Top News

Η νέα εποχή του ναρκοπολέμου: Οι επιλογές του Πολεμικού Ναυτικού



Ο Ναρκοπόλεμος στο  Πολεμικό Ναυτικό – Οι σύγχρονες τάσεις, οι τεχνολογίες και τα νέα πλοία


Σήμερα η τάση στην Ευρώπη είναι η στροφή προς τα αυτόνομα συστήματα τα οποία θα ελέγχονται από πλοία Motherships. Ήδη τα μεγαλύτερα ναυτικά κράτη της Ευρώπης, όπως η Ολλάνδία, ή Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία στρέφονται προς την κατεύθυνση αυτή και υπάρχουν προγράμματα σήμερα τόσο ναυπήγησης πλοίων MOSHIP όσο και μεταφερόμενων αυτόνομων συστημάτων. Τα κύρια προγράμματα είναι το Ολλανδο-Βέλγικο MOSHIP κλάσης City , το ιταλικό πρόγραμμα MOSHIP CNG-C/NMG-C και το Αγγλο-Γαλλικό MMCM/ SLAM-F. Τα προγράμματα έχουν προκαλέσει ή θα προκαλέσουν στο άμεσο μέλλον ένα ντόμινο αποσύρσεων παλαιότερων κλάσεων παραδοσιακών πλοίων ναρκοπολένου τύπου MCM όπως τα Γαλλο-Ολλανδο-Βέλγικα Tripartite, Τα βρετανικά Hunt και τα ιταλικά Lerici/Gaeta. Επομένως, όσο θα μπαίνουν τα νέα συστήματα σε υπηρεσία με τις παραπάνω χώρες, παλαιότερες κλάσης ναρκοθηρευτικών θα γίνονται διαθέσιμες για τρίτες χώρες. Ήδη αρκετές μονάδες έχουν αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία με τα ναυτικά αυτά και είτε έχουν αποσυρθεί οριστικά είτε έχουν μεταβιβαστεί σε χώρες όπως η Βουλγαρία, Ουκρανία, Λιθουανία, Ελλάδα κ.α.

Και οι τρεις κλάσεις που προαναφέραμε πρόκειται για πλοία τα οποία έχουν κατασκευαστεί μέσα στη δεκαετία του 1980 και επομένως είναι πλοία με μέση ηλικία τα 35-40 έτη. Παρ’ όλ’ αυτά, θεωρούνται ικανά να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για αρκετά χρόνια ακόμη, κατα κύριο λόγο, λόγω του υλικού κατασκευής τους (GRP) που δεν επηρεάζεται από θαλάσσιο περιβάλλον παρά μόνο από τυχόν δομικές καταπονήσεις. Πέραν τούτου σημαντικό ρόλο παίζουν τα υπόλοιπα ηλεκτρο-μηχανολογικά στοιχεία του σκάφους και τα συστήματα αποστολής.

Ο Ναρκοπόλεμος στο Πολεμικό Ναυτικό


Ο στόλος των ναρκοθηρευτικών του πολεμικού ναυτικού, μετά τον εμβολισμό του «Καλλιστώ» αποτελείται από το «Ευνίκη» ένα αμερικάνικης κατασκευής ναρκοθηρευτικό τύπου Osprey και το «Ευρώπη» κλάσης Hunt σχεδιάση της βρετανικής Vosper Thornycroft. Και τα δύο ήταν μέρος δωρεάν παραχώρησης από δύο σκάφη για κάθε κλάση στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η διοίκηση ναρκοπολέμου διατειρεί σήμερα τον μικρότερο στόλο από την ίδρυσή της. Η κατάσταση αυτή μπορεί να αλλάξει με τρεις τρόπους. Ο ένας είναι η εισαγωγή σε υπηρεσία αυτόνομων συστημάτων και η χρήση υπάρχοντων πλοίων όπως τα ΠΓΥ τύπου OSV και του Θησσέας. Μία επιλογή που έχουν κάνει προς το παρόν τα ναυτικά της Γαλλίας και Βρετανίας με την παραγγελία αυτόνομων συστημάτων μέσω του κοινού προγράμματος MMCM/ SLAM-F. Η λύση αυτή μπορεί να δράσει συνεπικουρικά στις δυνάμεις ναρκοπολέμου αλλά όχι αυτόνομα μιας και τα OSV του ναυτικού έχουν άλλη ως κύρια αποστολή. Όσον αφορά το «Θησσέας» μένει να δούμε πώς πρόκειται να χρησιμοποιηθεί από το Πολεμικό Ναυτικό. Η δεύτερη λύση είναι η στροφή προς νέου τύπου πλοίων MOSHIP όπως έχουν κάνει οι Ιταλία, Ολλανδία και Βέλγιο. Αν και η λύση αυτή μοιάζει ιδανική, το κόστος των πλοίων αυτών και οι πολλαπλάσιες ανάγκες του δικού μας ναυτικού σε άλλου είδους πλοία αλλά και όπλα κάνει αυτή την επιλογή ασύμφορη. Η τρίτη λύση είναι η προσπάθεια εξασφάλισης αποσυρόμενων ναρκοθηρευτικών από τις παραπάνω ναυτικές δυνάμεις.

Όπως έχουμε αναλύσει και στο παρελθόν τα Ολλανδικά και τα Βέλγικα Tripartite παραδόθηκαν σε άλλες χώρες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Για τα γαλλικά Tripartite κρατάμε έναν αστερίσκο για το κατά πόσο είναι διαθέσιμα αλλά και σε τί κατάσταση από πλευρά εξοπλισμού βρίσκονται. Επομένως μας απομένουν τα βρετανικά Hunt και τα ιταλικά Lerici/Gaeta που θα αρχίσουν να γίνονται σταδιακά διαθέσιμα μέσα στα επόμενα χρόνια. Ήδη, όσον αφορά το Βρετανικό ναυτικό όλα τα Hunt πρόκειται να αποσυρθούν μέχρι το 2031. Αντίστοιχα για τα ιταλικά πλοία Lerici / Gaeta δεν έχει γίνει γνωστό κάποιο χρονοδιάγραμμα απόσυρσης πέρας των αρχικών πλοίων της κλάσης (Lerici) όπου τρία από τα τέσσερα πλοία έχουν ήδη αποσυρθεί.  Επίσης δεν έχει γίνει γνωστό κάποιο πρόγραμμα αναβάθμισης για τα πρώτα αυτά πλοία της κλάσης σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τα προς απόσυρση Βρετανικά Hunt.

Η κατάσταση στη διοίκηση ναρκοπολόμου (ΔΝΑΡ), όσον αφορά τον αριθμό των μέσων της αλλά και της ελληνοϊταλικής αμυντικής προσέγγισης έφερε στο προσκύνιο την ζήτηση από την Αθήνα για μεταβίβαση των δύο από τα τέσσερα αρχικά πλοία της κλάσης Lerici. Του πλοίου Μ-5552 Milazzo το οποίο αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία πριν από ένα χρόνο, στις 15 Οκτωβρίου 2025 και του Μ-5553 Vieste που βρίσκεται ακόμη σε υπηρεσία. Τα δύο παλαιότερα σκάφη ναρκοπολέμου του ιταλικού ναυτικού που κτίστηκαν αμφότερα το 1985.

Κλάση Lerici / Gaeta


Δώδεκα πλοία κατασκευάστηκαν μεταξύ των ετών 1985 και 1996. Τα τέσσερα πρώτα της κλάσης ανήκουν στην κλάση Lerici από το όνομα του πρώτου πλοίου ενώ τα οκτώ τελευταία ανήκουν στην κλαση Gaeta από το όνομα του πρώτου πλοίου της σειράς. Συχνά αναφέρονται και ως διαφορετικές κλάσεις μιας και τα Gaeta είναι ελαφρώς μεγαλύτερα σε μήκος και εκτόπισμα και φέρουν ποιο σύγχρονο εξοπλισμό. Τα πλοία έχουν μήκος 50 μέτρα (52,5 μ για τα Gaeta), πλάτος 9,9 μέτρα, βύθισμα 2,6 μέτρα και εκτόπισμα 635 τόνους (697 για το Gaeta)

Η γάστρα σχεδιάστηκε με γνώμονα την εξαιρετική αξιοπλοΐα και τη βέλτιστη συμπεριφορά υπό συνθήκες αιφνίδιας καταπόνησης από κρουστικά φορτία. Παράλληλα, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην επίτευξη εξαιρετικά χαμηλών ακουστικών και μαγνητικών υπογραφών. Οι απαιτήσεις αντοχής σε κρουστικά φορτία επιβάλλουν ιδιαίτερα υψηλή διαμήκη αντοχή, ώστε η γάστρα να μπορεί να αντεπεξέρχεται στις ταλαντώσεις κάμψης (whipping) που προκαλούνται από υποθαλάσσιες εκρήξεις. Η κατασκευή της γάστρας βασίζεται σε μονοκόκ δομή μονού κελύφους (single-skin monocoque), χωρίς διαμήκεις ή εγκάρσιες ενισχύσεις, πέραν του κύριου διαφράγματος. Τα κύρια στεγανά διαφράγματα είναι λεπτά και έχουν διαμορφωθεί με κατάλληλη γεωμετρία, ώστε να μπορούν να παραμορφώνονται ελεγχόμενα υπό την επίδραση κρουστικών φορτίων.

Τα μηχανήματα και ο μηχανολογικός εξοπλισμός εδράζονται σε ειδικές βάσεις, οι οποίες αναρτώνται από τα καταστρώματα και τα διαφράγματα, με σκοπό την απομόνωσή τους από τις κρουστικές καταπονήσεις. Οι δεξαμενές καυσίμου και γλυκού νερού τοποθετούνται σε απόσταση από το κέλυφος της γάστρας και μεταξύ των στεγανών διαφραγμάτων. Σε περίπτωση υποθαλάσσιας έκρηξης, το κρουστικό κύμα προκαλεί παροδική ελαστική παραμόρφωση της γάστρας. Ωστόσο, η διάταξη των απομονωμένων δεξαμενών και του εξοπλισμού αποσκοπεί στον περιορισμό της μεταφοράς των κρουστικών φορτίων, διατηρώντας τα κρίσιμα συστήματα όσο το δυνατόν ανεπηρέαστα.

Κίνηση στο πλοίο δίνει μία κύρια μηχανή GMT BL-230.8M της Grandi Motori Trieste που αποδίδει 1089 kW μέσω μίας προπέλας μεταβλητού βήματος. Η μέγιστη ταχύτητα που επιτυγχάνεται είναι στους 14 κόμβους και η ταχύτητα ναρκοθηρίας είναι στους 6 κόμβους. Διαθέτει επίσης τρείς ηλεκτρομηχανές ντίζελ Isotta Franschini ID-36-SS 6V ισχύος 352 kW καθεμία που δίνουν κίνηση σε ισάριθμους προωθητήρες ισχύος 125 kW. Με ταχύτητα 6 κόμβων το Lerici έχει εμβέλεια 1500 ναυτικά μίλια. Το πλήρωμα σε ιταλική υπηρεσία αποτελείται από 47 άτομα εκ των οποίων 4 αξιωματικοί, 36 υπαξιωματικοί και ναύτες και 7 δύτες. Για το λόγω αυτό φέρει και υπερβαρικό θάλαμο.

Το κύριο μέσο εντοπισμού είναι το σόναρ FIAR SQQ-14. Πρόκειται για σύστημα μεταβλητού βάθους (Variable Depth Sonar – VDS), δύο συχνοτήτων, το οποίο μπορεί να καθελκυστεί μέσω ειδικού φρεατίου που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την υπερκατασκευή και να φτάσει σε βάθος 45 μέτρων (150 ft). Τον εξοπλισμό συμπληρώνουν δύο τηλεχειριζόμενα οχήματα ROV.

Το σύστημα διαθέτει δύο τρόπους λειτουργίας:

Search (Έρευνα): Λειτουργία εντοπισμού με εμβέλεια 915 μέτρων (3.000 ft).
Classify (Ταξινόμηση): Λειτουργία που επιτρέπει στον χειριστή να ταξινομεί κάθε αντικείμενο που έχει εντοπιστεί.
Το ολοκληρωμένο σύστημα του πλοίου Datamat SMA SSN-714V(2), χρησιμοποιεί κοινές κονσόλες πολλαπλών λειτουργιών, οι οποίες παρέχουν σε κάθε χειριστή τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα συστήματα μάχης και στα συστήματα διαχείρισης της πλατφόρμας. Το σύστημα ενοποιεί το τακτικό σύστημα δεδομένων με τα κύρια συστήματα του πλοίου και τα επιχειρησιακά του υποσυστήματα, προσφέροντας τις ακόλουθες δυνατότητες:

Ολοκληρωμένος έλεγχος των κύριων και βοηθητικών συστημάτων πρόωσης. Το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου διασυνδέεται με το σύστημα ελέγχου και παρακολούθησης της πλατφόρμας.

Ολοκληρωμένη διαχείριση των εσωτερικών και εξωτερικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς μηνυμάτων και δεδομένων ναρκοπολέμου μέσω των τακτικών κονσολών.
Ταυτόχρονη απεικόνιση πολλαπλών παραθύρων στις τακτικές κονσόλες, με δεδομένα από διαφορετικές πηγές. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει στον χειριστή να παρακολουθεί και να διαχειρίζεται πολλαπλές λειτουργίες από μία θέση εργασίας. Η χρωματική κωδικοποίηση των τακτικών δεδομένων στις οθόνες χρησιμοποιείται για την επισήμανση κρίσιμων πληροφοριών και την παροχή προειδοποιήσεων.
Τα πλοία Gaeta εξοπλίστηκαν με νεότερη έκδοση του σόναρ καθώς και ROV τύπου Pluto της Gaymarine. Το 2010 τα Gaeta πέρασαν από πρόγραμμα αναβάθμισης MLU όπου τοποθετήθηκε νέο σόναρ 2093 Mk2 της Thales καθώς και νέο σύστημα διαχείρισης μάχης SSN-714(V)4 της SELEX ES, ενώ προστέθηκε στον εξοπλισμό το νεότερο Plutino MIKI. Ο οπλισμός του περιλαμβάνει ένα ή δύο πυροβόλα Oerlicon 20mm.

Η Κλάση Lerici γνώρισε μεγάλη εξαγωγική επιτυχία καθώς πέραν των δώδεκα πλοίων για το ιταλικό ναυτικό κατασκευάστηκαν σε άλλα 30 πλοία εκ των οποίων 12 της κλάσης Osprey (ΗΠΑ) και 6 της κλάσης Huon (Αυστραλία) των οποίων τα πλοία βασίστηκαν στο ιταλικό σχέδιο.


Κλάση Hunt


Τα βρετανικά ναρκοθηρευτικά κλάσης Hunt είναι και αυτά κατασκευασμένα από GRP. Είναι σχεδίασης του γνωστού ναυπηγείου Vosper Thornycroft με έδρα το Southampton που σήμερα ανήκει στον όμιλο της Bae Systems. Δεκατρία στο σύνολο πλοία κατασκευάστηκαν μεταξύ των ετών 1978-1988 από τα οποία, σήμερα, βρισκονται έξι σε υπηρεσία με το βρετανικό ναυτικό, ένα με το ελληνικό και δύο με το ναυτικό της Λιθουανίας. Το 2000 και 2001 δύο τα πρώην βρετανικά ναρκοθηρευτικά Μ62 Bicester και Μ63 Berkeley με είσοδο σε υπηρεσία το 1988 και 1986 αντίστοιχα μεταβιβάστηκαν στο ελληνικό πολεμικό ναυτικό και μετονομάστηκαν σε Ν/ΘΗ ΕΥΡΩΠΗ και Ν/ΘΗ ΚΑΛΛΙΣΤΩ, ως αποτέλεσμα της πρώτης παραγγελίας των ΤΠΚ τύπου S-Vita. Το Ν/ΘΗ ΚΑΛΛΙΣΤΩ είναι το μοναδικό χαμένο πλοίο της κλάσης λόγω της σύγκρουσης με ένα πλοίο μεταφοράς Κοντέινερ στις 27 Οκτωβρίου του 2020.

Τα πλοία είναι κατασκευασμένα από GRP για μείωση του μαγνητικού ίχνους του σκάφους και έχουν ολικό μήκος 60,3 μέτρα, πλάτος 10,4 μέτρα, βύθισμα 2,2 μέτρα και εκτοπίζουν 750 τόνους. Όλα τα σκάφη στη διάρκεια της ζωής τους αντιμετώπισαν πρόβλημα με τις κύριες μηχανές Napier Deltic 9-59K λόγω παλαιότητας γι αυτό και επιμέρους το κάθε ναυτικό προχώρησε σε αντικατάσταση των κύριων μηχανών. Έτσι το 2007 το βρετανικό ναυτικό τοποθέτησε τις x2 Caterpillar CAT C32 με απόδοση 1500 kW, μαζί με νέα κιβώτια ταχυτήτων, προωθητήρες πλώρης, έλικες και συστήματα ελέγχου. Ενώ το πολεμικό ναυτικό τοποθέτησε τις x2 MTU 8V396 74LK με απόδοση 805kW στις 1800 σ.α.λ. για κύρια πρόωση και για βοηθητική μια MTU 8V396 74LK με απόδοση 570kW στις 2000 σ.α.λ. καθώς και τρεις ηλεκτρομηχανές MTU 6R 183 ΤΕ52 με ισχύ 200kW. Το πλοίο επιτυγχάνει 14-15 κόμβους ανάλογα με τις μηχανές που έχει τοποθετημένες. Σε ελληνική υπηρεσία το πλήρωμα αποελείται από 41 αξιωματικούς, υπαξιωματικού και ναύτες ενώ το πλοίο διαθέτει ενδιαιτήσεις για συνολικά 50 άτομα.

Σε βρετανική υπηρεσία ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός έχει αναβαθμιστεί με την τοποθέτηση νέου σόναρ Type 2193 και συστήματος επιχειρήσεων NAUTIS 3. Όπως επίσης, Συστήματα Εντοπισμού ναρκών: δύο υποβρύχια τηλεκατευθυνόμενα οχήματα PAP 104. Δύο υποβρύχια τηλεκατευθυνόμενα οχήματα PLUTO PLUS. Συστήματα Μηχανικής/Μαγνητικής/Ακουστικής Ναρκαλιείας. Ο οπλισμός αποτελείται από ένα πυροβόλο DS30B των 30 χιλιοστών στην πλώρη και 2x βαριά πολυβόλα των 0,50 χιλιοστών.


Νεότερη Παλαιότερη