Ο Ν. Δένδιας αλλάζει το δόγμα των Ενόπλων Δυνάμεων – Οι έφεδροι μπαίνουν στην πρώτη γραμμή και γεννιέται ο νέος «Στρατός των Πολιτών»



Τρεις νέες Μονάδες Ειδικών Επιχειρήσεων, ενεργή εφεδρεία και σαρωτικές αλλαγές στη δομή του στρατεύματος – Το δημογραφικό μετατρέπεται στη μεγαλύτερη πρόκληση για την εθνική άμυνα
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα εποχή για τις Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς η «Ατζέντα 2030» του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας επιχειρεί να αλλάξει εκ βάθρων τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται, στελεχώνεται και λειτουργεί το ελληνικό στράτευμα.

Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη μεταρρύθμιση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση των τελευταίων δεκαετιών, με βασικό στόχο τη δημιουργία ενός μικρότερου αριθμητικά αλλά ποιοτικά ισχυρότερου, τεχνολογικά προηγμένου και επιχειρησιακά ευέλικτου στρατεύματος, ικανού να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απειλές που διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο, στο Αιγαίο και στον Έβρο.

Στο επίκεντρο αυτής της νέας φιλοσοφίας βρίσκεται ένας θεσμός που για χρόνια παρέμενε υποβαθμισμένος: η ενεργή εφεδρεία.

Ο Δένδιας ενεργοποιεί για πρώτη φορά την εφεδρεία ως δύναμη πρώτης απόκρισης
Με την υπογραφή των σχετικών υπουργικών αποφάσεων από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Νίκο Δένδια, δημιουργούνται τρεις νέες Μονάδες Ειδικών Επιχειρήσεων σε περιοχές ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας:

  • Αττική
  • Κεντρική Μακεδονία
  • Βόρειος Έβρος
Το στοιχείο που διαφοροποιεί πλήρως το νέο μοντέλο είναι ότι οι δύο από τις τρεις νέες μονάδες θα στελεχωθούν αποκλειστικά από εφέδρους.

Η επιλογή αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική αλλαγή δόγματος.

Η εφεδρεία παύει να αποτελεί μια τυπική διοικητική κατάσταση και μετατρέπεται σε οργανικό τμήμα της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.

Τέλος στο «λευκό απολυτήριο» – Οι έφεδροι αποκτούν μόνιμο επιχειρησιακό ρόλο
Για δεκαετίες, χιλιάδες στρατιώτες που υπηρέτησαν στις Ειδικές Δυνάμεις, στους Καταδρομείς, στους Αλεξιπτωτιστές, στους Πεζοναύτες και στις υπόλοιπες επίλεκτες μονάδες ολοκλήρωναν τη θητεία τους χωρίς ουσιαστική συνέχεια.

Το γνωστό «λευκό απολυτήριο» σήμαινε ότι το κράτος έχανε σταδιακά προσωπικό το οποίο είχε εκπαιδευτεί με σημαντικό οικονομικό και επιχειρησιακό κόστος.

Οι δεξιότητες χάνονταν, η εμπειρία απαξιωνόταν και η επένδυση της Πολιτείας ουσιαστικά μηδενιζόταν.

Η νέα στρατηγική επιχειρεί να ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα.

Κάθε έφεδρος θα γνωρίζει πλέον:

  • τη συγκεκριμένη μονάδα στην οποία ανήκει,
  • την αποστολή της,
  • τον επιχειρησιακό του ρόλο
  • και θα συμμετέχει σε προγραμματισμένη μετεκπαίδευση, ώστε να διατηρεί υψηλό επίπεδο ετοιμότητας.
Γεννιέται ο νέος «Στρατός των Πολιτών»
Η νέα φιλοσοφία στηρίζεται στην ιδέα ότι η άμυνα της χώρας δεν εξαντλείται στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας.

Ο πολίτης συνεχίζει να αποτελεί μέρος της εθνικής αποτροπής και μετά την απόλυσή του από το στράτευμα.

Στο πλαίσιο αυτό λειτουργούν ήδη Κέντρα Μετεκπαίδευσης Εφέδρων στον Αυλώνα και στο Λιτόχωρο, όπου πραγματοποιείται περιοδική εκπαίδευση σε:

  • σύγχρονα οπλικά συστήματα,
  • τακτικές μάχης,
  • νυχτερινές επιχειρήσεις,
  • σύγχρονα σκοπευτικά,
  • νέες τεχνολογίες και ψηφιακά μέσα.
Όπως έχει τονίσει ο Νίκος Δένδιας:

«Ο έφεδρος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις Ένοπλες Δυνάμεις και την ελληνική κοινωνία.»

Η προσέγγιση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το διαχρονικό ελληνικό πρότυπο του «Στρατού των Πολιτών», προσαρμοσμένο όμως στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα.

Το μεγάλο πρόβλημα λέγεται δημογραφικό
Πίσω από όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις βρίσκεται μια πραγματικότητα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Η υπογεννητικότητα εξελίσσεται στη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για τη στελέχωση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι γενιές που εισέρχονται πλέον στις Ένοπλες Δυνάμεις είναι σημαντικά μικρότερες σε σχέση με εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών.

Το αποτέλεσμα είναι εμφανές:

  • μικρότερες σειρές κατάταξης,
  • μειωμένη επάνδρωση μονάδων,
  • αυξανόμενες δυσκολίες στη διατήρηση του υφιστάμενου αριθμού στρατοπέδων,
  • μεγαλύτερες ανάγκες για επαγγελματικό προσωπικό.
Η δραματική πτώση των στρατευσίμων σε τέσσερις δεκαετίες
Οι αριθμοί αποτυπώνουν ανάγλυφα τη μεταβολή.

Τη δεκαετία του 1980 οι Ένοπλες Δυνάμεις διέθεταν περίπου 110.000 έως 120.000 οπλίτες θητείας.

Τη δεκαετία του 1990 ο αριθμός μειώθηκε στις 90.000 έως 100.000.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 περιορίστηκε στις 60.000 έως 70.000.

Σήμερα υπηρετούν κατά μέσο όρο 25.000 έως 30.000 οπλίτες θητείας, γεγονός που μεταφράζεται σε μείωση που προσεγγίζει το 75% μέσα σε περίπου τέσσερις δεκαετίες.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας προχωρά σε αναδιοργάνωση της Δομής Δυνάμεων, συγχωνεύσεις μονάδων και ενίσχυση του θεσμού της ενεργού εφεδρείας.

Η τεχνολογία θα καλύψει το κενό των αριθμών
Η νέα δομή των Ενόπλων Δυνάμεων δεν βασίζεται αποκλειστικά στο ανθρώπινο δυναμικό.

Η «Ατζέντα 2030» συνδέεται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μέσω:

  • μη επανδρωμένων συστημάτων (UAV),
  • τεχνητής νοημοσύνης,
  • ψηφιακών δικτύων διοίκησης και ελέγχου,
  • σύγχρονων αισθητήρων,
  • αυτόνομων συστημάτων μάχης
  • και νέων τεχνολογιών επιτήρησης των συνόρων.
Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη:

Λιγότερο προσωπικό, αλλά σημαντικά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα μέσω τεχνολογίας, υψηλής εξειδίκευσης και συνεχούς εκπαίδευσης.

Η επόμενη ημέρα της ελληνικής αποτροπής
Η ενεργοποίηση της εφεδρείας δεν αποτελεί απλώς οργανωτική αλλαγή.

Αποτελεί στρατηγική επιλογή προσαρμογής στις νέες γεωπολιτικές και δημογραφικές συνθήκες.

Η Ελλάδα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα στράτευμα το οποίο:

  • θα αξιοποιεί πλήρως την εμπειρία των εφέδρων,
  • θα διατηρεί υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα,
  • θα ενσωματώνει τις νέες τεχνολογίες,
  • και θα μπορεί να ανταποκρίνεται άμεσα σε κάθε κρίση, από τον Έβρο έως το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η «Ατζέντα 2030» φιλοδοξεί να αποτελέσει το νέο θεμέλιο της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος. Ωστόσο, η επιτυχία της θα εξαρτηθεί από τη συνεπή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, τη διαρκή εκπαίδευση του προσωπικού και τη δυνατότητα προσαρμογής των Ενόπλων Δυνάμεων στις προκλήσεις μιας εποχής όπου η τεχνολογία, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων και το ανθρώπινο δυναμικό αποκτούν καθοριστική σημασία για την εθνική ασφάλεια.