Ένα νέο νομικό μέτωπο κατά της Τουρκίας επιχειρεί να ανοίξει στο διεθνές προσκήνιο ο γνωστός καθηγητής διεθνούς δικαίου Γιουτζίν Κοντόροβιτς, επαναφέροντας με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της κατοχής και του εποικισμού των κατεχόμενων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η παρέμβασή του στο ισραηλινό δίκτυο i24NEWS προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, καθώς ο Κοντόροβιτς κάλεσε άλλα κράτη να εξετάσουν προσφυγή στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την τουρκική παρουσία και τον εποικισμό στα κατεχόμενα. Η τοποθέτηση έγινε στην εκπομπή «Middle East Now», σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας παραμένουν ιδιαίτερα επιβαρυμένες.
Η πρόταση δεν ισοδυναμεί με επίσημη προσφυγή, ούτε σημαίνει ότι το ΔΠΔ έχει ήδη κινήσει διαδικασία κατά της Τουρκίας ή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ανοίγει όμως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα νομική συζήτηση για ένα ζήτημα που εδώ και δεκαετίες παραμένει στο επίκεντρο του Κυπριακού.
Η παρέμβαση που βάζει ξανά την Κύπρο στο επίκεντρο
Ο Γιουτζίν Κοντόροβιτς υποστήριξε ότι τρίτα κράτη θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να φέρουν ενώπιον του ΔΠΔ την κατάσταση στα κατεχόμενα, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο ζήτημα της μεταφοράς πληθυσμού.
Η θέση του αποκτά ειδικό βάρος επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο κράτος στο Καταστατικό της Ρώμης από το 2002.
Αυτό αποτελεί το κεντρικό νομικό σημείο της συζήτησης.
Η ίδια η Τουρκία δεν είναι κράτος-μέλος του ΔΠΔ. Ωστόσο, το Καταστατικό της Ρώμης προβλέπει ότι το Δικαστήριο μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ασκήσει εδαφική δικαιοδοσία για εγκλήματα που φέρονται να έχουν τελεστεί στο έδαφος κράτους που έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του. Σε νομικά έγγραφα που έχουν κατατεθεί ενώπιον του ΔΠΔ, η Κύπρος έχει μάλιστα αναφερθεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα κράτους του οποίου τμήμα βρίσκεται υπό ξένο έλεγχο, χωρίς αυτό να αναιρεί κατ’ ανάγκην την εδαφική βάση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
Το κρίσιμο άρθρο για τη μεταφορά πληθυσμού
Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 8 του Καταστατικού της Ρώμης, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ των εγκλημάτων πολέμου, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την άμεση ή έμμεση μεταφορά από κατοχική δύναμη μέρους του δικού της άμαχου πληθυσμού σε κατεχόμενο έδαφος.
Αυτό ακριβώς είναι το νομικό πεδίο στο οποίο επιχειρεί να εστιάσει ο Κοντόροβιτς.
Ο ίδιος έχει ασχοληθεί εκτενώς με το θέμα των μετακινήσεων πληθυσμών σε κατεχόμενες περιοχές και έχει υποστηρίξει δημόσια ότι ανάλογες νομικές αρχές πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια και στην περίπτωση της Τουρκίας. Σε πρόσφατη ακαδημαϊκή εργασία του για τη βόρεια Συρία, αναφέρεται επίσης στην τουρκική πολιτική πληθυσμιακών μεταβολών και συγκρίνει διαφορετικές περιπτώσεις κατοχής.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι και βαθιά νομικό: ποιες συγκεκριμένες πράξεις μετά την έναρξη ισχύος της δικαιοδοσίας του ΔΠΔ μπορούν να τεκμηριωθούν και ποια πρόσωπα θα μπορούσαν να συνδεθούν ατομικά με αυτές;
Τι πραγματικά μπορεί να γίνει στο ΔΠΔ
Εδώ απαιτείται μία σημαντική διευκρίνιση.
Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν δικάζει κράτη. Δικάζει φυσικά πρόσωπα για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το έγκλημα της επίθεσης.
Επομένως, μια υπόθεση σχετική με την Κύπρο δεν θα ήταν κυριολεκτικά «δίκη της Τουρκίας», αλλά δυνητική διερεύνηση ευθύνης συγκεκριμένων προσώπων εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις δικαιοδοσίας, παραδεκτού και αποδεικτικής τεκμηρίωσης.
Αυτό κάνει την υπόθεση πολύ πιο σύνθετη από όσο μπορεί να υποδηλώνουν οι πολιτικοί τίτλοι.
Επιπλέον, το ΔΠΔ δεν έχει γενική δικαιοδοσία για όλα όσα έχουν συμβεί στην Κύπρο από το 1974. Η χρονική δικαιοδοσία είναι κρίσιμη και θα πρέπει να εξεταστεί ποιες καταγγελλόμενες πράξεις είναι μεταγενέστερες της έναρξης ισχύος του Καταστατικού για την Κυπριακή Δημοκρατία και αν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συνεχιζόμενες ή νέες πράξεις.
Το άρθρο 14 και ο ρόλος τρίτων κρατών
Ο Κοντόροβιτς εστιάζει επίσης στη δυνατότητα προσφυγής τρίτου κράτους.
Το άρθρο 14 του Καταστατικού της Ρώμης προβλέπει ότι κράτος-μέλος μπορεί να παραπέμψει μια «κατάσταση» στον Εισαγγελέα του ΔΠΔ, ζητώντας να εξεταστεί αν έχουν διαπραχθεί εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
Η Ελλάδα είναι επίσης κράτος-μέλος του ΔΠΔ από το 2002.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια παραπομπή θα οδηγούσε αυτομάτως σε δίωξη.
Ο Εισαγγελέας του ΔΠΔ θα έπρεπε να εξετάσει τη δικαιοδοσία, τη χρονική βάση, τη βαρύτητα, το παραδεκτό της υπόθεσης και την ύπαρξη επαρκούς αποδεικτικού υλικού.
Με άλλα λόγια, η πρόταση δημιουργεί έναν πιθανό νομικό δρόμο — όχι ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα.
Η ένταση Ισραήλ–Τουρκίας αλλάζει το περιβάλλον
Η παρέμβαση του Ισραηλινού καθηγητή δεν γίνεται σε πολιτικό κενό.
Τους τελευταίους μήνες, το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται σε μια περίοδο βαθιάς αντιπαράθεσης, με σκληρή ρητορική γύρω από τη Γάζα, τη Χαμάς, τη Συρία και τη γενικότερη ισορροπία ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το i24NEWS έχει μεταδώσει ότι στην ισραηλινή πλευρά εξετάζονται νομικές κινήσεις που θα μπορούσαν να αφορούν την Τουρκία ή Τούρκους αξιωματούχους. Η παρέμβαση Κοντόροβιτς εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το κλίμα.
Αυτό δημιουργεί για πρώτη φορά εδώ και χρόνια μια ενδιαφέρουσα σύγκλιση δύο διαφορετικών φακέλων: της ισραηλινοτουρκικής αντιπαράθεσης και του Κυπριακού.
Η Κύπρος ως πιθανό νομικό πεδίο πίεσης
Για τη Λευκωσία, το θέμα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι η διεθνής νομική διάσταση της κατοχής δεν έχει εξαντληθεί στις γνωστές αποφάσεις διεθνών οργανισμών και δικαστηρίων.
Η δυνατότητα διερεύνησης συγκεκριμένων μεταγενέστερων πράξεων από το ΔΠΔ θα μπορούσε θεωρητικά να προσθέσει μία νέα διάσταση.
Ωστόσο, η απόφαση για οποιαδήποτε κίνηση τέτοιου μεγέθους θα είχε σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το Κυπριακό παραμένει ανοικτό και οι ισορροπίες γύρω από πιθανές διαπραγματεύσεις είναι εύθραυστες.
Δεν χάνει η Τουρκία τα δικαιώματά της στο διεθνές δίκαιο
Υπάρχει πάντως ένα σημείο που χρειάζεται απόλυτη σαφήνεια.
Ακόμη και αν άνοιγε έρευνα ή υπόθεση στο ΔΠΔ, η Τουρκία δεν θα έχανε αυτομάτως οποιοδήποτε δικαίωμα έχει βάσει του διεθνούς δικαίου, ούτε θα αποκλειόταν από το να επικαλείται τον Χάρτη του ΟΗΕ ή διεθνείς συνθήκες.
Μια διαδικασία στο ΔΠΔ αφορά ατομική ποινική ευθύνη για συγκεκριμένα διεθνή εγκλήματα. Δεν αφαιρεί συνολικά τη διεθνή νομική προσωπικότητα ή τις συμβατικές αξιώσεις ενός κράτους.
Αυτό είναι σημαντικό ώστε η συζήτηση να παραμένει νομικά ακριβής.
Η Άγκυρα μπροστά σε ένα νέο πολιτικό πρόβλημα
Ακόμη κι αν η πρόταση δεν οδηγήσει σύντομα σε θεσμική διαδικασία, δημιουργεί πολιτικό κόστος για την Άγκυρα.
Η τουρκική παρουσία στην Κύπρο και το ζήτημα του εποικισμού επανέρχονται πλέον στη διεθνή συζήτηση όχι μόνο μέσα από ψηφίσματα και διπλωματικές δηλώσεις, αλλά μέσα από το πρίσμα του διεθνούς ποινικού δικαίου.
Και αυτό αποτελεί από μόνο του σημαντική εξέλιξη.
Η Τουρκία επιδιώκει συχνά να χρησιμοποιεί το διεθνές δίκαιο ως βασικό εργαλείο επιχειρηματολογίας στις περιφερειακές της αντιπαραθέσεις.
Τώρα όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να τεθούν υπό νομική εξέταση και δικές της πρακτικές.
Η πρόταση που μπορεί να αλλάξει τη συζήτηση
Η παρέμβαση Κοντόροβιτς δεν είναι απόφαση του ΔΠΔ.
Δεν αποτελεί ένταλμα, δίωξη ή επίσημη κρατική προσφυγή.
Είναι όμως μια πολιτικά και νομικά σημαντική πρόταση, διότι μεταφέρει ξανά το Κυπριακό σε ένα πεδίο όπου η Άγκυρα θα ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει δύσκολα ερωτήματα για συγκεκριμένες πράξεις που αποδίδονται σε τουρκικές αρχές ή πρόσωπα.
Και αυτή ίσως είναι η πιο σημαντική διάσταση της υπόθεσης: το ζήτημα της Κύπρου επανέρχεται στη διεθνή νομική ατζέντα σε μια στιγμή κατά την οποία το Ισραήλ αναζητά νέους τρόπους πίεσης προς την κυβέρνηση Ερντογάν.
Αν η ιδέα εξελιχθεί από ακαδημαϊκή πρόταση σε πραγματική κρατική πρωτοβουλία, τότε η Άγκυρα θα βρεθεί μπροστά σε ένα νέο και πολύ πιο σύνθετο μέτωπο — αυτή τη φορά όχι στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά στους διαδρόμους της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης.
