Νέα ελληνικά υποβρύχια: Η απόφαση που θα κρίνει το Πολεμικό Ναυτικό έως το 2050
Μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις των τελευταίων δεκαετιών βρίσκεται το Πολεμικό Ναυτικό, καθώς ο φάκελος για την επόμενη γενιά ελληνικών υποβρυχίων περνά πλέον από το στάδιο της θεωρητικής συζήτησης σε εκείνο της πραγματικής επιχειρησιακής επιλογής.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο.
Δεν πρόκειται απλώς για την αντικατάσταση παλαιών μονάδων. Η επιλογή του νέου υποβρυχίου θα καθορίσει τη δομή, το δόγμα και τις δυνατότητες του ελληνικού υποβρύχιου στόλου για τα επόμενα 30 έως 40 χρόνια.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Γιώργου Σιδέρη στη Hellas Journal, το Ναυτικό Επιτελείο και η αρμόδια Διεύθυνση έχουν ολοκληρώσει την πρώτη επιχειρησιακή αξιολόγηση των προτάσεων που έχουν υποβληθεί από τους ενδιαφερόμενους κατασκευαστές.
Η εισήγηση βρίσκεται πλέον σε ώριμο στάδιο.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλατφόρμα θα επιλεγεί.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι είδους Πολεμικό Ναυτικό θέλει να έχει η Ελλάδα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο του 2040 και του 2050.
Ο χρόνος αρχίζει να πιέζει επικίνδυνα
Σήμερα, η αιχμή του δόρατος της Διοίκησης Υποβρυχίων παραμένουν τα τέσσερα Type 214 κλάσης «Παπανικολής».
Τα υποβρύχια αυτά εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πλέον ισχυρά επιχειρησιακά πλεονεκτήματα του ελληνικού Στόλου, κυρίως χάρη στην εξαιρετικά χαμηλή ακουστική υπογραφή και στην ικανότητά τους να επιχειρούν για μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από την επιφάνεια.
Το πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στα 214.
Βρίσκεται στις παλαιότερες μονάδες.
Καθώς αυτές πλησιάζουν σταδιακά στα όρια της επιχειρησιακής τους ζωής, η Ελλάδα κινδυνεύει σε βάθος χρόνου να βρεθεί με πολύ μικρότερο αριθμό διαθέσιμων υποβρυχίων, εάν δεν υπάρξει έγκαιρα νέο πρόγραμμα.
Και εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Ένα υποβρύχιο δεν αγοράζεται «από το ράφι».
Από τη στιγμή της επιλογής μέχρι την υπογραφή, τη ναυπήγηση, τις δοκιμές, την εκπαίδευση των πληρωμάτων και την πλήρη επιχειρησιακή ένταξη μπορεί να απαιτηθεί σχεδόν μία δεκαετία.
Αν η απόφαση καθυστερήσει, το κενό δεν θα μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων.
Η Τουρκία καταργεί το ελληνικό πλεονέκτημα της μοναδικότητας
Ένας ακόμη παράγοντας αλλάζει τη φύση του προβλήματος.
Η Τουρκία αποκτά πλέον και η ίδια υποβρύχια Type 214, δηλαδή πλατφόρμες που βασίζονται στην ίδια τεχνολογική οικογένεια με τα ελληνικά υποβρύχια.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο στόλοι θα διαθέτουν απολύτως ίδιες δυνατότητες.
Σημαίνει όμως ότι η τεχνολογική μοναδικότητα που απολάμβανε για χρόνια το Πολεμικό Ναυτικό περιορίζεται σημαντικά.
Η τουρκική πλευρά αποκτά εμπειρία, τεχνική γνώση και πρόσβαση σε αντίστοιχη φιλοσοφία σχεδίασης και λειτουργίας.
Γι’ αυτό και στο ελληνικό επιτελείο φαίνεται να ωριμάζει η σκέψη ότι η επόμενη ελληνική πλατφόρμα πρέπει να διαθέτει σαφώς αυξημένες και διαφορετικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Η Ελλάδα δεν θέλει απλώς «άλλα τέσσερα 214».
Θέλει να αποφύγει μια νέα ισορροπία συμμετρίας με την Τουρκία.
Το μεγάλο δίλημμα: Αιγαίο ή στρατηγική αποτροπή;
Η καρδιά της συζήτησης βρίσκεται εδώ.
Μέχρι σήμερα, η ελληνική φιλοσοφία ήταν προσαρμοσμένη στο ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον του Αιγαίου.
Ένα σχετικά συμπαγές, αθόρυβο και ευέλικτο συμβατικό υποβρύχιο είναι ιδανικό για ένα αρχιπέλαγος γεμάτο νησιά, στενά περάσματα, μεταβαλλόμενα βάθη και σύνθετες συνθήκες ανθυποβρυχιακού πολέμου.
Ωστόσο, η Ελλάδα πλέον κοιτάζει πολύ πέρα από το Αιγαίο.
Η Ανατολική Μεσόγειος, οι ενεργειακοί διάδρομοι, η Κύπρος και η ανάγκη προβολής ισχύος σε μεγαλύτερες αποστάσεις δημιουργούν διαφορετικές απαιτήσεις.
Ένα υποβρύχιο μεγαλύτερου εκτοπίσματος θα μπορούσε να διαθέτει μεγαλύτερη αυτονομία, περισσότερα όπλα, αυξημένη ηλεκτρική ισχύ, καλύτερους αισθητήρες και ενδεχομένως δυνατότητα μεταφοράς όπλων μεγάλου βεληνεκούς στρατηγικού χαρακτήρα.
Και τότε αλλάζει ολόκληρη η εικόνα.
Το υποβρύχιο παύει να είναι μόνο ένας αθέατος κυνηγός πλοίων και υποβρυχίων και μετατρέπεται σε πλατφόρμα στρατηγικής αποτροπής.
Από τορπίλες σε πλήγματα μεγάλης ακτίνας
Αν η Ελλάδα κινηθεί προς τη δεύτερη κατεύθυνση, η αλλαγή θα είναι πολύ μεγαλύτερη από μία απλή τεχνική αναβάθμιση.
Θα αφορά το ίδιο το επιχειρησιακό δόγμα.
Ένα μελλοντικό ελληνικό υποβρύχιο με δυνατότητα μεταφοράς και εκτόξευσης όπλων μεγάλης ακτίνας θα μπορούσε θεωρητικά να προσφέρει αθέατη δυνατότητα κρούσης από μεγάλη απόσταση, αυξάνοντας σημαντικά την αβεβαιότητα για οποιονδήποτε αντίπαλο.
Η αξία του υποβρυχίου στην αποτροπή βασίζεται ακριβώς σε αυτό.
Ο αντίπαλος δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πού βρίσκεται.
Και αν η αβεβαιότητα αυτή συνδυαστεί με όπλα μεγαλύτερης εμβέλειας, τότε η πλατφόρμα αποκτά εντελώς διαφορετικό στρατηγικό βάρος.
Η επιλογή επομένως δεν είναι «μικρό ή μεγάλο υποβρύχιο». Είναι επιχειρησιακή φιλοσοφία εναντίον στρατηγικής φιλοσοφίας.
Το νέο ανθυποβρυχιακό πλέγμα του Στόλου
Το πρόγραμμα των υποβρυχίων δεν εξετάζεται απομονωμένα.
Ολόκληρος ο ελληνικός Στόλος βρίσκεται ήδη σε διαδικασία βαθιάς ανανέωσης.
Οι FDI/Belharra, οι σχεδιαζόμενες Bergamini, ο εκσυγχρονισμός των MEKO κλάσης «Ύδρα», τα νέα ελικόπτερα MH-60R Romeo και τα αναβαθμισμένα P-3B δημιουργούν ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα ανθυποβρυχιακού πολέμου.
Ο στόχος είναι ξεκάθαρος:
αισθητήρες στον αέρα, στην επιφάνεια και κάτω από τη θάλασσα να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο δίκτυο.
Τα MH-60R μπορούν να επιχειρούν με σόναρ και ανθυποβρυχιακές τορπίλες.
Οι νέες φρεγάτες προσφέρουν προηγμένους αισθητήρες.
Τα P-3B μπορούν να καλύπτουν μεγάλες θαλάσσιες εκτάσεις.
Αυτό που χρειάζεται πλέον ο Στόλος είναι η νέα γενιά του ίδιου του υποθαλάσσιου «κυνηγού».
Και τα 214 χρειάζονται απαντήσεις
Ταυτόχρονα παραμένει ανοιχτό και το ζήτημα του εκσυγχρονισμού των τεσσάρων Type 214.
Το κόστος των απαιτούμενων παρεμβάσεων φέρεται να είναι υψηλό, κάτι που δημιουργεί έναν ακόμη δύσκολο υπολογισμό.
Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει πόσα χρήματα θα επενδύσει στην αναβάθμιση των σημερινών υποβρυχίων και πόσα θα κατευθύνει στο νέο πρόγραμμα.
Το λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστούν τα δύο προγράμματα αποσπασματικά.
Τα υφιστάμενα 214 και τα νέα υποβρύχια πρέπει να αποτελέσουν τμήματα μιας ενιαίας δομής δυνάμεων και όχι δύο διαφορετικές εξοπλιστικές αποφάσεις.
Ελληνικά ναυπηγεία και συμμετοχή τουλάχιστον 25%
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη μεγάλη παράμετρος.
Η Ελλάδα δεν θέλει το πρόγραμμα να είναι ακόμη μία αγορά έτοιμου ξένου οπλικού συστήματος.
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει θέσει ως βασική επιδίωξη εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή τουλάχιστον 25%.
Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά ναυπηγεία θα πρέπει να έχουν ουσιαστικό ρόλο.
Και όχι μόνο στη συναρμολόγηση.
Το ζητούμενο είναι να αποκτηθεί τεχνογνωσία, δυνατότητα υποστήριξης, συντήρησης και ενδεχομένως αναβαθμίσεων σε βάθος δεκαετιών.
Ένα πρόγραμμα υποβρυχίων μπορεί να εξελιχθεί σε μοχλό αναγέννησης της ελληνικής ναυπηγικής και αμυντικής βιομηχανίας.
Αρκεί αυτό να σχεδιαστεί από την αρχή και να μην προστεθεί εκ των υστέρων ως πολιτικό σύνθημα.
Η απόφαση που θα κρίνει τέσσερις δεκαετίες
Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια απόφαση που ξεπερνά την παρούσα πολιτική συγκυρία.
Η επιλογή που θα γίνει σήμερα θα καθορίσει τι δυνατότητες θα έχει το Πολεμικό Ναυτικό όταν πολλά από τα σημερινά στελέχη του θα έχουν ήδη αποστρατευτεί.
Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν μπορεί να περιορίζεται στο ποια εταιρεία θα προσφέρει το χαμηλότερο τίμημα.
Πρέπει να απαντηθούν πολύ μεγαλύτερα ζητήματα:
Πού θέλει να επιχειρεί η Ελλάδα; Πόσο μακριά; Με τι όπλα; Με τι αυτονομία; Με ποια συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας; Και απέναντι σε ποια τουρκική απειλή;
Το επόμενο ελληνικό υποβρύχιο δεν θα πρέπει να σχεδιαστεί για το Αιγαίο του 2026.
Θα πρέπει να μπορεί να κυριαρχήσει στο επιχειρησιακό περιβάλλον του 2040 και του 2050.
Και αν η επιλογή γίνει σωστά, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα ισχυρότερα και πιο αθέατα εργαλεία ελληνικής αποτροπής για τις επόμενες δεκαετίες.
