Top News

Ελληνικές στρατιωτικές πηγές για την «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η Ελλάδα εξασφάλισε πλήρη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα – Γιατί θεωρήθηκε απαράβατη προϋπόθεση



Μια εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρος της συμφωνίας Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έρχεται στο προσκήνιο και αφορά όχι απλώς την αγορά προηγμένων αντιαεροπορικών και αντιβαλλιστικών συστημάτων, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της τεχνολογικής κυριαρχίας του νέου ελληνικού αμυντικού πλέγματος.


Σύμφωνα με στρατιωτικές πηγές, η πλήρης πρόσβαση της Ελλάδας στον πηγαίο κώδικα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» τέθηκε από την Αθήνα ως απαράβατη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της διμερούς συμφωνίας με το Ισραήλ.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη, κατά τις ίδιες πληροφορίες, έχει καταγραφεί ρητά στη συμφωνία, αποτελώντας μία από τις πλέον σημαντικές τεχνολογικές και επιχειρησιακές δικλίδες που απαίτησε η ελληνική πλευρά.

Και η σημασία της είναι πολύ μεγαλύτερη από μία τυπική συμβατική λεπτομέρεια.

Η Αθήνα δεν ήθελε απλώς να αγοράσει ένα ισραηλινό σύστημα

Η βασική ελληνική επιδίωξη φαίνεται ότι ήταν ξεκάθαρη:

η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα κλειστό τεχνολογικό οικοσύστημα, το οποίο η Ελλάδα θα χρησιμοποιούσε επιχειρησιακά χωρίς να διαθέτει ουσιαστικό έλεγχο πάνω στη λειτουργία, στις αναβαθμίσεις και στη διασύνδεσή του.

Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αλλάζει αυτήν ακριβώς την εξίσωση.

Σε ένα σύγχρονο ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας, ο πηγαίος κώδικας είναι καθοριστικής σημασίας για τη λειτουργία του λογισμικού, την ενσωμάτωση αισθητήρων και οπλικών συστημάτων, τις αναβαθμίσεις, την κυβερνοασφάλεια και τη δυνατότητα προσαρμογής του συστήματος στις εθνικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Με απλά λόγια, η Αθήνα επιδίωξε να μη διαθέτει μόνο τα «όπλα», αλλά και ουσιαστικό έλεγχο πάνω στον ψηφιακό εγκέφαλο που θα τα συνδέει.

Γιατί καθυστέρησε η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ

Κατά τις στρατιωτικές πηγές, η επιμονή της ελληνικής πλευράς στη ρητή καταγραφή της πλήρους πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα ήταν και ένας από τους λόγους που καθυστέρησε η τελική υπογραφή της συμφωνίας.

Η Αθήνα φέρεται να μην επιθυμούσε μια γενική ή ασαφή διατύπωση.

Αντίθετα, ζητούσε σαφή συμβατική κατοχύρωση, ώστε το ζήτημα να μην εξαρτάται στο μέλλον από πολιτικές ερμηνείες, επιμέρους άδειες ή αποφάσεις τρίτων.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Γιατί ένα σύστημα αεράμυνας τέτοιου μεγέθους δεν σχεδιάζεται για μερικά χρόνια.

Προορίζεται να αποτελέσει κεντρικό πυλώνα της ελληνικής αμυντικής αρχιτεκτονικής για δεκαετίες.

Τι σημαίνει στην πράξη η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα

Η συζήτηση για τον πηγαίο κώδικα μπορεί να ακούγεται τεχνική, όμως στην πραγματικότητα έχει άμεσο επιχειρησιακό περιεχόμενο.

Η δυνατότητα πρόσβασης μπορεί να επιτρέψει στην ελληνική πλευρά, ανάλογα πάντοτε με το ακριβές εύρος των συμβατικών προβλέψεων, να διαθέτει μεγαλύτερο έλεγχο σε:

την ενσωμάτωση νέων αισθητήρων, τη διασύνδεση διαφορετικών συστημάτων, την αναβάθμιση λογισμικού, την προσαρμογή αλγορίθμων, τη διαχείριση απειλών και την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές μεταβάλλονται ταχύτατα.

Drones, βαλλιστικοί πύραυλοι, cruise missiles, περιφερόμενα πυρομαχικά και ηλεκτρονικός πόλεμος δημιουργούν ένα πεδίο στο οποίο το λογισμικό είναι πλέον εξίσου σημαντικό με τον ίδιο τον πύραυλο αναχαίτισης.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι ένα μόνο όπλο

Η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από το πρόγραμμα είναι ότι πρόκειται απλώς για αγορά νέων αντιαεροπορικών συστημάτων.

Στην πραγματικότητα, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» σχεδιάζεται ως ένα ενιαίο πολυεπίπεδο πλέγμα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone άμυνας, το οποίο θα λειτουργεί μέσα από κοινή αρχιτεκτονική διοίκησης και ελέγχου.

Ο σχεδιασμός προβλέπει έναν ολιστικό μηχανισμό στον οποίο διαφορετικοί αισθητήρες και διαφορετικά μέσα αναχαίτισης θα ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο.

Στόχος είναι μία απειλή να μπορεί να εντοπίζεται από έναν αισθητήρα και να αναχαιτίζεται από το καταλληλότερο διαθέσιμο σύστημα, χωρίς να λειτουργεί κάθε μονάδα ως απομονωμένο «νησί».

Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει το πρόγραμμα από απλή προμήθεια όπλων σε νέα αρχιτεκτονική εθνικής αεράμυνας.

Αντιαεροπορική, αντιβαλλιστική και anti-drone ομπρέλα

Το ελληνικό σχέδιο στοχεύει στη δημιουργία πολλαπλών στρωμάτων προστασίας.

Στο επιχειρησιακό περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, η απειλή δεν προέρχεται πλέον μόνο από επανδρωμένα μαχητικά.

Η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει ένα πολύ πιο σύνθετο φάσμα πιθανών απειλών:

UAV, οπλισμένα drones, βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, περιφερόμενα πυρομαχικά και επιθέσεις κορεσμού.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το νέο περιβάλλον.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι όλα αυτά τα επίπεδα δεν θα πρέπει να λειτουργούν αποσπασματικά.

Θα πρέπει να εντάσσονται σε ένα κοινό δίκτυο διοίκησης, ελέγχου και ανταλλαγής δεδομένων.

Και εδώ ακριβώς επανέρχεται η τεράστια σημασία του λογισμικού.

Ο ψηφιακός εγκέφαλος της ελληνικής αεράμυνας

Στα σύγχρονα αμυντικά συστήματα, όποιος ελέγχει το λογισμικό διαθέτει σε μεγάλο βαθμό και τον έλεγχο της μελλοντικής εξέλιξης του συστήματος.

Εάν κάθε αναβάθμιση, κάθε προσθήκη νέου αισθητήρα ή κάθε προσαρμογή σε μία νέα απειλή απαιτεί εξωτερική άδεια, τότε δημιουργείται μόνιμη εξάρτηση από τον κατασκευαστή ή το κράτος προέλευσης.

Η απαίτηση της Ελλάδας για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα φαίνεται να έχει ακριβώς αυτή τη λογική:

να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η μελλοντική τεχνολογική εξάρτηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κομμάτι ενός ξένου συστήματος γίνεται αυτομάτως ελληνικό ή ότι παύουν να υπάρχουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και περιορισμοί.

Σημαίνει όμως ότι, εφόσον η συμφωνία προβλέπει πράγματι το εύρος πρόσβασης που περιγράφουν οι στρατιωτικές πηγές, η Αθήνα αποκτά πολύ μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία.

Το μεγάλο στοίχημα: Ελληνική ενσωμάτωση και εγχώρια τεχνογνωσία
Η υπόθεση του πηγαίου κώδικα συνδέεται και με ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα:

την ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Η πραγματική αξία ενός τόσο μεγάλου προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από το τι θα παραλάβουν οι Ένοπλες Δυνάμεις.

Κρίνεται και από το πόση τεχνογνωσία θα παραμείνει στην Ελλάδα.

Εάν ελληνικές εταιρείες αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο στην ενσωμάτωση, στη συντήρηση, στις αναβαθμίσεις και στην ανάπτυξη επιμέρους εφαρμογών, τότε η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη δημιουργία εθνικής τεχνογνωσίας σε C2, αισθητήρες, λογισμικό και δικτυοκεντρικές επιχειρήσεις.

Και αυτό είναι στρατηγικά σημαντικότερο από μία ακόμη αγορά έτοιμου στρατιωτικού υλικού.

35 μήνες για ένα νέο αμυντικό πλέγμα

Ο ορίζοντας υλοποίησης του προγράμματος τοποθετείται στους 35 μήνες.

Πρόκειται για εξαιρετικά απαιτητικό χρονοδιάγραμμα, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι δεν μιλάμε απλώς για εγκατάσταση συστοιχιών.

Απαιτούνται ταυτόχρονα:

εγκατάσταση νέων συστημάτων, διασύνδεση αισθητήρων, ανάπτυξη του ενιαίου C2, δοκιμές, πιστοποιήσεις, εκπαίδευση προσωπικού και επιχειρησιακή ένταξη.

Το πραγματικό στοίχημα επομένως δεν είναι μόνο να παραδοθούν τα μέσα.

Είναι να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σώμα.

Ανάλυση Directus.gr: Γιατί η απαίτηση της Αθήνας είναι στρατηγικής σημασίας

Η πληροφορία για τον πηγαίο κώδικα αλλάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζεται η συμφωνία.

Εάν η Ελλάδα είχε περιοριστεί στην προμήθεια έτοιμων ισραηλινών συστημάτων χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στην τεχνολογική τους αρχιτεκτονική, θα αποκτούσε μεν προηγμένες δυνατότητες, αλλά θα παρέμενε σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένη από το εξωτερικό.

Η απαίτηση για πλήρη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα δείχνει μία διαφορετική φιλοσοφία.

Η Αθήνα φαίνεται να επιδιώκει όχι απλώς αγορά ισχύος, αλλά έλεγχο της ίδιας της υποδομής πάνω στην οποία θα στηρίζεται η ισχύς αυτή.

Και αυτό αποτελεί κρίσιμη διαφορά.

Γιατί οι πολεμικές τεχνολογίες αλλάζουν ταχύτατα.

Μία αεράμυνα που δεν μπορεί να αναβαθμίζεται γρήγορα κινδυνεύει να καταστεί ξεπερασμένη πριν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής της.

Το μήνυμα προς το Ισραήλ

Η επιμονή της ελληνικής πλευράς στέλνει ταυτόχρονα και ένα μήνυμα προς την ισραηλινή πλευρά.

Η Ελλάδα επιδιώκει τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, αλλά όχι με όρους πλήρους τεχνολογικής εξάρτησης.

Η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», εφόσον οι προβλέψεις εφαρμοστούν όπως περιγράφονται, δείχνει μετάβαση από τη σχέση απλού αγοραστή–προμηθευτή σε μία βαθύτερη συνεργασία τεχνολογικής και επιχειρησιακής διασύνδεσης.

Αυτό είναι πιθανώς και ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία ολόκληρου του προγράμματος.

Το μήνυμα προς την Τουρκία

Η νέα ελληνική αρχιτεκτονική αεράμυνας έχει βεβαίως και σαφή περιφερειακή διάσταση.

Η ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου δικτύου που θα μπορεί να αντιμετωπίζει αεροσκάφη, drones και διαφορετικές κατηγορίες πυραυλικών απειλών ενισχύει δραστικά την ανθεκτικότητα της ελληνικής άμυνας απέναντι σε σύνθετες επιχειρήσεις κορεσμού.

Δεν πρόκειται μόνο για περισσότερους πυραύλους.

Πρόκειται για τη δυνατότητα ταχύτερου εντοπισμού, αξιολόγησης και κατανομής στόχων.

Και ακριβώς σε αυτό το επίπεδο, η ποιότητα του C2 και του λογισμικού μπορεί να είναι καθοριστικότερη ακόμη και από τον αριθμό των συστοιχιών.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ελληνικό στρατηγικό project
Το πρόγραμμα επομένως αποκτά πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από μία συμβατική εξοπλιστική συμφωνία.

Η Ελλάδα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα εθνικό δίκτυο αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone προστασίας, ικανό να εξελίσσεται μαζί με τις απειλές.

Εφόσον η πλήρης πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα έχει πράγματι κατοχυρωθεί στο εύρος που περιγράφουν οι στρατιωτικές πηγές, τότε πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες προβλέψεις της συμφωνίας.

Γιατί τα οπλικά συστήματα μπορούν να αγοραστούν.

Η πραγματική στρατηγική αυτονομία όμως αρχίζει όταν μια χώρα μπορεί να ελέγχει, να τροποποιεί και να εξελίσσει τον ψηφιακό εγκέφαλο που τα συνδέει.

Και εκεί ακριβώς φαίνεται ότι η Αθήνα επέλεξε να τραβήξει την κόκκινη γραμμή.

Νεότερη Παλαιότερη