η Πολωνία, η Φινλανδία και τα κράτη της Βαλτικής, η Ρωσία αποτελεί τον απόλυτο στρατιωτικό κίνδυνο.
Για την Ελλάδα, όμως, η αρχιτεκτονική απειλής είναι διαφορετική.
Η Αθήνα πρέπει να υπολογίζει ταυτόχρονα το ΝΑΤΟ, τη Ρωσία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και – κυρίως – την Τουρκία.
Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά στρατηγικά αποθέματα δεν μπορούν να αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια που χρησιμοποιεί μία χώρα χωρίς άμεσες εδαφικές διαφορές ή καθημερινές στρατιωτικές τριβές με γειτονικό κράτος.
Κάθε PAC-2 ή PAC-3 που φεύγει από ελληνική μονάδα είναι ένας πύραυλος λιγότερος διαθέσιμος σε περίπτωση κρίσης.
Και σε έναν πόλεμο υψηλής έντασης, τα αποθέματα πυρομαχικών είναι συχνά σημαντικότερα ακόμη και από τον αριθμό των ίδιων των συστημάτων.
Η Ισπανία κρατά κλειστά τα χαρτιά της
Ανάλογες πιέσεις δέχεται και η Μαδρίτη.
Η ισπανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι έχει στείλει πυραύλους στην Ουκρανία, χωρίς ωστόσο να δίνει πλήρη εικόνα για τον ακριβή τύπο και τις ποσότητες.
Η Ισπανία επιμένει ότι συμβάλλει ήδη σημαντικά στην ουκρανική άμυνα και ταυτόχρονα πρέπει να καλύπτει τις δικές της δεσμεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, η πίεση από το Κίεβο και τις βορειοευρωπαϊκές πρωτεύουσες αυξάνεται.
Όσο τα γερμανικά και αμερικανικά αποθέματα περιορίζονται, κάθε διαθέσιμη ευρωπαϊκή αποθήκη Patriot μετατρέπεται σε αντικείμενο σκληρής διπλωματικής διαπραγμάτευσης.
Ο Ζελένσκι ψάχνει πυραύλους παντού
Η ουκρανική διπλωματία έχει πλέον μετατρέψει την εξασφάλιση αναχαιτιστικών πυραύλων σε απόλυτη προτεραιότητα.
Οι Ουκρανοί αξιωματούχοι αναζητούν πυραύλους από οποιαδήποτε χώρα διαθέτει PAC-2 ή PAC-3.
Το μήνυμα του Κιέβου είναι δραματικό:
Δεν υπάρχουν αρκετοί αναχαιτιστικοί και κάθε διαθέσιμο βλήμα μπορεί να σημαίνει μία πόλη, μία ενεργειακή εγκατάσταση ή μία στρατιωτική βάση που θα επιβιώσει από την επόμενη ρωσική επίθεση.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Αντρίι Σίμπιχα έχει περιγράψει την κατάσταση με μία φράση που αποτυπώνει την πραγματική εικόνα:
«Κυριολεκτικά παλεύουμε για κάθε πύραυλο».
Το Freyja δεν μπορεί ακόμη να σώσει την κατάσταση
Η Ουκρανία επιχειρεί παράλληλα να μειώσει τη στρατηγική εξάρτησή της από τη Δύση επιταχύνοντας την ανάπτυξη εγχώριων λύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το ουκρανικό πρόγραμμα Freyja, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εγχώρια αντιβαλλιστική δυνατότητα.
Όμως η πραγματικότητα είναι ότι τέτοιου είδους συστήματα απαιτούν χρόνο, δοκιμές, τεχνολογική ωρίμανση και τεράστια κεφάλαια.
Το Freyja μπορεί να αποτελέσει μέρος της μελλοντικής λύσης. Δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του επόμενου ρωσικού πυραυλικού κύματος.
Γι’ αυτό το Κίεβο επιστρέφει συνεχώς στα Patriot.
PAC-3.
PAC-2.
Οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα.
Ο Τραμπ κρατά το κλειδί
Και εδώ η Ουκρανία συναντά το μεγαλύτερο πολιτικό της πρόβλημα.
Τα πάντα, σε μεγάλο βαθμό, περνούν από την Ουάσινγκτον.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στον πυρήνα της παραγωγής και των εγκρίσεων που σχετίζονται με τους αναχαιτιστικούς Patriot.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει τεράστια δυνατότητα να καθορίσει την ταχύτητα και την κλίμακα της υποστήριξης προς το Κίεβο.
Κατά τις επαφές Τραμπ–Ζελένσκι, το ζήτημα των Patriot βρέθηκε ψηλά στην ατζέντα.
Αρχικά είχαν δημιουργηθεί προσδοκίες ότι θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος ακόμη και για μελλοντική παραγωγή αμερικανικής σχεδίασης αναχαιτιστικών με άδεια.
Όμως η αισιοδοξία υποχώρησε γρήγορα.
Ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι δεν υπάρχει οριστική συμφωνία για μεταφορά τόσο ευαίσθητης τεχνολογίας, βάζοντας ουσιαστικά φρένο στις προσδοκίες του Κιέβου για γρήγορη λύση.
Ακόμη και οι ΗΠΑ θέλουν τους πυραύλους τους πίσω
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο επειδή και η ίδια η Ουάσινγκτον χρειάζεται περισσότερους αναχαιτιστικούς.
Η αυξημένη κατανάλωση πυραύλων στη Μέση Ανατολή έχει αναδείξει τις τεράστιες απαιτήσεις που δημιουργεί ένας σύγχρονος πόλεμος υψηλής έντασης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν πλέον να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα.
Και η απάντηση του Τραμπ στις νέες ουκρανικές εκκλήσεις ήταν αποκαλυπτική:
«Κι εμείς θέλουμε πυραύλους».
Μέσα σε τέσσερις λέξεις αποτυπώνεται ολόκληρο το νέο γεωπολιτικό πρόβλημα.
Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η Δύση βρίσκεται αντιμέτωπη όχι μόνο με ζήτημα χρημάτων αλλά με πραγματική έλλειψη κρίσιμων πολεμικών πυρομαχικών.
Η Ουκρανία αλλάζει δόγμα: Αν δεν μπορείς να καταρρίψεις τον πύραυλο, χτύπα τον εκτοξευτή
Μπροστά στην έλλειψη αναχαιτιστικών, το Κίεβο εξετάζει πλέον μία διαφορετική και σαφώς πιο επιθετική προσέγγιση.
Αν δεν υπάρχουν αρκετοί πύραυλοι για την καταστροφή της εισερχόμενης απειλής στον αέρα, τότε πρέπει να χτυπηθεί η απειλή πριν από την εκτόξευση – ή αμέσως μετά.
Αυτό σημαίνει επιθέσεις σε:
ρωσικούς εκτοξευτές, αποθήκες πυραύλων, μονάδες υποστήριξης, βάσεις, κέντρα διοίκησης και πληρώματα.
Η λογική του νέου δόγματος είναι απλή:
Η Ρωσία πρέπει να γνωρίζει ότι κάθε εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου μπορεί να ακολουθείται από άμεσο ουκρανικό πλήγμα στην ίδια την πυροβολαρχία.
Πρόκειται ουσιαστικά για μετάβαση από την παθητική άμυνα στην ενεργητική καταστροφή της αλυσίδας πυραυλικών επιθέσεων.
Εάν αυτή η στρατηγική εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα, ο πόλεμος μπορεί να περάσει σε μία ακόμη πιο επικίνδυνη φάση, με βαθύτερα ουκρανικά πλήγματα μέσα στη ρωσική επικράτεια.
Η Ευρώπη πληρώνει χρόνια αμυντικής αδράνειας
Πίσω από την κρίση των Patriot βρίσκεται μία πολύ μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αποτυχία.
Για δεκαετίες, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες περιόρισαν τα αποθέματα πυρομαχικών τους, θεωρώντας ότι ένας μεγάλος συμβατικός πόλεμος στην Ευρώπη ήταν εξαιρετικά απίθανος.
Οι στρατοί σχεδιάστηκαν για μικρότερες αποστολές.
Οι αποθήκες συρρικνώθηκαν.
Οι γραμμές παραγωγής μειώθηκαν.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία διέλυσε αυτή την ψευδαίσθηση.
Η νέα πραγματικότητα απαιτεί δεκάδες ή εκατοντάδες πυραύλους κάθε μήνα, όχι κάθε δεκαετία.
Και η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν έχει ακόμη προσαρμοστεί πλήρως σε αυτή την κλίμακα.
Το μεγάλο δίλημμα: Ουκρανία ή εθνική άμυνα;
Εδώ βρίσκεται η πραγματική σύγκρουση που έρχεται μέσα στην Ευρώπη.
Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, οι κυβερνήσεις θα αναγκάζονται να απαντούν σε μία ολοένα και πιο δύσκολη ερώτηση:
Πόσο από τη δική τους άμυνα είναι διατεθειμένες να θυσιάσουν για την Ουκρανία;
Για τη Γερμανία, την Πολωνία, την Ισπανία και κυρίως την Ελλάδα, το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό.
Οι Patriot είναι συστήματα στρατηγικής σημασίας.
Κάθε πύραυλος που φεύγει από μία εθνική αποθήκη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση κρίσης στη χώρα που τον παραχώρησε.
Και για την Αθήνα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί δεδομένο ότι οι επόμενοι μήνες ή τα επόμενα χρόνια θα παραμείνουν ήρεμα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο χειμώνας μπορεί να γίνει η κρισιμότερη δοκιμασία για το Κίεβο
Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει.
Η Ρωσία διαθέτει τη δυνατότητα να συνεχίσει τα μεγάλα κύματα πυραυλικών και drone επιθέσεων.
Η Ουκρανία χρειάζεται εκατοντάδες αναχαιτιστικούς.
Η Ευρώπη δυσκολεύεται να βρει διαθέσιμα αποθέματα.
Οι ΗΠΑ θέλουν να αναπληρώσουν τα δικά τους πυρομαχικά.
Και η παραγωγή νέων πυραύλων δεν μπορεί να αυξηθεί από τη μία ημέρα στην άλλη.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο «παράθυρο ευκαιρίας» για τη Μόσχα.
Εάν το Κρεμλίνο καταφέρει να διατηρήσει υψηλό ρυθμό βαλλιστικών επιθέσεων πριν φτάσουν νέες δυτικές παραγωγικές δυνατότητες, η ουκρανική αεράμυνα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ακόμη μεγαλύτερες τρύπες.
Και τότε το κόστος θα είναι τεράστιο.
Για το Κίεβο.
Για την Ευρώπη.
Και για ολόκληρη την ισορροπία ασφαλείας του ΝΑΤΟ.
Η μάχη πλέον δεν δίνεται μόνο στα χαρακώματα της ανατολικής Ουκρανίας. Δίνεται στις αποθήκες πυραύλων της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και αυτή είναι μία μάχη που η Δύση ανακαλύπτει ότι μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμη με όσα συμβαίνουν στο μέτωπο.
