Οι ελπίδες που καλλιεργήθηκαν στην Τουρκία για επιστροφή στο πρόγραμμα των F-35 φαίνεται να προσκρούουν ξανά σε ένα τείχος πολιτικών, στρατιωτικών και γεωπολιτικών εμποδίων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται για ακόμη μία φορά το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, το οποίο όχι μόνο εξακολουθεί να κρατά την Άγκυρα μακριά από το αμερικανικό μαχητικό πέμπτης γενιάς, αλλά μετατρέπεται πλέον σε έναν πραγματικό στρατηγικό εγκλωβισμό για την τουρκική ηγεσία.
Η Τουρκία βρίσκεται ουσιαστικά μπροστά σε ένα σχεδόν άλυτο δίλημμα:
οι S-400 δεν αρκεί να μείνουν κλεισμένοι σε αποθήκες, δεν μπορούν να απομακρυνθούν εύκολα χωρίς τη Ρωσία και ακόμη κι αν τελικά φύγουν από τουρκικό έδαφος, κανείς δεν εγγυάται ότι το Κογκρέσο θα ανοίξει την πόρτα των F-35.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Οι προσδοκίες μετά το ΝΑΤΟ φαίνεται να ξεφουσκώνουν
Στην Άγκυρα είχαν καλλιεργηθεί προσδοκίες ότι μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στο θέμα των F-35.
Όμως η εικόνα που περιγράφεται από την τουρκική πλευρά είναι πολύ διαφορετική.
Η αρθρογράφος της T24, Μπαρτσίν Γινάντς, επισημαίνει ότι οι θετικές προσδοκίες δεν επιβεβαιώθηκαν και ότι το αμερικανικό Κογκρέσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Τουρκία με βαθιά δυσπιστία.
Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται στη στάση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, σε ενημέρωση προς το Κογκρέσο η αμερικανική πλευρά κατέστησε σαφές ότι οι όροι που σχετίζονται με τους S-400 δεν έχουν εκπληρωθεί.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις πολιτικές επαφές και τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης Ουάσιγκτον–Άγκυρας, ο βασικός πυρήνας του προβλήματος παραμένει άθικτος.
Δεν αρκεί να μείνουν οι S-400 στο κουτί
Για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Τουρκία εξετάστηκε το σενάριο να παραμείνουν οι S-400 ανενεργοί.
Να μη χρησιμοποιούνται.
Να μη συνδέονται με νατοϊκά συστήματα.
Να παραμείνουν ουσιαστικά αποθηκευμένοι.
Όμως αυτό φαίνεται να μην αρκεί.
Η αμερικανική ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στην επιχειρησιακή ενεργοποίηση των S-400, αλλά αφορά την ίδια την παρουσία του ρωσικού συστήματος σε μία χώρα του ΝΑΤΟ που θέλει παράλληλα πρόσβαση στο πλέον ευαίσθητο αμερικανικό μαχητικό.
Και εδώ καταρρέει η πιο εύκολη λύση που θα μπορούσε να επιλέξει η Άγκυρα.
Οι S-400 δεν μπορούν απλώς να «ξεχαστούν» σε μια αποθήκη και το πρόβλημα να θεωρηθεί λήξαν.
Η Άγκυρα κοιτά πλέον προς τη Μόσχα
Από τη στιγμή που η λύση της αδρανοποίησης δεν αρκεί, το επόμενο σενάριο είναι η απομάκρυνση των S-400 από την Τουρκία.
Εδώ όμως ξεκινά ένας ακόμη μεγαλύτερος πονοκέφαλος.
Η Τουρκία δεν μπορεί να αποφασίσει μονομερώς ότι θα μεταφέρει το ρωσικό σύστημα σε τρίτη χώρα.
Για μια τέτοια κίνηση απαιτείται η συγκατάθεση της Ρωσίας.
Και αυτό μεταφέρει ουσιαστικά το κέντρο βάρους του προβλήματος από την Ουάσιγκτον στη Μόσχα.
Η Άγκυρα θα πρέπει να πείσει το Κρεμλίνο να εγκρίνει μια λύση η οποία πρακτικά θα επιτρέψει στην Τουρκία να απομακρύνει το βασικό εμπόδιο που την κρατά έξω από το πρόγραμμα F-35.
Γιατί όμως να το δεχθεί εύκολα η Μόσχα;
Τι θα ζητήσει ο Πούτιν από τον Ερντογάν;
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα της υπόθεσης.
Η Ρωσία δεν έχει κανέναν προφανή λόγο να διευκολύνει δωρεάν την Τουρκία να επιστρέψει σε μια προηγμένη αμερικανική αμυντική αρχιτεκτονική.
Αντιθέτως, μπορεί να χρησιμοποιήσει την υπόθεση ως μοχλό πίεσης απέναντι στον Ερντογάν.
Η Μόσχα γνωρίζει ότι οι S-400 έχουν μετατραπεί σε στρατηγικό βαρίδι για την Άγκυρα.
Γνωρίζει επίσης ότι η Τουρκία θέλει επειγόντως να αποκαταστήσει την πρόσβασή της στα F-35.
Άρα το ερώτημα γίνεται αναπόφευκτο:
Τι θα απαιτήσει η Ρωσία για να δώσει το πράσινο φως;
Παραχωρήσεις στη Συρία;
Διαφορετική τουρκική στάση απέναντι στη Ρωσία;
Ενεργειακά ανταλλάγματα;
Περιορισμό στρατιωτικής στήριξης προς άλλες χώρες;
Όποια και αν είναι η απάντηση, ένα είναι βέβαιο: η Μόσχα διαθέτει πλέον ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί.
Γιατί το Κατάρ δεν είναι εύκολη λύση
Ένα από τα σενάρια που έχουν κυκλοφορήσει αφορά μεταφορά των S-400 στο Κατάρ.
Στην πράξη όμως το σενάριο αυτό εμφανίζει τεράστιες δυσκολίες.
Στο Κατάρ βρίσκεται η Αλ Ουντέιντ, η μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση στη Μέση Ανατολή και μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις της CENTCOM στην περιοχή.
Η παρουσία ρωσικών S-400 κοντά σε αμερικανικά μαχητικά, στρατηγικά αεροσκάφη και κρίσιμες υποδομές θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα ασφάλειας.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς την Ουάσιγκτον να αποδέχεται ένα ρωσικό σύστημα υψηλής τεχνολογίας σε ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά στρατιωτικά κέντρα της Μέσης Ανατολής.
Άρα το Κατάρ δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί εύκολη διέξοδος για την Άγκυρα.
Και τα ΗΑΕ κρύβουν παγίδα
Στο τραπέζι έχει βρεθεί και το σενάριο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Όμως και εδώ το πρόβλημα είναι σύνθετο.
Τα ΗΑΕ είχαν στο παρελθόν επιδιώξει να αποκτήσουν F-35, αλλά η διαδικασία σκάλωσε μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανησυχιών της Ουάσιγκτον για τις σχέσεις τους με την Κίνα και την παρουσία κινεζικής τεχνολογίας στις κρίσιμες υποδομές τους.
Η συγκεκριμένη εμπειρία έχει ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία.
Δείχνει ότι η Ουάσιγκτον δεν εξετάζει μόνο ένα συγκεκριμένο οπλικό σύστημα, αλλά ολόκληρο το τεχνολογικό και στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να επιχειρούν τα F-35.
Και εδώ ακριβώς ανοίγει ένα νέο, ακόμη πιο επικίνδυνο μέτωπο για την Άγκυρα.
Το επόμενο αγκάθι λέγεται Huawei
Ακόμη κι αν η Τουρκία καταφέρει τελικά να λύσει το ζήτημα των S-400, δεν αποκλείεται να βρεθεί μπροστά σε έναν νέο αμερικανικό όρο.
Την κινεζική τεχνολογία.
Η παρουσία της Huawei στις τηλεπικοινωνιακές και 5G υποδομές της Τουρκίας μπορεί να εξελιχθεί στο επόμενο μεγάλο εμπόδιο.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το F-35 δεν αποτελεί απλώς ένα μαχητικό αεροσκάφος.
Είναι ένας ιπτάμενος κόμβος συλλογής, επεξεργασίας και ανταλλαγής εξαιρετικά ευαίσθητων δεδομένων.
Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει με πολύ μεγάλη καχυποψία κάθε πιθανότητα τεχνολογικής διαρροής προς τη Ρωσία ή την Κίνα.
Επομένως, ακόμη και αν το ρωσικό πρόβλημα εξαφανιστεί, η Τουρκία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα κινεζικό πρόβλημα.
Και τότε το «εισιτήριο» για τα F-35 θα γίνει ακόμη ακριβότερο.
Από τους S-400 στη Huawei – Το αμερικανικό τεστ αξιοπιστίας
Η ουσία είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξετάζουν πλέον μόνο το ερώτημα:
«Έχει η Τουρκία S-400;»
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο:
«Μπορεί η Τουρκία να θεωρηθεί πλήρως αξιόπιστο τεχνολογικό και στρατηγικό περιβάλλον για το F-35;»
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να απαντηθεί.
Διότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ένα ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα.
Αφορά τη συνολική στρατηγική της Άγκυρας, τις σχέσεις της με τη Ρωσία, τις σχέσεις της με την Κίνα και τη φιλοσοφία της στρατηγικής αυτονομίας που ακολουθεί εδώ και χρόνια.
Το Κογκρέσο παραμένει η μεγάλη πόρτα
Ακόμη όμως και αν ο Ερντογάν καταφέρει το θεωρητικά αδύνατο:
να πείσει τη Ρωσία,
να μεταφέρει τους S-400,
να ικανοποιήσει τις αμερικανικές τεχνικές απαιτήσεις,
να περιορίσει τους κινδύνους που σχετίζονται με κινεζική τεχνολογία,
θα υπάρχει και πάλι ένα τελευταίο εμπόδιο.
Το αμερικανικό Κογκρέσο.
Και εκεί η Τουρκία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ισχυρή πολιτική αντίσταση.
Η επιστροφή στο πρόγραμμα F-35 δεν είναι μια απλή στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Πενταγώνου και τουρκικού υπουργείου Άμυνας.
Είναι βαθιά πολιτική απόφαση.
Και το Κογκρέσο θα αξιολογήσει πολύ περισσότερα από τους S-400.
Θα εξετάσει τη συνολική συμπεριφορά της Τουρκίας, τις περιφερειακές της κινήσεις, τις σχέσεις της με τη Ρωσία και την αξιοπιστία της ως νατοϊκού συμμάχου.
Το τεράστιο κόστος μιας επιλογής του Ερντογάν
Και κάπως έτσι η αγορά των S-400 επιστρέφει στην Άγκυρα σαν γεωπολιτικό μπούμερανγκ.
Η Τουρκία αγόρασε το ρωσικό σύστημα επιδιώκοντας να αποδείξει ότι μπορεί να ακολουθεί ανεξάρτητη αμυντική πολιτική.
Το αποτέλεσμα όμως ήταν διαφορετικό.
Απομακρύνθηκε από τα F-35.
Βρέθηκε αντιμέτωπη με αμερικανικές κυρώσεις.
Έχασε τη συμμετοχή της σε ένα από τα σημαντικότερα αεροπορικά προγράμματα στον κόσμο.
Και τώρα πρέπει ενδεχομένως να πληρώσει δεύτερη φορά, προκειμένου να απαλλαγεί από το σύστημα που η ίδια επέλεξε.
Οι S-400 μετατρέπονται έτσι από σύμβολο στρατηγικής αυτονομίας σε σύμβολο στρατηγικού εγκλωβισμού.
«Δεν μπορούν να μείνουν – δεν μπορούν να φύγουν»
Η φράση αυτή αποτυπώνει σχεδόν απόλυτα το αδιέξοδο.
Οι S-400 δεν μπορούν να παραμείνουν απλώς για πάντα αποθηκευμένοι, εφόσον η Τουρκία επιθυμεί πραγματικά επιστροφή στα F-35.
Δεν μπορούν όμως και να φύγουν εύκολα, αφού απαιτείται συνεννόηση με τη Ρωσία.
Και ακόμη κι αν φύγουν, η Τουρκία δεν έχει στα χέρια της καμία εγγύηση ότι θα πάρει τελικά τα F-35.
Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν μπορεί να αναγκαστεί να πληρώσει σοβαρό διπλωματικό τίμημα στη Μόσχα χωρίς να γνωρίζει εάν θα λάβει το αντίστοιχο αντάλλαγμα από την Ουάσιγκτον.
Πρόκειται για έναν στρατηγικό εφιάλτη.
Η Τουρκία εγκλωβισμένη ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα
Το πραγματικό πρόβλημα της Άγκυρας είναι βαθύτερο.
Η Τουρκία προσπάθησε για χρόνια να ισορροπεί ανάμεσα στη Δύση και τη Ρωσία.
Να χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ όταν τη συμφέρει και παράλληλα να αγοράζει στρατηγικά ρωσικά συστήματα.
Να διατηρεί αμερικανικά μαχητικά και ταυτόχρονα να ενισχύει τη συνεργασία με τη Μόσχα.
Η υπόθεση των S-400 απέδειξε όμως ότι υπάρχουν όρια στην πολιτική του «και με τη Δύση και με τη Ρωσία».
Και τώρα η Άγκυρα πληρώνει ακριβώς αυτό το κόστος.
Το F-35 απομακρύνεται ξανά;
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν τελικά η Τουρκία μπορεί πραγματικά να επιστρέψει στο πρόγραμμα.
Θεωρητικά, τίποτε δεν είναι αδύνατο εάν υπάρξει μεγάλη πολιτική συμφωνία.
Πρακτικά όμως η διαδρομή είναι γεμάτη νάρκες.
Πρώτα πρέπει να λυθεί το πρόβλημα των S-400.
Μετά πρέπει να συμφωνήσει η Ρωσία.
Ύστερα πρέπει να εξεταστούν τα ζητήματα τεχνολογικής ασφάλειας.
Και στο τέλος πρέπει να πειστεί το αμερικανικό Κογκρέσο.
Τέσσερα διαφορετικά εμπόδια, χωρίς καμία εγγύηση επιτυχίας.
Ο γεωπολιτικός λογαριασμός ήρθε για την Άγκυρα
Η υπόθεση S-400–F-35 αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του κόστους που μπορεί να έχει μία στρατηγική απόφαση όταν λαμβάνεται χωρίς πλήρη αποτίμηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών.
Η Άγκυρα βρίσκεται σήμερα σε μια εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Για να πλησιάσει ξανά την Ουάσιγκτον, πρέπει πρώτα να διαπραγματευτεί με τη Μόσχα. Για να αποκτήσει τα F-35, πρέπει να απαλλαγεί από ένα ρωσικό σύστημα για το οποίο πλήρωσε δισεκατομμύρια. Και ακόμη κι αν το κάνει, μπορεί να εμφανιστεί μπροστά της το νέο εμπόδιο της κινεζικής τεχνολογίας.
Το τουρκικό αδιέξοδο είναι πλέον εμφανές.
Και οι S-400, που κάποτε παρουσιάστηκαν ως απόδειξη της ανεξαρτησίας της Άγκυρας από τη Δύση, κινδυνεύουν να μείνουν στην ιστορία ως η ακριβότερη γεωπολιτική παγίδα της εποχής Ερντογάν.
