Μια νέα, ιδιαίτερα επιθετική παρέμβαση στο ήδη φορτισμένο ελληνοτουρκικό σκηνικό επιχειρεί ο απόστρατος Τούρκος αντιναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί, ένας από τους γνωστότερους εκφραστές του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Αυτή τη φορά το αφήγημα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση θαλάσσιων ζωνών ή στην επαναφορά της τουρκικής θεωρίας περί «γκρίζων ζωνών». Ο Γιαϊτζί συνδέει την κυριαρχία σε βραχονησίδες κοντά στη Ρόδο, τη στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στα νησιά και το Άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ, για να καταλήξει στην εξαιρετικά σοβαρή θέση ότι η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλεστεί ακόμη και «προληπτική νόμιμη άμυνα».
Στην πράξη, διαμορφώνεται ένα αφήγημα που επιχειρεί να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική θωράκιση όχι ως μέτρο αποτροπής αλλά ως δυνητική δικαιολογία για τουρκική στρατιωτική ενέργεια.
Στο στόχαστρο οι βραχονησίδες Χήνα κοντά στη Ρόδο
Μέσω του TÜRK DEGS, ερευνητικού κέντρου που προβάλλει συστηματικά τις θέσεις της «Γαλάζιας Πατρίδας», ο Γιαϊτζί επαναφέρει στο προσκήνιο τις βραχονησίδες Χήνα, στην περιοχή της Ρόδου.
Σύμφωνα με την τουρκική επιχειρηματολογία, η παρουσία ελληνικής σημαίας στις συγκεκριμένες βραχονησίδες συνιστά προσπάθεια της Αθήνας να εμφανίσει ως ελληνικό έδαφος μια περιοχή την οποία ο Γιαϊτζί εντάσσει στην κατηγορία EGAYDAAK.
Πρόκειται για το τουρκικό ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται για νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριαρχία, κατά την τουρκική θέση, δεν έχει καθοριστεί με σαφήνεια από τις διεθνείς συνθήκες.
Εδώ βρίσκεται και το κρίσιμο στοιχείο: η συγκεκριμένη θεωρία δεν αντιμετωπίζει το Αιγαίο μόνο ως ζήτημα υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ, αλλά θέτει ζήτημα κυριαρχίας επί εδαφών.
Η επίκληση των «3 ναυτικών μιλίων»
Ο Γιαϊτζί επιχειρεί να στηρίξει το επιχείρημά του στη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923.
Υποστηρίζει ότι, επειδή εκείνη την περίοδο χρησιμοποιούνταν όριο τριών ναυτικών μιλίων, οι νησίδες που βρίσκονταν πέραν αυτής της απόστασης από τη Ρόδο δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αυτομάτως «εξαρτώμενες» από αυτήν.
Ωστόσο, το ίδιο το κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης έχει ιδιαίτερη σημασία.
Στο Άρθρο 15, η Τουρκία παραιτήθηκε υπέρ της Ιταλίας από κάθε δικαίωμα και τίτλο επί συγκεκριμένων Δωδεκανήσων, μεταξύ των οποίων και η Ρόδος, καθώς και επί των «islets dependent thereon» – των εξαρτώμενων νησίδων τους.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο κανόνας των τριών μιλίων που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 12 αναφέρεται σε νησιά τα οποία βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων από την ασιατική ακτή και όχι σε έναν γενικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο κάθε νησίδα που απέχει περισσότερο από τρία μίλια από ένα μεγάλο νησί δεν μπορεί να θεωρηθεί εξαρτώμενή του.
Ακριβώς σε αυτή τη διαφορά επιχειρεί να οικοδομηθεί η τουρκική ερμηνεία περί αμφισβητούμενης κυριαρχίας.
Τι προβλέπει η Συνθήκη των Παρισίων του 1947
Το δεύτερο επίπεδο αφορά τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.
Το Άρθρο 14 της Συνθήκης του 1947 είναι επίσης σαφές ως προς τη μεταβίβαση κυριαρχίας: η Ιταλία παραχώρησε στην Ελλάδα «σε πλήρη κυριαρχία» τα Δωδεκάνησα που κατονομάζονται στο κείμενο, μαζί με τις παρακείμενες νησίδες τους.
Ο Γιαϊτζί επιχειρεί να παρακάμψει αυτή την πρόβλεψη υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι, εάν μια βραχονησίδα δεν είχε περιέλθει νόμιμα στην Ιταλία το 1923, τότε η Ιταλία δεν μπορούσε να τη μεταβιβάσει στην Ελλάδα το 1947.
Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται μεγάλο μέρος της θεωρίας EGAYDAAK.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά απλώς έναν βράχο στο Αιγαίο. Αφορά τη δημιουργία ενός νομικοπολιτικού μηχανισμού αμφισβήτησης ελληνικής κυριαρχίας σε σειρά γεωγραφικών σημείων, με πιθανές συνέπειες και για τις θαλάσσιες ζώνες που μπορούν να παράγουν.
Από τις «γκρίζες ζώνες» στο «προληπτικό πλήγμα»
Η πλέον σοβαρή διάσταση της τελευταίας παρέμβασης Γιαϊτζί βρίσκεται όμως αλλού.
Σε τηλεοπτική τοποθέτησή του, ο πρώην αντιναύαρχος υποστήριξε ότι η στρατιωτική ενίσχυση των ελληνικών νησιών συνιστά απειλή κατά της Τουρκίας και συνέδεσε την κατάσταση με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Τουρκικές δημοσιεύσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2026 κατέγραψαν χαρακτηριστικά την παρέμβασή του υπό τον τίτλο ότι η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιήσει «το δικαίωμα της προληπτικής νόμιμης άμυνας», παρουσιάζοντας τα ελληνικά συστήματα στα νησιά ως άμεση απειλή.
Η λογική που αναπτύσσει είναι απλή αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη: εφόσον ένα κράτος θεωρεί ότι απειλείται από στρατιωτικές δυνατότητες ενός άλλου κράτους, θα μπορούσε —κατά την ερμηνεία του— να ενεργήσει πριν δεχθεί επίθεση.
Τι λέει πραγματικά το Άρθρο 51
Το πρόβλημα είναι ότι το ίδιο το κείμενο του Χάρτη του ΟΗΕ είναι πολύ πιο συγκεκριμένο.
Το Άρθρο 51 κατοχυρώνει το εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας «εάν συμβεί ένοπλη επίθεση» εναντίον κράτους-μέλους του ΟΗΕ. Παράλληλα προβλέπει ότι τα μέτρα αυτοάμυνας πρέπει να γνωστοποιούνται άμεσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Υπάρχει πράγματι μακρόχρονη νομική συζήτηση γύρω από την έννοια της anticipatory self-defence, δηλαδή της αντίδρασης απέναντι σε μια πραγματικά επικείμενη επίθεση.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την ευρύτερη έννοια ενός «preventive war», δηλαδή ενός πολέμου που εξαπολύεται επειδή ένα κράτος θεωρεί ότι ένας αντίπαλος ενδέχεται κάποια στιγμή στο μέλλον να αποτελέσει απειλή.
Η διεθνής νομική συζήτηση γύρω από την προληπτική αυτοάμυνα επικεντρώνεται σε αυστηρές προϋποθέσεις, όπως η αμεσότητα της απειλής, η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα. Δεν αποτελεί γενική εξουσιοδότηση στρατιωτικής δράσης απλώς και μόνο επειδή ένα γειτονικό κράτος διαθέτει αεροπορικές βάσεις, πυραυλικά συστήματα ή αμυντικές εγκαταστάσεις.
Η ελληνική αμυντική ενίσχυση μετατρέπεται σε τουρκικό επιχείρημα
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό στοιχείο της παρέμβασης Γιαϊτζί.
Η Ελλάδα ενισχύει τα τελευταία χρόνια την αποτρεπτική της δυνατότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Γιαϊτζί επιχειρεί να αντιστρέψει πλήρως αυτή την εικόνα:
η ελληνική αποτροπή παρουσιάζεται ως τουρκική «απειλή», η στρατιωτική θωράκιση ως «επιθετική προετοιμασία» και τελικά η ίδια η ύπαρξη ελληνικών αμυντικών συστημάτων ως δυνητική βάση για επίκληση του Άρθρου 51.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία διότι δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αφήγημα κλιμάκωσης.
Πρώτα αμφισβητείται η κυριαρχία σε νησίδες.
Στη συνέχεια αμφισβητείται το δικαίωμα στρατιωτικής προστασίας των νησιών.
Και στο τρίτο στάδιο, η παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων παρουσιάζεται ως απειλή που, σύμφωνα με την ερμηνεία Γιαϊτζί, θα μπορούσε να δικαιολογήσει «προληπτική» αντίδραση.
Το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη νέα παρέμβαση
Η συγκεκριμένη ρητορική δεν αποτελεί επίσημη απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης και θα ήταν λανθασμένο να ταυτιστεί αυτομάτως με άμεση επιχειρησιακή πρόθεση της Άγκυρας.
Δεν μπορεί όμως και να αγνοηθεί.
Ο Τζιχάτ Γιαϊτζί είναι ένας από τους ανθρώπους που έχουν συμβάλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση και διάδοση της θεωρίας της «Γαλάζιας Πατρίδας», η οποία έχει επηρεάσει βαθιά τη δημόσια συζήτηση στην Τουρκία για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και το μήνυμα της νέας του παρέμβασης είναι σαφές: η τουρκική αναθεωρητική επιχειρηματολογία επιχειρεί πλέον να συνδέσει το εδαφικό, το στρατιωτικό και το νομικό επίπεδο σε ένα ενιαίο δόγμα πίεσης απέναντι στην Ελλάδα.
Από τις βραχονησίδες και τις «γκρίζες ζώνες» μέχρι την αποστρατιωτικοποίηση και από εκεί στην επίκληση «προληπτικής αυτοάμυνας», δημιουργείται μια αλληλουχία επιχειρημάτων που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διαρκή αμφισβήτηση του status quo στο Αιγαίο.
Και αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που καθιστά την τελευταία παρέμβαση Γιαϊτζί πολύ σοβαρότερη από μία ακόμη τηλεοπτική πρόκληση.
