Το πραγματικό παρασκήνιο πίσω από τη μεγαλύτερη επένδυση στην ελληνική αεράμυνα – Κόστος, χρόνος παράδοσης, τεχνογνωσία και συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας έκριναν την τελική επιλογή.
Η δημιουργία του νέου αντιαεροπορικού και αντιβαλλιστικού θόλου της Ελλάδας, της περίφημης «Ασπίδας του Αχιλλέα», αποτελεί το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα που σχεδιάστηκε τις τελευταίες δεκαετίες για την προστασία της ελληνικής επικράτειας απέναντι στις σύγχρονες αεροπορικές, βαλλιστικές και ασύμμετρες απειλές.
Πίσω όμως από την τελική επιλογή του ισραηλινού μοντέλου προηγήθηκε μια πολυετής διαδικασία αξιολόγησης, κατά την οποία εξετάστηκαν αναλυτικά οι προτάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ευρωπαϊκών κρατών και του Ισραήλ.
Σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές, η απόφαση δεν βασίστηκε αποκλειστικά στις επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά σε έναν συνδυασμό κρίσιμων παραγόντων: κόστος, χρόνος υλοποίησης, τεχνολογική ωριμότητα, συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας και δυνατότητα μεταφοράς τεχνογνωσίας.
Στόχος: Να δημιουργηθεί άμεσα ένας σύγχρονος πολυεπίπεδος αμυντικός θόλος
Το Γενικό Επιτελείο και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας έθεσαν εξαρχής έναν ξεκάθαρο στόχο:
Η Ελλάδα να αποκτήσει το συντομότερο δυνατό έναν ολοκληρωμένο αντιαεροπορικό, αντιβαλλιστικό και anti-drone θόλο, ικανό να αντιμετωπίζει τόσο τις παραδοσιακές απειλές όσο και τα νέα μέσα πολέμου, όπως:
- βαλλιστικούς πυραύλους,
- πυραύλους cruise,
- μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV),
- σμήνη drones,
- ηλεκτρονικές επιθέσεις,
- επιθέσεις κορεσμού και υβριδικές επιχειρήσεις.
Στρατιωτικές πηγές απορρίπτουν τους ισχυρισμούς ότι εξετάστηκε αποκλειστικά η ισραηλινή πρόταση, υπογραμμίζοντας ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αξιολόγησαν εξίσου τις αμερικανικές, τις ευρωπαϊκές και τις ισραηλινές λύσεις, με κοινά επιχειρησιακά κριτήρια.
Η αμερικανική πρόταση των 9 δισ. ευρώ και η καθυστέρηση των 10 ετών
Σύμφωνα με πληροφορίες από στρατιωτικούς κύκλους, η πρόταση των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίαζε δύο σημαντικά μειονεκτήματα.
Το πρώτο ήταν ο χρόνος.
Η πλήρης ανάπτυξη του νέου αντιαεροπορικού θόλου εκτιμήθηκε ότι θα απαιτούσε σχεδόν δέκα χρόνια, καθώς οι αμερικανικές γραμμές παραγωγής εξυπηρετούν ήδη τεράστιες παραγγελίες συμμάχων και χωρών του ΝΑΤΟ.
Το δεύτερο ήταν το οικονομικό κόστος.
Η συνολική πρόταση προσέγγιζε τα 9 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, κρίθηκε ιδιαίτερα υψηλό για τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας.
Ο ευρωπαϊκός θόλος των 6 δισ. ευρώ και η έλλειψη επιχειρησιακής ωριμότητας
Στο τραπέζι βρέθηκε και η ευρωπαϊκή πρόταση.
Παρότι η Αθήνα στηρίζει διαχρονικά την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, τα στελέχη των Επιτελείων εντόπισαν σημαντικές αδυναμίες.
Σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές:
- πολλά από τα προτεινόμενα ευρωπαϊκά συστήματα δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει την επιχειρησιακή τους ωρίμανση,
- θα απαιτούνταν επιπλέον χρόνια ανάπτυξης,
- ενώ το συνολικό κόστος εκτιμήθηκε περίπου στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση της παραγωγής εντός των δικών τους αμυντικών βιομηχανιών, περιορίζοντας τις δυνατότητες ουσιαστικής βιομηχανικής συμμετοχής της Ελλάδας.
Η ισραηλινή λύση που έγειρε την πλάστιγγα
Μετά από περίπου δύο χρόνια διαπραγματεύσεων, οι ελληνικές αρχές κατέληξαν στην ισραηλινή πρόταση.
Οι βασικοί λόγοι ήταν συγκεκριμένοι:
1. Δοκιμασμένα συστήματα σε πραγματικές πολεμικές επιχειρήσεις
Οι ισραηλινές πλατφόρμες αεράμυνας έχουν χρησιμοποιηθεί επιχειρησιακά σε πραγματικές συνθήκες μάχης.
Σύμφωνα με ισραηλινά στοιχεία, κατά την τελευταία σύγκρουση με το Ιράν, το ποσοστό επιτυχούς αναχαίτισης εναέριων απειλών έφθασε περίπου στο 92%.
2. Παράδοση σε μόλις 35 μήνες
Οι υπάρχουσες γραμμές παραγωγής επιτρέπουν την ανάπτυξη του ελληνικού θόλου μέσα σε περίπου 35 μήνες, χρόνος σημαντικά μικρότερος σε σχέση με τις εναλλακτικές προτάσεις.
3. Σημαντικά χαμηλότερο κόστος
Το συνολικό πρόγραμμα εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή:
- πολύ χαμηλότερα από τα 9 δισ. της αμερικανικής πρότασης
- και αισθητά χαμηλότερα από τα περίπου 6 δισ. ευρώ της ευρωπαϊκής λύσης.
Παράλληλα, ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στο κόστος των αναχαιτιστικών πυραύλων.
Σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές:
- ένας ευρωπαϊκός πύραυλος μεγάλου βεληνεκούς μπορεί να κοστίζει έως και 5 εκατ. ευρώ,
- ενώ αντίστοιχος ισραηλινός κοστίζει περίπου 1 εκατ. ευρώ, μειώνοντας σημαντικά το συνολικό κόστος λειτουργίας του συστήματος.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο
Ένα ακόμη στοιχείο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες:
- οι Ισραηλινοί δεσμεύθηκαν γραπτώς για συνεργασία με ελληνικές εταιρείες,
- προβλέπεται δημιουργία νέων γραμμών παραγωγής στην Ελλάδα,
- μεταφορά τεχνογνωσίας,
- συμπαραγωγή επιμέρους υποσυστημάτων.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έχει ήδη αναφέρει ότι από το συνολικό πρόγραμμα των 3,4 δισ. ευρώ, περίπου 700 εκατ. ευρώ εκτιμάται ότι θα επιστρέψουν στην ελληνική οικονομία μέσω έργου που θα αναλάβει η εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Hard Kill και Soft Kill: Η νέα φιλοσοφία της ελληνικής αεράμυνας
Η νέα «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα βασίζεται αποκλειστικά σε πυραυλικά συστήματα.
Θα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο δίκτυο πολλαπλών επιπέδων που θα περιλαμβάνει:
- αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά πυραυλικά συστήματα,
- σύγχρονους αισθητήρες ηλεκτρονικού πολέμου,
- συστήματα ηλεκτρονικών αντιμέτρων,
- anti-drone τεχνολογία Soft Kill, ικανή να παρεμβάλλει ή να αναλαμβάνει τον έλεγχο εχθρικών UAV ακόμη και μέσω δορυφορικών επικοινωνιών,
- ολοκληρωμένο δίκτυο διοίκησης και ελέγχου για άμεση διαχείριση κάθε απειλής.
Στο τραπέζι και ο εκσυγχρονισμός των Patriot
Παράλληλα με τον νέο θόλο, συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών συστημάτων Patriot.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στις σχετικές συζητήσεις συμμετέχει και η Σαουδική Αραβία, η οποία φέρεται να εξετάζει οικονομική συμβολή στον εκσυγχρονισμό των ελληνικών πυροβολαρχιών, αναγνωρίζοντας τον ρόλο που διαδραμάτισαν στην προστασία κρίσιμων υποδομών κατά την αποστολή τους στη χώρα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αλλάζει τα δεδομένα στην ελληνική αποτροπή
Η επιλογή του ισραηλινού μοντέλου δεν αφορά μόνο την προμήθεια νέων οπλικών συστημάτων. Σηματοδοτεί τη μετάβαση της Ελλάδας σε μια νέα φιλοσοφία ολοκληρωμένης αεράμυνας, όπου η τεχνητή νοημοσύνη, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, τα συστήματα hard kill και soft kill, η αντιβαλλιστική προστασία και η εγχώρια αμυντική βιομηχανία λειτουργούν ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό οικοσύστημα.
Με χαμηλότερο κόστος, ταχύτερη υλοποίηση, δοκιμασμένες επιχειρησιακές δυνατότητες και σημαντική ελληνική βιομηχανική συμμετοχή, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φιλοδοξεί να αποτελέσει τον πυρήνα της ελληνικής αεράμυνας για τις επόμενες δεκαετίες, ενισχύοντας αποφασιστικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας απέναντι στις διαρκώς εξελισσόμενες απειλές της Ανατολικής Μεσογείου.
