Θρίλερ με τους Ελληνικούς S-300: Το Κίεβο τους θέλει, η Μόσχα προειδοποιεί και Αθήνα λέει «όχι» με το βλέμμα στην Τουρκία



Forbes: Η Ουκρανία θέλει τους ελληνικούς S-300 – Η Αθήνα λέει «όχι» με το βλέμμα στην Τουρκία
Στο διεθνές προσκήνιο επανέρχεται το ζήτημα των ελληνικών S-300, καθώς η δραματική ανάγκη της Ουκρανίας για αντιαεροπορικούς πυραύλους οδηγεί εκ νέου το Κίεβο και τους δυτικούς συμμάχους του να αναζητούν διαθέσιμα συστήματα και αποθέματα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Και σε αυτή την εξίσωση η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο.

Ο δημοσιογράφος και αναλυτής αμυντικών θεμάτων Πολ Ίντον, σε άρθρο του στο Forbes, αναδεικνύει τη σημασία που θα είχαν για την ουκρανική αεράμυνα οι ελληνικοί S-300PMU-1, σημειώνοντας ότι η Αθήνα διαθέτει μία από τις ελάχιστες δυτικές δεξαμενές ρωσικής κατασκευής συστημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σχετικά άμεσα από την Ουκρανία.

Το Κίεβο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, θα υποδεχόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία πιθανή μεταφορά, ενώ η Νορβηγία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως χρηματοδότης μιας τέτοιας λύσης.

Υπάρχει όμως ένα μεγάλο εμπόδιο.

Η Ελλάδα δεν φαίνεται διατεθειμένη να αποχωριστεί σήμερα τους S-300.

Και ο βασικότερος λόγος δεν βρίσκεται στην Ουκρανία ή στη Ρωσία.

Βρίσκεται στην Τουρκία και στις ανάγκες της ελληνικής αποτροπής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Οι ελληνικοί S-300 ξανά στο «ραντάρ» του Κιέβου
Η Ουκρανία αντιμετωπίζει μία από τις σοβαρότερες προκλήσεις του πολέμου: την εξάντληση των διαθέσιμων πυραύλων αεράμυνας.

Οι συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise και drones αναγκάζουν το Κίεβο να χρησιμοποιεί καθημερινά μεγάλες ποσότητες αναχαιτιστών, ενώ η παραγωγή και οι παραδόσεις δυτικών συστημάτων δεν μπορούν πάντοτε να συμβαδίσουν με τον ρυθμό κατανάλωσης.

Το PBS είχε επισημάνει στις 5 Αυγούστου ότι οι ρωσικές επιθέσεις εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτή την κρίσιμη έλλειψη στην ουκρανική αεράμυνα, με ιδιαίτερη πίεση στα διαθέσιμα αποθέματα αναχαιτιστών Patriot.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα παλαιότερα σοβιετικά συστήματα αποκτούν ξανά τεράστια σημασία.

Και εδώ μπαίνουν στην εξίσωση οι ελληνικοί S-300.

Γιατί οι ελληνικοί S-300 είναι τόσο σημαντικοί
Η Ελλάδα διαθέτει την έκδοση S-300PMU-1, μία σημαντικά αναβαθμισμένη έκδοση της οικογένειας S-300.

Το σύστημα αποτελεί εδώ και χρόνια τμήμα της ελληνικής αεράμυνας και, παρά την ηλικία του και τη σταδιακή στροφή της Αθήνας σε δυτικά και ισραηλινά συστήματα, δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί επιχειρησιακά αδιάφορο.

Αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο.

Οι S-300 δεν αποτελούν κάποιο παλιό οπλικό σύστημα που βρίσκεται απλώς σε αποθήκη και μπορεί εύκολα να παραχωρηθεί.

Παραμένουν τμήμα της ελληνικής αρχιτεκτονικής αεράμυνας.

Η Ελλάδα διαθέτει Patriot και S-300 ως βασικά συστήματα μεγαλύτερου βεληνεκούς, ενώ η νέα «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει ένα πολύ πιο σύγχρονο, δικτυοκεντρικό και πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας.

Η Αθήνα ενέκρινε στις 23 Ιουλίου πρόγραμμα περίπου 3,5 δισ. ευρώ, με ισραηλινά ραντάρ και πυραυλικά συστήματα στον πυρήνα του, με στόχο την αντιμετώπιση βαλλιστικών πυραύλων, αεροσκαφών και drones. Σύμφωνα με τον Νίκο Δένδια, η πλήρης επιχειρησιακή ανάπτυξη του νέου συστήματος προβλέπεται σε ορίζοντα περίπου 35 μηνών.

Αυτό σημαίνει κάτι εξαιρετικά σημαντικό:

η αντικατάσταση των S-300 έχει δρομολογηθεί στρατηγικά, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί επιχειρησιακά.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν σημαίνει ότι οι S-300 περισσεύουν
Ακριβώς αυτό υπογραμμίζει στο Forbes ο Γιώργος Τζογόπουλος, ανώτερος ερευνητής στο Centre International de Formation Européenne (CIFE).

Η δημιουργία της νέας ελληνικής αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής «ομπρέλας» δεν συνεπάγεται ότι η Αθήνα μπορεί από τη μία ημέρα στην άλλη να παροπλίσει τα παλαιότερα συστήματά της.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ο εκσυγχρονισμός που φέρνει η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν καθιστά αυτομάτως τους S-300 άχρηστους.

Χρειάζεται χρόνος.

Εκπαίδευση προσωπικού.

Παράδοση των νέων συστημάτων.

Ενσωμάτωση στα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου.

Επιχειρησιακή πιστοποίηση.

Δημιουργία επαρκών αποθεμάτων αναχαιτιστών.

Και μέχρι να ολοκληρωθούν όλα αυτά, η Ελλάδα δεν έχει κανένα στρατιωτικό λόγο να δημιουργήσει κενό στην αεράμυνά της.

Ο πραγματικός παράγοντας λέγεται Τουρκία
Το Forbes εστιάζει ακριβώς σε αυτό το σημείο.

Για την Αθήνα, η συζήτηση περί παραχώρησης των S-300 στην Ουκρανία δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από την πραγματικότητα στο Αιγαίο.

Η ελληνική αμυντική στρατηγική σχεδιάζεται πρωτίστως με βάση την αποτροπή απέναντι στην Τουρκία.

Η Άγκυρα διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του ΝΑΤΟ, αναπτύσσει συνεχώς νέους βαλλιστικούς πυραύλους, drones και αεροπορικά όπλα και διατηρεί ανοιχτές τις διαφορές της με την Ελλάδα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα σύστημα μεγάλης εμβέλειας δεν αξιολογείται μόνο με βάση το πόσο νέο είναι.

Αξιολογείται με βάση το τι κενό δημιουργείται εάν φύγει από την ελληνική διάταξη μάχης.

Αυτό εξηγεί γιατί όλες οι προηγούμενες απόπειρες για μεταφορά ελληνικών Patriot ή S-300 στην Ουκρανία προσέκρουσαν στο ίδιο επιχείρημα:

πρώτα η ελληνική εθνική ασφάλεια και μετά οποιαδήποτε παραχώρηση κρίσιμων οπλικών συστημάτων.

Ανάλογη θέση έχει καταγραφεί και παλαιότερα από τον Πολ Ίντον στο Forbes, με την Αθήνα να επιμένει ότι δεν μπορεί να μειώσει τη στρατηγική της αεράμυνα έναντι πιθανών απειλών από την Τουρκία.

Η Νορβηγία θα μπορούσε να πληρώσει – Αλλά ποιος θα πάρει την πολιτική απόφαση;
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία του δημοσιεύματος αφορά τη Νορβηγία.

Το Όσλο έχει ήδη αναλάβει χρηματοδοτικούς ρόλους για την ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας και έχει εκφράσει τη διάθεση να χρηματοδοτήσει την προμήθεια επιπλέον αναχαιτιστών για S-300.

Η Νορβηγία είχε ήδη ανακοινώσει χρηματοδότηση για επιπλέον πυραύλους των S-300 της Ουκρανίας, με το βασικό πρόβλημα να παραμένει από πού μπορούν να βρεθούν επαρκή αποθέματα.

Στο σενάριο που περιγράφεται, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός στον οποίο:

η Ελλάδα θα παραχωρούσε σύστημα ή αποθέματα, η Νορβηγία θα χρηματοδοτούσε τη διαδικασία και η Ουκρανία θα παραλάμβανε το υλικό.

Τεχνικά, λοιπόν, λύσεις υπάρχουν.

Πολιτικά όμως το ζήτημα είναι πολύ δυσκολότερο.

Διότι ακόμα κι αν τα χρήματα προέρχονται από το Όσλο και η μεταφορά γίνει μέσω τρίτης χώρας, το οπλικό σύστημα θα εξακολουθεί να έχει φύγει από το ελληνικό οπλοστάσιο με απόφαση της Αθήνας.

Ο ρωσικός παράγοντας και η προειδοποίηση της Μόσχας
Υπάρχει και μία ακόμη περίπλοκη διάσταση.

Οι S-300 είναι ρωσικής κατασκευής και η Μόσχα έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει την Αθήνα ότι η επανεξαγωγή ρωσικού στρατιωτικού υλικού σε τρίτη χώρα προϋποθέτει, κατά τη ρωσική θέση, τη συγκατάθεσή της.

Η Ρωσία είχε αντιδράσει και σε παλαιότερα σενάρια μεταφοράς ελληνικών S-300, Tor-M1 και OSA, επικαλούμενη τους όρους των συμφωνιών στρατιωτικοτεχνικής συνεργασίας.

Είναι προφανές ότι η Μόσχα δεν πρόκειται να εγκρίνει μεταφορά των S-300 στην Ουκρανία, όπου θα χρησιμοποιηθούν για την κατάρριψη ρωσικών αεροσκαφών ή πυραύλων.

Για την Αθήνα αυτό προσθέτει ένα ακόμη πολιτικό κόστος.

Γιατί η Ελλάδα δεν θέλει νέα σύγκρουση με τη Μόσχα
Η ελληνική κυβέρνηση έχει στηρίξει την Ουκρανία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής και έχει αποστείλει σημαντικές ποσότητες στρατιωτικού υλικού.

Ωστόσο, άλλο είναι η αποστολή πυρομαχικών ή παλαιότερων οπλικών συστημάτων και άλλο η παράδοση ενός από τα πλέον αναγνωρίσιμα ρωσικά αντιαεροπορικά συστήματα που διαθέτει χώρα του ΝΑΤΟ απευθείας στην Ουκρανία.

Μία τέτοια απόφαση θα είχε ιδιαίτερο συμβολισμό στη Μόσχα.

Ο Τζογόπουλος επισημαίνει στο Forbes ότι η Αθήνα εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε μία επιλογή η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει τις ελληνορωσικές σχέσεις σε νέο χαμηλό.

Με άλλα λόγια, η ελληνική λογική είναι διπλή:

γιατί να χάσει σήμερα ένα χρήσιμο στρατιωτικό σύστημα και ταυτόχρονα να πληρώσει σημαντικό γεωπολιτικό κόστος, χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει πλήρη αντικατάστασή του;

Η ψυχρότητα Αθήνας–Κιέβου αλλάζει την εξίσωση
Το Forbes αναδεικνύει όμως και έναν ακόμη παράγοντα που δεν υπήρχε με την ίδια ένταση τα προηγούμενα χρόνια.

Την επιδείνωση του κλίματος στις ελληνοουκρανικές σχέσεις.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Τζογόπουλο, η Αθήνα εμφανίζεται προβληματισμένη μετά το περιστατικό με ουκρανικό θαλάσσιο drone στα ελληνικά ύδατα της Λευκάδας, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν συζητήσεις για πιθανή ελληνοουκρανική συνεργασία στη συμπαραγωγή μη επανδρωμένων ναυτικών συστημάτων.

Η ουσία της ελληνικής ενόχλησης, όπως αποτυπώνεται στην ανάλυση, είναι βαθύτερη.

Η Ελλάδα θεωρεί ότι έχει στηρίξει αποφασιστικά την Ουκρανία, χωρίς να βλέπει πάντοτε αντίστοιχη προτεραιοποίηση των ελληνικών στρατηγικών συμφερόντων από το Κίεβο.

Και στην κορυφή αυτών των προβληματισμών βρίσκονται οι σχέσεις της Ουκρανίας με την Τουρκία.

Άγκυρα–Κίεβο: Η σχέση που προβληματίζει την Αθήνα
Η Τουρκία και η Ουκρανία έχουν αναπτύξει εδώ και χρόνια σημαντική αμυντική συνεργασία.

Η σχέση αυτή εκτείνεται από τα drones και την αμυντική βιομηχανία μέχρι ναυτικές πλατφόρμες και τεχνολογική συνεργασία.

Για το Κίεβο, η Τουρκία αποτελεί πολύτιμο εταίρο.

Για την Αθήνα, όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να παραχωρεί χωρίς όρους κρίσιμα μέσα της εθνικής της άμυνας σε μία χώρα που παράλληλα διατηρεί στενή στρατιωτική συνεργασία με τον βασικό γεωπολιτικό ανταγωνιστή της Αθήνας.

Αυτό δεν σημαίνει ρήξη Ελλάδας–Ουκρανίας.

Σημαίνει όμως ότι η περίοδος κατά την οποία κάθε ουκρανικό αίτημα αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αλληλεγγύης προς το Κίεβο φαίνεται να δίνει τη θέση της σε μία πιο ψυχρή και αυστηρά συμφεροντολογική ελληνική προσέγγιση.

Το Κίεβο προσπαθεί να «αναστήσει» το οπλοστάσιο των S-300
Η Ουκρανία, γνωρίζοντας ότι τα διαθέσιμα συστήματα στην Ευρώπη είναι περιορισμένα, αναζητεί παράλληλα εναλλακτική λύση.

Μία από αυτές είναι η αναβάθμιση των παλαιών ουκρανικών S-300 και η ανάπτυξη νέων πυραύλων που θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις υπάρχουσες συστοιχίες.

Ο απόστρατος συνταγματάρχης του αμερικανικού Στρατού Ρόμπερτ Χάμιλτον αναφέρθηκε σε προσπάθεια ΗΠΑ–Ουκρανίας για ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της οικογένειας S-300 και βελτίωση των διαθέσιμων δυνατοτήτων.

Το πρόβλημα είναι η παραγωγή.

Ακόμη και εάν το πρόγραμμα πετύχει τεχνικά, οι αριθμοί παραμένουν περιορισμένοι σε σχέση με τις τεράστιες απαιτήσεις ενός πολέμου όπου καθημερινά χρησιμοποιούνται εκατοντάδες εναέρια όπλα.

Το ελληνικό δίλημμα: Να φύγουν τώρα ή όταν έρθουν οι αντικαταστάτες;
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας ολόκληρης της υπόθεσης.

Η Ελλάδα έχει αποφασίσει να περάσει σταδιακά σε νέα γενιά αεράμυνας.

Οι S-300, Tor-M1, OSA και παλαιότερα δυτικά συστήματα δεν αποτελούν το μέλλον των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει ως στόχο ακριβώς τη δημιουργία μίας νέας αρχιτεκτονικής με ισραηλινά συστήματα, προηγμένους αισθητήρες και ενιαίο δίκτυο διοίκησης.

Αλλά άλλο πράγμα η απόφαση για αντικατάσταση και άλλο η πραγματική απόσυρση.

Μέχρι να φτάσουν τα νέα συστήματα, να ενεργοποιηθούν και να αποκτήσουν πλήρη επιχειρησιακή ικανότητα, οι παλιές συστοιχίες εξακολουθούν να έχουν αξία.

Και στην άμυνα υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας:

δεν αποσύρεις ένα επιχειρησιακό σύστημα πριν εξασφαλίσεις ότι το νέο μπορεί πραγματικά να αναλάβει την αποστολή του.

Η Αθήνα δεν θέλει να επαναλάβει το λάθος της πρόωρης απογύμνωσης
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της γεωγραφίας της Ελλάδας.

Η χώρα καλείται να προστατεύσει:

το Αιγαίο,

τη Θράκη,

την ηπειρωτική επικράτεια,

την Κρήτη,

τις κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις,

τις αεροπορικές βάσεις,

τις ναυτικές υποδομές

και στρατηγικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Οι ανάγκες αεράμυνας δεν μειώνονται. Αυξάνονται.

Η μαζική εξάπλωση drones, βαλλιστικών όπλων και πυραύλων μεγάλης ακρίβειας αποδεικνύει ότι μία χώρα χρειάζεται περισσότερους αναχαιτιστές και περισσότερα επίπεδα προστασίας – όχι λιγότερα.

Αυτό καθιστά ακόμη δυσκολότερη την πολιτική απόφαση για άμεση παραχώρηση των S-300.

Οι Patriot επίσης δεν είναι διαθέσιμοι για το Κίεβο
Το ίδιο ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό για τους ελληνικούς Patriot.

Η Ουκρανία χρειάζεται απεγνωσμένα Patriot, καθώς το σύστημα αποτελεί κρίσιμο εργαλείο απέναντι σε βαλλιστικές απειλές.

Ωστόσο, η Ελλάδα έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι δεν μπορεί να αποδυναμώσει τον πυρήνα της εθνικής της αντιαεροπορικής άμυνας χωρίς ισοδύναμη και άμεση αντικατάσταση.

Και αυτό δείχνει ότι η ελληνική θέση για τους S-300 δεν αποτελεί εξαίρεση.

Αποτελεί μέρος ενός γενικότερου δόγματος:

κανένα κρίσιμο σύστημα αεράμυνας δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα εάν προηγουμένως δεν έχει καλυφθεί το κενό.

Τι θα μπορούσε να αλλάξει την ελληνική στάση
Υπάρχει, βεβαίως, ένα σενάριο που θα μπορούσε μελλοντικά να αλλάξει εντελώς την εξίσωση.

Η πλήρης ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Όταν τα νέα συστήματα παραδοθούν, ενταχθούν στο ελληνικό δίκτυο και καταστούν πλήρως επιχειρησιακά, η αξία των S-300 για την ελληνική άμυνα θα μειωθεί δραστικά.

Τότε η Αθήνα θα μπορεί να εξετάσει πολύ πιο εύκολα:

μεταφορά σε τρίτη χώρα, ανταλλαγή, πώληση ή οριστικό παροπλισμό.

Μέχρι τότε όμως, σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζει το Forbes, μία άμεση παραχώρηση στην Ουκρανία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.

Το μήνυμα της Αθήνας: Πρώτα η αποτροπή
Η υπόθεση των S-300 αποκαλύπτει τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο για τη νέα ελληνική αμυντική στρατηγική.

Η Αθήνα δείχνει ότι περνά από μία περίοδο όπου η εξωτερική πολιτική και οι εξοπλισμοί αξιολογούνται με πολύ πιο αυστηρά κριτήρια εθνικού συμφέροντος.

Η Ελλάδα μπορεί να παραμένει στο πλευρό της Ουκρανίας απέναντι στη ρωσική εισβολή.

Μπορεί να συνεχίζει να συμμετέχει στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτική.

Μπορεί να συνεργάζεται στενά με ΗΠΑ και ΝΑΤΟ.

Όμως υπάρχει μία γραμμή που δύσκολα θα περάσει:

να μειώσει την αποτρεπτική της ικανότητα απέναντι στην Τουρκία χωρίς να έχει πρώτα εξασφαλίσει ισχυρότερη αντικατάσταση.

Και αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη συζήτηση για τους ελληνικούς S-300.

Το Κίεβο τους χρειάζεται. Η Νορβηγία μπορεί να είναι πρόθυμη να πληρώσει. Η Δύση μπορεί να αναζητεί κάθε διαθέσιμο αντιαεροπορικό πύραυλο. Αλλά για την Αθήνα, το ερώτημα δεν είναι ποιος πληρώνει για τους S-300. Είναι ποιος θα καλύψει το κενό που θα αφήσουν απέναντι στην Τουρκία.

Και όσο αυτή η απάντηση δεν έχει δοθεί επιχειρησιακά, οι ελληνικοί S-300 δύσκολα θα πάρουν τον δρόμο για την Ουκρανία.