Μια νέα, αθόρυβη αλλά εξαιρετικά σημαντική μάχη βρίσκεται σε εξέλιξη γύρω από τον εκσυγχρονισμό των πυραυλακάτων του Πολεμικού Ναυτικού, με Βρετανούς, Γάλλους και Ισραηλινούς να διεκδικούν ρόλο στην επόμενη ημέρα των ΤΠΚ κλάσης «Ρουσσέν».
Στο επίκεντρο βρίσκονται το νέο σύστημα μάχης, τα ηλεκτρονικά, η διασύνδεση με τον ελληνικό αμυντικό «θόλο» και η μετατροπή των πυραυλακάτων σε πλήρως δικτυοκεντρικές μονάδες υψηλής ισχύος.
Μπορεί η κορυφαία προτεραιότητα του Πολεμικού Ναυτικού να είναι ο εκσυγχρονισμός των υποβρυχίων Type 214 και η επιλογή της επόμενης γενιάς ελληνικών υποβρυχίων, όμως το Επιτελείο δεν αφήνει πίσω τις μικρότερες αλλά κρίσιμες μονάδες επιφανείας.
Οι πυραυλάκατοι παραμένουν αναντικατάστατο όπλο για το Αιγαίο.
Μικρές, ταχείες, ισχυρά οπλισμένες και δύσκολο να εντοπιστούν έγκαιρα, μπορούν να μετατρέψουν το πυκνό νησιωτικό περιβάλλον σε παγίδα για οποιονδήποτε αντίπαλο.
Η «Ρουσσέν» μπαίνει σε νέα εποχή
Οι επτά ΤΠΚ κλάσης «Ρουσσέν» αποτελούν σήμερα την αιχμή του δόρατος στον συγκεκριμένο τύπο μονάδων.
Το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο να παραμείνουν αξιόμαχες.
Το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει να τις περάσει σε μια νέα ψηφιακή και δικτυοκεντρική εποχή.
Οι αρχικές συζητήσεις με τη βρετανική Vosper, την εταιρεία που γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε τη σχεδίαση της κλάσης, έχουν σύμφωνα με πληροφορίες περάσει σε ουσιαστικό διαπραγματευτικό στάδιο.
Ωστόσο, το τίμημα που ζητά η βρετανική πλευρά φέρεται να θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό, γεγονός που ανοίγει χώρο για ανταγωνιστικές προτάσεις.
Και εδώ μπαίνουν δυνατά Γαλλία και Ισραήλ.
Οι Γάλλοι ποντάρουν στις FDI
Η γαλλική πλευρά προσέρχεται με σημαντικό πλεονέκτημα.
Η συνεργασία Αθήνας–Παρισιού στο Πολεμικό Ναυτικό έχει ήδη αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα μέσω των φρεγατών FDI.
Οι Γάλλοι φέρονται να έχουν καταθέσει πρόταση που περιλαμβάνει εκτεταμένες παρεμβάσεις στο σύστημα μάχης, στα ηλεκτρονικά και στη συνολική αρχιτεκτονική των πλοίων.
Η λογική είναι εμφανής:
να δημιουργηθεί μεγαλύτερη ομοιογένεια ανάμεσα στις νέες φρεγάτες και στις αναβαθμισμένες πυραυλακάτους.
Για το Πολεμικό Ναυτικό, η ομοιογένεια έχει τεράστια σημασία.
Λιγότεροι διαφορετικοί τύποι συστημάτων σημαίνουν απλούστερη εκπαίδευση, ευκολότερη συντήρηση, καλύτερη διαλειτουργικότητα και ταχύτερη ανταλλαγή δεδομένων.
Το Ισραήλ ποντάρει στον ελληνικό «θόλο»
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η ισραηλινή είσοδος στον διαγωνισμό επιρροής.
Το Ισραήλ επιχειρεί να «δέσει» την πρότασή του με το ευρύτερο πλαίσιο της «Ασπίδας του Αχιλλέα» και με τα ισραηλινά συστήματα που ήδη έχουν μπει ή πρόκειται να μπουν στο ελληνικό οπλοστάσιο.
Η ισραηλινή πρόταση φέρεται να στηρίζεται κυρίως σε τεχνολογίες που χρησιμοποιεί το ίδιο το Ισραηλινό Ναυτικό.
Και εδώ υπάρχει μεγάλη επιχειρησιακή εμπειρία.
Οι κλάσεις Sa’ar 4.5, Sa’ar 5 και Sa’ar 6 χρησιμοποιούνται για αποστολές επιτήρησης, κρούσης, αντιαεροπορικής άμυνας και ανθυποβρυχιακού πολέμου.
Το Ισραήλ έχει αποδείξει ότι μικρές μονάδες μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογα μεγάλη ισχύ όταν ενταχθούν σε ένα πλήρως δικτυωμένο περιβάλλον.
Αυτό ακριβώς ενδιαφέρει το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.
Barak και διασύνδεση με την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η ισραηλινή πρόταση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω του Barak.
Οι Sa’ar 5 χρησιμοποιούν ναυτικές εκδόσεις των αντιαεροπορικών πυραύλων Barak, ενώ η Ελλάδα έχει ήδη στραφεί στην οικογένεια Barak για τη δημιουργία του νέου πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας.
Η δυνατότητα μελλοντικής διασύνδεσης των πυραυλακάτων με τον ελληνικό «θόλο» ανοίγει μια νέα προοπτική.
Η ΤΠΚ παύει να είναι απλώς ένα πλοίο που περιμένει να βρει στόχο με τα δικά του μέσα.
Μπορεί να λαμβάνει δεδομένα από άλλα πλοία, UAV, αεροσκάφη, παράκτια ραντάρ ή επίγεια συστήματα και να ενεργεί ως ένας ακόμη «κόμβος πυρός» μέσα σε ένα ενιαίο δίκτυο.
Το μεγάλο άλμα: Tacticos II
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της αναβάθμισης.
Το Πολεμικό Ναυτικό θέλει να περάσει από το παλαιότερο Tacticos I στο πολύ νεότερο Tacticos II.
Το νέο σύστημα μάχης προσφέρει πολύ μεγαλύτερη ικανότητα επεξεργασίας δεδομένων, ταχύτερη αξιολόγηση απειλών και δυνατότητα ενσωμάτωσης σύγχρονων αισθητήρων και όπλων.
Η «Ρουσσέν» μπορεί έτσι να μετατραπεί σε μια πλήρως δικτυοκεντρική πλατφόρμα, ικανή να παρακολουθεί τεράστιο αριθμό στόχων σε πραγματικό χρόνο.
Οι πληροφορίες από ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης, ηλεκτροοπτικά, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και άλλους αισθητήρες μπορούν να συγχωνεύονται σε μία ενιαία επιχειρησιακή εικόνα.
Τεχνητή νοημοσύνη μέσα στην πυραυλάκατο
Το Tacticos II δεν προσφέρει μόνο μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ.
Η νέα αρχιτεκτονική επιτρέπει και την ενσωμάτωση λειτουργιών τεχνητής νοημοσύνης.
Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα μπορεί να βοηθά τον κυβερνήτη και τους χειριστές να αξιολογούν πιο γρήγορα απειλές, να ιεραρχούν στόχους και να επιλέγουν το κατάλληλο όπλο.
Σε ένα περιβάλλον κορεσμού, όπου μπορεί να εμφανιστούν ταυτόχρονα αεροσκάφη, πύραυλοι, drones, σκάφη επιφανείας και ηλεκτρονικές απειλές, τα δευτερόλεπτα κάνουν τη διαφορά.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον κυβερνήτη. Του δίνει όμως ταχύτερα και καθαρότερα επιχειρησιακές επιλογές.
Ομοιογένεια με τις MEKO
Το στοιχείο που κάνει ακόμη πιο σημαντική τη μετάβαση στο Tacticos II είναι η πιθανή κοινή αρχιτεκτονική με τις αναβαθμισμένες φρεγάτες MEKO κλάσης «Ύδρα».
Με αυτόν τον τρόπο, φρεγάτες και πυραυλάκατοι μπορούν να λειτουργούν με κοινή λογική συστημάτων.
Η Ελλάδα δεν επιδιώκει απλώς να εκσυγχρονίσει μεμονωμένα πλοία.
Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν στόλο όπου όλες οι μονάδες θα «μιλούν την ίδια γλώσσα».
13 πυραυλάκατοι και ανάγκη για περισσότερες
Σήμερα το Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει 13 πυραυλακάτους:
7 Vosper κλάσης «Ρουσσέν», 4 La Combattante IIIA και 2 La Combattante IIIB.
Την προηγούμενη δεκαπενταετία αρκετές παλαιότερες μονάδες αποσύρθηκαν.
Και τα στελέχη του Στόλου δεν κρύβουν ότι ο αριθμός αυτός δεν θεωρείται ιδανικός.
Το Αιγαίο απαιτεί πολλές, γρήγορες και ισχυρές μονάδες που μπορούν να διασπαρούν σε νησιά, όρμους και προκεχωρημένες περιοχές.
Παρόλα αυτά, η κατασκευή νέων ΤΠΚ δεν αποτελεί αυτή τη στιγμή κορυφαία προτεραιότητα.
Τα υποβρύχια, οι φρεγάτες και οι μεγάλες αναβαθμίσεις απορροφούν τεράστιους πόρους.
Η λύση είναι η ισχύς ανά μονάδα
Εδώ βρίσκεται και η φιλοσοφία της αναβάθμισης.
Αφού ο αριθμός των πυραυλακάτων δεν μπορεί άμεσα να αυξηθεί, το Πολεμικό Ναυτικό επιδιώκει να αυξήσει δραματικά την επιχειρησιακή αξία κάθε υπάρχουσας μονάδας.
Νεότερα ηλεκτρονικά, καλύτερο σύστημα μάχης, προηγμένη διασύνδεση, τεχνητή νοημοσύνη και πιθανή σύνδεση με τη νέα ελληνική αεράμυνα μπορούν να μετατρέψουν την «Ρουσσέν» σε μια πολύ ισχυρότερη πλατφόρμα από αυτή που παραδόθηκε αρχικά.
Και έτσι διαμορφώνεται η πραγματική μάχη πίσω από τις διαπραγματεύσεις.
Βρετανία, Γαλλία και Ισραήλ δεν διεκδικούν απλώς ένα συμβόλαιο εκσυγχρονισμού. Διεκδικούν θέση στην αρχιτεκτονική του ελληνικού Στόλου της επόμενης δεκαετίας.
