Μία νέα γεωπολιτική αντιπαράθεση τεράστιας σημασίας διαμορφώνεται από τον Ινδικό Ωκεανό μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο, με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία να αποκτούν κομβικό ρόλο σε έναν ανταγωνισμό που δεν αφορά πλέον μόνο σύνορα, ενεργειακά κοιτάσματα ή στρατιωτικές ισορροπίες, αλλά τον ίδιο τον έλεγχο των εμπορικών αρτηριών που θα ενώσουν την Ινδία με την Ευρώπη.
Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα άρθρου γνώμης που δημοσιεύθηκε στην ενότητα «Blogs» των Times of Israel υπό τον αποκαλυπτικό τίτλο «Corridors and Caliphates: IMEC, the Indo-Mediterranean & the Mecca pact».
Η ανάλυση του Vas Shenoy περιγράφει ουσιαστικά τη διαμόρφωση δύο ανταγωνιστικών γεωπολιτικών πλεγμάτων.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένα αναδυόμενο σύστημα συνεργασίας με πυρήνα:
Τουρκία – Πακιστάν – Σαουδική Αραβία, με πιθανή μελλοντική προσθήκη της Αιγύπτου.
Απέναντί του ο αρθρογράφος βλέπει να συγκλίνουν ολοένα περισσότερο:
Ινδία – Ισραήλ – Ελλάδα – Κυπριακή Δημοκρατία – Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με την Αρμενία να αποτελεί ακόμη έναν κρίκο αυτού του ευρύτερου πλέγματος συμφερόντων.
Και στη μέση βρίσκεται ο μεγάλος στόχος:
ο IMEC και ο έλεγχος των διαδρόμων που θα συνδέσουν την Ασία με την Ευρώπη παρακάμπτοντας την Τουρκία.
Η μεγάλη μάχη δεν είναι για έναν δρόμο – Είναι για το ποιος θα ελέγχει τον χάρτη
Ο India–Middle East–Europe Economic Corridor δεν αποτελεί απλώς ένα εμπορικό έργο.
Εάν υλοποιηθεί στη συνολική του μορφή, μπορεί να μεταβάλει τον οικονομικό και γεωπολιτικό χάρτη της Ευρασίας.
Η φιλοσοφία του είναι η δημιουργία μιας νέας αλυσίδας μεταφορών που θα συνδέει:
Ινδία – Αραβική Χερσόνησο – Ανατολική Μεσόγειο – Ευρώπη.
Και αυτό έχει μία συνέπεια που η Άγκυρα είχε αντιληφθεί από την πρώτη στιγμή.
Η Τουρκία παύει να αποτελεί την υποχρεωτική χερσαία πύλη μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Αυτό ακριβώς εξηγεί και την οργισμένη αντίδραση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όταν ανακοινώθηκε ο IMEC στη Σύνοδο της G20 στο Νέο Δελχί τον Σεπτέμβριο του 2023.
Ο Τούρκος πρόεδρος είχε δηλώσει:
«Δεν μπορεί να υπάρξει διάδρομος χωρίς την Τουρκία».
Τρία χρόνια αργότερα, η συγκεκριμένη φράση αποκτά εντελώς διαφορετική γεωπολιτική βαρύτητα.
Το ερώτημα του Times of Israel: Προσπαθεί η Άγκυρα να κάνει πράξη την απειλή;
Ο αρθρογράφος θέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα.
Τι συμβαίνει εάν η Τουρκία δεν μπορεί να εμποδίσει οικονομικά την ανάπτυξη ενός διαδρόμου που την παρακάμπτει;
Μπορεί να επιχειρήσει να αποκτήσει τόσο μεγάλη στρατιωτική και πολιτική επιρροή γύρω από τις διαδρομές του, ώστε κανένας διάδρομος να μην μπορεί τελικά να λειτουργήσει χωρίς να λαμβάνει υπόψη την Άγκυρα;
Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα που αποδίδεται στο νέο «Σύμφωνο της Μέκκας».
Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία αμυντική συμφωνία.
Στην πιο φιλόδοξη εκδοχή του, θα μπορούσε να αποτελέσει μια νέα αρχιτεκτονική ισχύος από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Νότια Ασία.
Το «Σύμφωνο της Μέκκας» και το νέο τρίγωνο
Η συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν δημιουργεί έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα συνδυασμό δυνατοτήτων.
Κάθε χώρα φέρνει στο τραπέζι κάτι διαφορετικό.
Η Τουρκία διαθέτει:
μεγάλο στρατό, ισχυρή και ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, drones, πυραυλικά συστήματα, εμπειρία στρατιωτικών επιχειρήσεων και εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών.
Το Πακιστάν διαθέτει:
έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του μουσουλμανικού κόσμου και –κυρίως– πυρηνικό οπλοστάσιο.
Και η Σαουδική Αραβία διαθέτει αυτό που μπορεί να πολλαπλασιάσει την ισχύ των άλλων δύο:
χρήμα.
Σαουδαραβικό κεφάλαιο, τουρκική τεχνολογία, πακιστανική στρατιωτική ισχύς
Ο συνδυασμός που περιγράφεται στην ανάλυση είναι σαφής.
Το Ριάντ έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει ένα ευρύτερο στρατιωτικό οικοσύστημα.
Η Άγκυρα μπορεί να προσφέρει:
UAV, πυραύλους, πολεμικά πλοία, ηλεκτρονικά συστήματα, τεχνολογία και στρατιωτική βιομηχανία.
Το Ισλαμαμπάντ μπορεί να συνεισφέρει:
προσωπικό, εκπαίδευση, στρατιωτικές μονάδες, οπλικά συστήματα και το στρατηγικό βάρος μιας πυρηνικής δύναμης.
Η σαουδαραβική χρηματοδότηση θα μπορούσε να ενώσει αυτά τα στοιχεία σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύστημα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει ο προβληματισμός για την Ελλάδα, την Κύπρο, το Ισραήλ αλλά και την Ινδία.
Δεν είναι «ισλαμικό ΝΑΤΟ» – Αλλά μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό
Οι υποστηρικτές του νέου συμφώνου χρησιμοποιούν ήδη τον όρο «ισλαμικό ΝΑΤΟ».
Η ανάλυση όμως θεωρεί αυτή την περιγραφή υπερβολικά απλοϊκή.
Το πραγματικό μοντέλο θα μπορούσε να μοιάζει περισσότερο με ένα δίκτυο:
στρατιωτικών επιτελείων, υπηρεσιών πληροφοριών, πολιτικών ηγεσιών και κοινών αμυντικών προγραμμάτων.
Δηλαδή όχι απαραίτητα μία κλασική συμμαχία με κοινό αρχηγείο και ολοκληρωμένη στρατιωτική διοίκηση.
Αλλά ένα σύστημα στο οποίο:
η μία χώρα χρηματοδοτεί,
η άλλη παράγει,
η τρίτη προσφέρει ανθρώπινη και στρατιωτική ισχύ,
και όλες ανταλλάσσουν πληροφορίες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις ένα τέτοιο δίκτυο μπορεί να αποδειχθεί πιο ευέλικτο από μία παραδοσιακή συμμαχία.
Ο Χακάν Φιντάν στο κέντρο του νέου τουρκικού σχεδιασμού
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον σημερινό υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας και πρώην επικεφαλής της ΜΙΤ, Χακάν Φιντάν.
Δεν είναι τυχαίο.
Ο Φιντάν δεν προέρχεται από την κλασική διπλωματική σχολή.
Προέρχεται από τον χώρο των πληροφοριών.
Και η δραστηριότητά του εκτείνεται σε ένα τεράστιο γεωγραφικό τόξο:
Συρία – Ιράκ – Ιράν – Λιβύη – Περσικός Κόλπος.
Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι αυτές οι κινήσεις δείχνουν πως η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα σύνολο αποσπασματικών διμερών σχέσεων.
Επιχειρεί να δημιουργήσει δίκτυο επιρροής.
Η κίνηση Φιντάν προς τον Χαφτάρ δείχνει την αλλαγή τακτικής
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Λιβύη.
Για χρόνια η Τουρκία αποτελούσε βασικό στρατιωτικό και πολιτικό υποστηρικτή της κυβέρνησης της Τρίπολης απέναντι στον στρατηγό Χαλίφα Χαφτάρ.
Ωστόσο η Άγκυρα έχει πλέον ανοίξει δίαυλο και με την άλλη πλευρά.
Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα πραγματισμού.
Η Τουρκία δεν θέλει απλώς έναν σύμμαχο στη Λιβύη. Θέλει επιρροή σε ολόκληρη τη Λιβύη.
Γιατί η Λιβύη αποτελεί κλειδί:
για την Ανατολική Μεσόγειο,
για την Αφρική,
για τις ενεργειακές διαδρομές,
και φυσικά για το τουρκολιβυκό μνημόνιο που επηρεάζει άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Συρία φέρνει Τουρκία και Ισραήλ ακόμη πιο κοντά
Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία δημιουργεί νέα σημεία τριβής με το Ισραήλ.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αποκτήσει στρατηγικό βάθος στη Συρία.
Το Ισραήλ από την πλευρά του δεν επιθυμεί μία ισχυρή τουρκική στρατιωτική υποδομή να εγκαθίσταται ολοένα πιο κοντά στα βόρεια σύνορά του.
Έτσι, η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται από την Ανατολική Μεσόγειο στη Συρία και από εκεί στον Περσικό Κόλπο και την Αφρική.
Πρόκειται για ένα ενιαίο τόξο ανταγωνισμού.
Και εδώ εμφανίζεται η Ελλάδα
Το άρθρο θεωρεί ότι η εξέλιξη αυτή αφορά άμεσα την Αθήνα.
Γιατί μία Τουρκία που θα διαθέτει:
σαουδαραβική χρηματοδότηση, πακιστανική στρατιωτική υποστήριξη και ενισχυμένη δική της αμυντική βιομηχανία
θα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα προβολής ισχύος.
Και η πρώτη περιοχή όπου αυτό αποκτά άμεσο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον είναι φυσικά το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με ένα μεγάλο φάσμα τουρκικών αξιώσεων για:
χωρικά ύδατα, εναέριο χώρο, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, νησιά και θαλάσσιες ζώνες.
Επομένως, οποιαδήποτε εξωτερική ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος αφορά αυτομάτως και την Αθήνα.
Το παράδοξο: Δύο χώρες του ΝΑΤΟ σε διαφορετικά γεωπολιτικά δίκτυα
Εδώ υπάρχει ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της νέας εποχής.
Ελλάδα και Τουρκία παραμένουν σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ.
Όμως παράλληλα αναπτύσσουν όλο και διαφορετικότερα στρατηγικά δίκτυα.
Η Τουρκία κινείται βαθύτερα προς:
Πακιστάν – Σαουδική Αραβία και ευρύτερα μουσουλμανικά κράτη.
Η Ελλάδα κινείται σε στενότερη συνεργασία με:
Ισραήλ – Ινδία – Γαλλία – ΗΠΑ – Κύπρο – ΗΑΕ.
Άρα η συμμαχία του ΝΑΤΟ δεν εξαλείφει τις περιφερειακές γεωπολιτικές αντιθέσεις.
Σε ορισμένες περιπτώσεις απλώς τις περιβάλλει.
Η απέναντι πλευρά: Ινδία, Ισραήλ, Ελλάδα και Κύπρος
Σύμφωνα με την ανάλυση, απέναντι στο υπό διαμόρφωση πλέγμα Άγκυρας–Ριάντ–Ισλαμαμπάντ υπάρχει ήδη μία διαφορετική στρατηγική σύγκλιση.
Στον πυρήνα της βρίσκονται:
Ινδία και Ισραήλ.
Οι δύο χώρες έχουν πολύ ισχυρές σχέσεις σε:
άμυνα,
τεχνολογία,
πληροφορίες,
γεωργία,
κυβερνοασφάλεια,
εμπόριο.
Παράλληλα, το Ισραήλ έχει αναπτύξει εξαιρετικά στενή στρατηγική σχέση με:
Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία.
Και η Ινδία κινείται πλέον ακριβώς προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Ινδία μπαίνει δυναμικά στην Ανατολική Μεσόγειο
Αυτό αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές των τελευταίων ετών.
Το Νέο Δελχί δεν αντιμετωπίζει πλέον την Ανατολική Μεσόγειο ως μία μακρινή περιφέρεια.
Η Ινδία:
ενισχύει τις σχέσεις με την Ελλάδα,
αναβαθμίζει τις σχέσεις με την Κύπρο,
διατηρεί στρατηγικό δεσμό με το Ισραήλ,
συνεργάζεται στενά με τα ΗΑΕ.
Και όλα αυτά τα κράτη βρίσκονται πάνω ή κοντά στην πιθανή διαδρομή του IMEC.
Άρα η οικονομική γεωγραφία και η στρατιωτική γεωγραφία αρχίζουν να συμπίπτουν.
Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να μετατραπούν σε δυτικό άκρο του IMEC
Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική ευκαιρία.
Εφόσον ο διάδρομος προχωρήσει, η Ανατολική Μεσόγειος χρειάζεται σταθερά σημεία εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει:
λιμάνια, σιδηροδρομικές διασυνδέσεις, ναυτιλία, ευρωπαϊκή πρόσβαση και γεωγραφική θέση.
Η Κύπρος μπορεί να λειτουργήσει ως:
ενεργειακός, τηλεπικοινωνιακός και στρατηγικός κόμβος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Άρα για Αθήνα και Λευκωσία ο IMEC δεν είναι απλώς μία ξένη γεωπολιτική πρωτοβουλία.
Μπορεί να γίνει εργαλείο αναβάθμισης της ίδιας της γεωστρατηγικής τους αξίας.
Αυτό ακριβώς φοβάται η Άγκυρα
Η Τουρκία έχει επί δεκαετίες οικοδομήσει ένα συγκεκριμένο αφήγημα:
χωρίς την Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική σύνδεση Ανατολής–Δύσης.
Ο IMEC αμφισβητεί ευθέως αυτή την αρχή.
Εάν ένα εμπορικό δίκτυο μπορεί να κινηθεί:
από την Ινδία,
μέσω του Κόλπου,
προς την Ανατολική Μεσόγειο,
και από εκεί προς την Ευρώπη,
τότε η Τουρκία παύει να διαθέτει μονοπωλιακή γεωγραφική αξία.
Δεν παύει να είναι σημαντική.
Παύει όμως να είναι αναντικατάστατη.
Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Το δεύτερο πλέγμα φτάνει μέχρι την Αρμενία
Η ανάλυση τοποθετεί επίσης την Αρμενία στο ευρύτερο σύστημα συμφερόντων που συγκλίνει προς Ινδία, Ελλάδα και άλλους εταίρους.
Η σχέση Ινδίας–Αρμενίας έχει αποκτήσει σημαντικό αμυντικό περιεχόμενο.
Αυτό έχει ενδιαφέρον διότι η Αρμενία βρίσκεται σε έναν εντελώς διαφορετικό γεωγραφικό άξονα, στον Καύκασο.
Έτσι διαμορφώνεται ένα πιθανό τόξο:
Ινδία – Αρμενία – Κύπρος – Ελλάδα – Ισραήλ.
Δεν πρόκειται για επίσημη στρατιωτική συμμαχία.
Όμως τα επιμέρους συμφέροντα αρχίζουν να συναντώνται.
Και στη γεωπολιτική, αυτό μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό.
Ο μεγάλος παράγοντας: Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Στην εξίσωση μπαίνουν και τα ΗΑΕ.
Το Άμπου Ντάμπι έχει στενή σχέση με:
Ινδία, Ελλάδα και Ισραήλ.
Ταυτόχρονα, οι σχέσεις του με τη Σαουδική Αραβία έχουν παρουσιάσει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε περιφερειακά ζητήματα.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μέσα στον αραβικό κόσμο δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική κατεύθυνση.
Και αυτό αποτελεί ένα από τα μεγάλα προβλήματα οποιασδήποτε προσπάθειας δημιουργίας ενός πραγματικού «ισλαμικού ΝΑΤΟ».
Η μεγάλη αδυναμία του νέου άξονα: Οι εσωτερικές του αντιφάσεις
Το άρθρο είναι ιδιαίτερα σαφές:
η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και ενδεχομένως η Αίγυπτος δεν αποτελούν φυσικούς και απόλυτα ευθυγραμμισμένους συμμάχους.
Υπάρχουν τεράστιες διαφορές.
Διαφορετικά πολιτικά καθεστώτα.
Διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες.
Διαφορετικές σχέσεις με το Ιράν.
Διαφορετικές σχέσεις με το Ισραήλ.
Διαφορετικές σχέσεις με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.
Και, το σημαντικότερο:
ανταγωνισμός για την ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου.
Ερντογάν και Σίσι: Μία βαθιά ιδεολογική σύγκρουση
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο για το υποθετικό σχήμα STEP.
Η κυβέρνηση του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι θεωρεί τη Μουσουλμανική Αδελφότητα υπαρξιακή απειλή για το αιγυπτιακό κράτος.
Η πολιτική παράδοση του Ερντογάν έχει ιστορικά πολύ πιο στενούς δεσμούς με κινήματα του πολιτικού Ισλάμ.
Αυτό δεν εξαφανίζεται επειδή οι δύο κυβερνήσεις αποκατέστησαν διπλωματικούς διαύλους.
Μία συμφωνία συμφερόντων δεν σημαίνει απαραίτητα στρατηγική εμπιστοσύνη.
Το Κάιρο θα άλλαζε όμως δραματικά το παιχνίδι
Εάν η Αίγυπτος εντασσόταν πράγματι σε ένα τέτοιο σχήμα, τότε η εικόνα θα γινόταν πολύ διαφορετική.
Το υποθετικό STEP – Saudi Arabia, Turkey, Egypt, Pakistan θα συνδύαζε:
σαουδαραβικό κεφάλαιο,
τουρκική αμυντική βιομηχανία,
πακιστανική πυρηνική αποτροπή,
και την τεράστια γεωγραφική και στρατιωτική βαρύτητα της Αιγύπτου.
Το Κάιρο ελέγχει το Σουέζ.
Και το Σουέζ παραμένει μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.
Άρα η Αίγυπτος δεν είναι απλώς ακόμη ένα κράτος. Είναι γεωγραφικό κλειδί.
Το Πακιστάν έχει όμως δικά του προβλήματα
Η άλλη μεγάλη αδυναμία βρίσκεται στο Πακιστάν.
Παρά τη σημαντική στρατιωτική του ισχύ, το Ισλαμαμπάντ αντιμετωπίζει:
εσωτερική αστάθεια, τρομοκρατία, κρίση στο Μπαλουχιστάν και σοβαρότατες εντάσεις στα σύνορα με το Αφγανιστάν.
Αυτό περιορίζει το πόση στρατιωτική ενέργεια μπορεί να διαθέσει μακροπρόθεσμα σε αποστολές πολύ μακριά από τη Νότια Ασία.
Το πυρηνικό του οπλοστάσιο δίνει τεράστιο πολιτικό βάρος.
Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως ότι η πακιστανική πυρηνική ομπρέλα επεκτείνεται σε όλους τους εταίρους του.
Η πυρηνική διάσταση πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή
Εδώ είναι απαραίτητη μία σημαντική διάκριση.
Το γεγονός ότι το Πακιστάν είναι πυρηνική δύναμη δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί αυτομάτως μία «ισλαμική πυρηνική ομπρέλα».
Αυτό θα ήταν εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη και δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως δεδομένη.
Ωστόσο η ίδια η παρουσία μιας πυρηνικής δύναμης σε ένα αμυντικό σχήμα προσδίδει πολιτικό και στρατηγικό βάρος, ακόμη και χωρίς επίσημη πυρηνική εγγύηση.
Και αυτό είναι αρκετό για να προκαλεί ενδιαφέρον σε όλες τις πρωτεύουσες της περιοχής.
Το πρώτο πραγματικό τεστ του Συμφώνου
Ένα άλλο σημείο που αναδεικνύει η ανάλυση αφορά τη διαφορά ανάμεσα στις μεγάλες διακηρύξεις και στην πραγματική στρατιωτική δράση.
Μία συμμαχία κρίνεται όταν πρέπει πραγματικά να ενεργήσει.
Εάν τα μέλη ενός αμυντικού σχήματος δεν είναι διατεθειμένα να αναλάβουν κόστος το ένα για το άλλο, τότε η αποτρεπτική αξία του παραμένει περιορισμένη.
Εδώ ακριβώς θα κριθεί και η πραγματική βαρύτητα του Συμφώνου της Μέκκας.
Όχι στις τελετές.
Αλλά στην πρώτη μεγάλη κρίση.
Η Ελλάδα πρέπει να κοιτάξει πέρα από το Αιγαίο
Για την Αθήνα υπάρχει ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα.
Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση δεν μπορεί πλέον να αναλύεται αποκλειστικά κοιτώντας:
το Αιγαίο,
την Ανατολική Μεσόγειο,
την Κύπρο.
Η Τουρκία δρα πλέον σε:
Λιβύη, Συρία, Καύκασο, Αφρική, Κόλπο και Νότια Ασία.
Οι συμμαχίες που δημιουργεί εκεί μπορούν έμμεσα να μεταβάλουν και το ισοζύγιο στο Αιγαίο.
Για παράδειγμα:
σαουδαραβικά κεφάλαια μπορούν να ενισχύσουν την τουρκική αμυντική βιομηχανία,
πακιστανική τεχνογνωσία μπορεί να ενισχύσει κοινά προγράμματα,
συνεργασίες στον Κόλπο μπορούν να ανοίξουν νέες αγορές για τουρκικά όπλα.
Η ελληνική αποτροπή επομένως πρέπει να βλέπει ολόκληρο το δίκτυο και όχι μόνο την Τουρκία απομονωμένη.
Και αυτό ακριβώς κάνει η Αθήνα με την Ινδία
Η συνεχής εμβάθυνση των σχέσεων Ελλάδας–Ινδίας αποκτά υπό αυτό το πρίσμα πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Η Ινδία δεν είναι απλώς ακόμη ένας αμυντικός εταίρος.
Είναι:
πυρηνική δύναμη, παγκόσμια οικονομία, ναυτική δύναμη στον Ινδικό Ωκεανό και ο βασικός ανατολικός πυλώνας του IMEC.
Για την Ελλάδα, η σχέση με το Νέο Δελχί δημιουργεί στρατηγικό βάθος χιλιάδες χιλιόμετρα πέρα από το Αιγαίο.
Για την Ινδία, η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει ευρωπαϊκή και μεσογειακή πρόσβαση.
Τα συμφέροντα επομένως συμπίπτουν.
Κύπρος: Το «αβύθιστο» σημείο σύνδεσης του νέου χάρτη
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει επίσης τεράστια γεωγραφική αξία.
Βρίσκεται ανάμεσα:
στη Μέση Ανατολή,
στο Σουέζ,
στο Ισραήλ,
στην Ευρώπη.
Μπορεί να λειτουργήσει ως:
κόμβος ενέργειας, δεδομένων, ναυτιλίας, αεροπορικής υποστήριξης και περιφερειακής ασφάλειας.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η σχέση Ινδίας–Κύπρου αποκτά συνεχώς μεγαλύτερο στρατηγικό περιεχόμενο.
Ο IMEC μπορεί να αλλάξει και το Κυπριακό
Υπάρχει ακόμη μία διάσταση.
Όσο μεγαλύτερη οικονομική αξία αποκτά η Ανατολική Μεσόγειος για μεγάλες δυνάμεις όπως η Ινδία, τόσο περισσότερο αυξάνεται και το διεθνές ενδιαφέρον για σταθερότητα στην περιοχή.
Αυτό μπορεί να ενισχύσει το γεωπολιτικό βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Κύπρος παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα άλυτο πρόβλημα του 1974.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί ως κρίσιμος κρίκος της νέας οικονομικής αρχιτεκτονικής Ευρώπης–Μέσης Ανατολής–Ινδίας.
Και αυτό αλλάζει τη συζήτηση.
Η μάχη των διαδρόμων είναι και μάχη συμμαχιών
Ο μεγάλος κανόνας της γεωπολιτικής είναι απλός:
οι εμπορικές διαδρομές χρειάζονται ασφάλεια.
Οι σιδηρόδρομοι χρειάζονται προστασία.
Τα λιμάνια χρειάζονται ναυτικές δυνάμεις.
Τα ενεργειακά δίκτυα χρειάζονται αεράμυνα.
Τα υποθαλάσσια καλώδια χρειάζονται επιτήρηση.
Και οι θαλάσσιες αρτηρίες χρειάζονται κράτη πρόθυμα να τις κρατήσουν ανοικτές.
Άρα πίσω από κάθε μεγάλο οικονομικό διάδρομο δημιουργείται αναπόφευκτα και μία αρχιτεκτονική ασφαλείας.
IMEC εναντίον τουρκικής γεωγραφικής αναγκαιότητας
Εδώ βρίσκεται τελικά η ουσία.
Ο IMEC λέει:
η Ευρώπη και η Ινδία μπορούν να συνδεθούν χωρίς να περάσουν υποχρεωτικά από την Τουρκία.
Η τουρκική στρατηγική απαντά:
καμία σοβαρή αρχιτεκτονική στην περιοχή δεν μπορεί να αγνοήσει την Τουρκία.
Αυτές οι δύο αντιλήψεις συγκρούονται.
Και η σύγκρουση αυτή μπορεί να καθορίσει μεγάλο μέρος της γεωπολιτικής της επόμενης δεκαετίας.
Η μεγάλη ευκαιρία για Ελλάδα και Κύπρο
Για Αθήνα και Λευκωσία αυτή η αλλαγή δημιουργεί ιστορική ευκαιρία.
Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η γεωγραφία τους μπορεί να αποκτήσει νέα παγκόσμια οικονομική αξία όχι επειδή βρίσκονται δίπλα στην Τουρκία, αλλά επειδή μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός διαδρόμου που παρακάμπτει την Τουρκία.
Αυτό είναι κολοσσιαία αλλαγή.
Σημαίνει νέες:
επενδύσεις,
υποδομές,
λιμάνια,
ενεργειακές διασυνδέσεις,
αμυντικές συνεργασίες,
και στρατηγικές σχέσεις.
Και κυρίως σημαίνει ότι Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να μετατραπούν από περιφερειακούς παίκτες σε αναγκαίους κρίκους ενός παγκόσμιου εμπορικού συστήματος.
Το ερώτημα που πλανάται πάνω από την περιοχή
Τρία χρόνια μετά την περίφημη φράση Ερντογάν ότι «δεν μπορεί να υπάρξει διάδρομος χωρίς την Τουρκία», το ερώτημα αποκτά σήμερα νέα διάσταση.
Η Άγκυρα βλέπει τον IMEC να απειλεί τον παραδοσιακό ρόλο της.
Το Πακιστάν βλέπει την Ινδία να επεκτείνει την επιρροή της προς τη Μεσόγειο.
Η Σαουδική Αραβία θέλει να μετατρέψει την οικονομική της δύναμη σε γεωπολιτική ισχύ.
Και απέναντί τους:
Ινδία, Ισραήλ, Ελλάδα, Κύπρος και ΗΑΕ συγκλίνουν σε μια διαφορετική αρχιτεκτονική συμφερόντων.
Δεν μιλάμε ακόμη για δύο επίσημα αντίπαλα στρατόπεδα.
Δεν υπάρχει «ΝΑΤΟ εναντίον ΝΑΤΟ».
Υπάρχει όμως κάτι που στη γεωπολιτική μπορεί να εξελιχθεί εξίσου ισχυρά:
δύο ανταγωνιστικά δίκτυα κρατών που θέλουν να καθορίσουν ποιος θα ελέγχει, θα προστατεύει και τελικά θα επηρεάζει τον δρόμο από την Ινδία προς την Ευρώπη.
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο κέντρο και όχι στην περιφέρεια
Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο συμπέρασμα για την Αθήνα.
Για δεκαετίες η Ελλάδα αντιμετώπιζε την Ανατολική Μεσόγειο κυρίως μέσα από το πρίσμα της Τουρκίας.
Ο νέος χάρτης είναι πολύ μεγαλύτερος.
Ξεκινά από την Ινδία.
Περνά από τον Κόλπο.
Αγγίζει το Ισραήλ και την Κύπρο.
Φτάνει στην Ελλάδα.
Και καταλήγει στην καρδιά της Ευρώπης.
Η Αθήνα βρίσκεται πλέον πάνω σε μία από τις πιθανές μεγάλες γεωοικονομικές αρτηρίες του 21ου αιώνα.
Ακριβώς γι’ αυτό οι σχέσεις με την Ινδία, το Ισραήλ, την Κύπρο και τα ΗΑΕ αποκτούν βάρος πολύ μεγαλύτερο από μια απλή σειρά διμερών συνεργασιών.
Συνθέτουν έναν νέο στρατηγικό χάρτη.
Και απέναντι σε αυτόν τον χάρτη η Τουρκία επιχειρεί να κατασκευάσει τον δικό της.
Η πραγματική μάχη της επόμενης δεκαετίας μπορεί επομένως να μην αφορά μόνο ποιος ελέγχει το Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο.
Μπορεί να αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο:
ποιος θα ελέγξει τον διάδρομο που θα ενώσει τον Ινδικό Ωκεανό με την Ευρώπη.
